Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Art Journal 50. Η Mary-Margaret Goggin είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα καλών τεχνών του Πανεπιστημίου του Χιούστον.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Δημοσιεύθηκε την






Όταν o διάλογος στρέφεται στη λογοκρισία της τέχνης, συχνά έρχεται στο μυαλό η περίπτωση της Εθνικοσοσιαλιστικής (Ναζιστικής) Γερμανίας. Οι καλλιτεχνικές πολιτικές της Ναζιστικής Γερμανίας στη δεκαετία του 1930 και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 και οι συνέπειές τους μας παρέχουν μια ιστορική προοπτική για το τι μπορεί να συμβεί όταν η κυβέρνηση καθορίζει ποια τέχνη είναι αξιοπρεπής ή απρεπής, υψηλή ή «εκφυλισμένη».

Προηγούμενα της καλλιτεχνικής λογοκρισίας στη Ναζιστική Γερμανία μπορούν να βρεθούν στη περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπως δείχνουν τα παρακάτω περιστατικά. Στο Βερολίνο το 1928, ένα τοπικό δικαστήριο απήγγειλε κατηγορίες βλασφημίας κατά του George Grosz για διάφορα σχέδια που δημοσιεύτηκαν σε ένα άλμπουμ με τίτλο Hintergrund. Αν και αρχικά κρίθηκε ένοχος, ο Grosz τελικά αθωώθηκε μετά από έφεση. Το πιο προκλητικό από αυτά τα σχέδια ήταν ένα που απεικόνιζε τον Χριστό με μάσκα αερίων και μπότες, με τη λεζάντα: «Κράτα το στόμα σου κλειστό και κάνε το καθήκον σου». Το σχέδιο του Grosz επαναλαμβάνεται σε μια πρόσφατη φωτογραφική εικόνα ένα γυναικείου γυμνού από την Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Barbara Kruger, μία από τους πολλούς Αμερικανούς καλλιτέχνες που ρισκάρουν να λογοκριθούν λόγω της εμπλοκής τους σε παρόμοιες ηθικές διαφωνίες. Σε άλλες επιθέσεις κατά της μοντέρνας τέχνης κατά την περίοδο της Βαϊμάρης, το παράρτημα του Μονάχου της Reichsverband bildender Künstler (Ομοσπονδιακή Ένωση Καλλιτεχνών) διαμαρτυρήθηκε για την αγορά πινάκων του van Gogh από την Εθνική Γκαλερί του Βερολίνου το 1929, και το 1930 ο διευθυντής του Κρατικού Μουσείου στο Τσβίκαου απολύθηκε λόγω της στήριξής του προς τη μοντέρνα τέχνη.

Προτού ο Hitler καν γίνει καγκελάριος του Γερμανικού Ράιχ στις 30 Ιανουαρίου 1933, τοπικοί εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες λογόκριναν τη σύγχρονη τέχνη. Το 1930 ο Wilhelm Frick, εθνικοσοσιαλιστής υπουργός εσωτερικών και υπουργός λαϊκής εκπαίδευσης στην επαρχία της Θουριγγίας, διέταξε την αφαίρεση των έργων των Ernst Barlach, Paul Klee και Lyonel Feininger από τη συλλογή του Μουσείου της Βαϊμάρης, καθώς και την καταστροφή των τοιχογραφιών και των ανάγλυφων του Oskar Schlemmer στο πρώην κτίριο του Bauhaus.

Αν και αυτές οι επιθέσεις κατά της μοντέρνας τέχνης δεν ήταν κάτι το καινούριο στη Γερμανία, επί Hitler έγιναν πιο συστηματικές και διαρκείς. Μία από τις προτεραιότητες του Hitler ήταν να οργανώσει και να συγκεντρώσει τους θεσμούς που ήταν απαραίτητοι για την εφαρμογή της ναζιστικής πολιτικής για την τέχνη. Για να κάνει κανείς οτιδήποτε σχετιζόταν με τη δημιουργία, την αγορά ή την πώληση τέχνης, έπρεπε να ανήκει στο Kunstkammer (Καλλιτεχνικό Επιμελητήριο). Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 είχε περίπου σαράντα δύο χιλιάδες μέλη, όπου εξαιρούνταν οι Εβραίοι, οι κομμουνιστές ή άλλοι «εχθροί» του κράτους. Οι «αποδεκτοί» καλλιτέχνες δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές, ούτε εκπαιδεύτηκαν απαραίτητα στις θεωρίες της εθνικοσοσιαλιστικής τέχνης. Αντίθετα, δημιουργούσαν ήδη τέχνη που ανταποκρινόταν ως προς το περιεχόμενο και το ύφος στα ιδανικά και τους στόχους των εθνικοσοσιαλιστών ή τουλάχιστον δεν ερχόταν σε σύγκρουση με αυτά. Προβλέφθηκε ακόμη και η επιμόρφωση του κοινού σε θέματα τέχνης, υπό την αιγίδα του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront) και μιας οργάνωσης με την ονομασία Kraft durch Freude (Δύναμη Μέσω της Χαράς).

Πιστεύοντας απολύτως πως ο πολιτισμός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε κοινωνίας με διάρκεια, ο Hitler αναγνώρισε ότι η τέχνη πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην οικοδόμηση του ιδανικού γερμανικού έθνους του. Διατύπωσε τους στόχους αυτού που θεωρούσε αληθινή γερμανική τέχνη: πρέπει να αναπτύσσεται από τη συλλογική ψυχή του λαού και να εκφράζει την ταυτότητά του· πρέπει να είναι εθνική, όχι διεθνής· πρέπει να είναι κατανοητή από το λαό· δεν πρέπει να είναι μια πρόσκαιρη μόδα, αλλά να προσπαθεί να είναι αιώνια· πρέπει να είναι θετική, όχι επικριτική προς την κοινωνία· πρέπει να είναι εξυψωτική και να αντιπροσωπεύει το καλό, το ωραίο και το υγιές.

Η τέχνη που ενθαρρυνόταν και στηριζόταν έπρεπε να αντανακλά το πνεύμα και τα ιδανικά του γερμανικού λαού, όπως τα οραματίζονταν οι Εθνικοσοσιαλιστές. Οι αγρότες και οι τεχνίτες που ασχολούνταν με την εργασία τους ήταν δημοφιλή θέματα. Οι γυναίκες ως μητέρες ήταν ιδιαίτερα σημαντικές επειδή αντιπροσώπευαν το μέλλον της «Άριας Φυλής». Τα τοπία συμβόλιζαν την «πατρίδα». Τα γυναικεία γυμνά απεικόνιζαν συχνά την ομορφιά των υγιών σωμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα «ηρωικά» θέματα, τα οποία περιλάμβαναν όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και εργάτες και εικόνες του Hitler. Στη γλυπτική, τα έργα του Arno Breker και του Josef Thorak επικοινωνούσαν τον ηρωισμό σε μνημειώδη κλίμακα. Πολλά έργα που βαφτίστηκαν με σημαντικούς ή βαθυστόχαστους τίτλους, ωστόσο, ήταν απλά θέματα που δεν είχαν καμία απώτερη σημασία στην οποία αποσκοπούσαν οι δημιουργοί τους.

Τα ονόματα των περισσότερων καλλιτεχνών που δημιούργησαν αυτά τα έργα έχουν ξεχαστεί. Εκείνη την εποχή, ακόμη και ο Hitler φάνηκε να αναγνωρίζει την έλλειψη μεγαλείου στην τέχνη που εκτέθηκε στην πρώτη Μεγάλη Έκθεση Γερμανικής Τέχνης (Grosse Deutsche Kunstausstellung) το 1937, όταν είπε: «Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ο μεγαλοδύναμος θα εξυψώσει μερικούς από αυτό το πλήθος των αξιοπρεπών δημιουργών της τέχνης στο αστρικό βασίλειο των αθάνατων, θεϊκά εμπνευσμένων καλλιτεχνών του μεγάλου παρελθόντος». Οι Εθνικοσοσιαλιστές προώθησαν την τέχνη που ήταν «όμορφη», «αξιοπρεπής» και «καλή», αλλά η επιβολή αυτών των προτύπων και η φίμωση των μη συμμορφούμενων καλλιτεχνών είχαν καταστροφικές συνέπειες για τη σύγχρονη τέχνη και τους καλλιτέχνες στη Γερμανία.

Στην εκστρατεία των Εθνικοσοσιαλιστών κατά της μοντέρνας τέχνης, καλλιτέχνες που σήμερα αναγνωρίζονται ως τα μεγάλα ονόματα της σύγχρονης γερμανικής τέχνης χαρακτηρίστηκαν ως εχθροί του γερμανικού λαού· το έργο τους χαρακτηρίστηκε «εκφυλισμένο» επειδή δεν πληρούσε τα καλλιτεχνικά κριτήρια που είχαν θέσει ο Hitler και άλλοι εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, στο βιβλίο του Entartung (Εκφυλισμός), ο Max Nordau είχε αποδώσει τον όρο «εκφυλισμός» στην τέχνη. Αργότερα, στο Kunst und Rasse (Τέχνη και Φυλή), 1928, ο Paul Schultze-Naumburg ανέπτυξε τις θεωρίες του για την αισθητική σύνδεση μεταξύ των καλλιτεχνικών στυλ και των υποτιθέμενων φυλετικών χαρακτηριστικών των καλλιτεχνών. Τέτοια έργα παρείχαν στον Hitler τις θεωρητικές βάσεις πάνω στις οποίες διατύπωσε τις δικές του ιδέες σχετικά με τον ρόλο της φυλής στην τέχνη και τον ρόλο της τέχνης στην κοινωνία· το σημαντικότερο, δημιούργησε προγράμματα για την εφαρμογή αυτών των ιδεών.

Ο Hitler και οι Εθνικοσοσιαλιστές αναγνώρισαν ότι υπήρχε ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα αδυναμίας κατανόησης ανάμεσα στο κοινό και στη σύγχρονη τέχνη, κάτι που το εκμεταλλεύτηκαν από νωρίς ώστε να εδραιώσουν την εξουσία τους επί του λαού. Χειραγώγησαν το κοινό εστιάζοντας τη συσσωρευμένη πολιτική και οικονομική δυσαρέσκεια και απογοήτευσή του σε αποδιοπομπαίους τράγους, συμπεριλαμβανομένων των καλλιτεχνών, αλλά και των εμπόρων, των κριτικών και των διευθυντών μουσείων που τους υποστήριζαν. Οι Εθνικοσοσιαλιστές έκαναν τη σύγχρονη τέχνη σύμβολο διαφθοράς και εκφυλισμού. Υποτίθεται «σημιτικής έμπνευσης», η μοντέρνα τέχνη παρουσιάστηκε επίσης ως αντιπροσωπευτική του Kulturbolschewismus ή του «πολιτιστικού μπολσεβικισμού». Η εξυγίανση της σύγχρονης τέχνης δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στην τέχνη που παρήγαγαν Εβραίοι, ξένοι ή κομμουνιστές καλλιτέχνες. Οτιδήποτε έλεγαν οι Ναζί πως υπονόμευε τις «επιθυμητές» αισθητικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή πολιτικές αξίες ή τα φυσικά ή φυλετικά ιδεώδη, έπρεπε να εξαλειφθεί από τη γερμανική κοινωνία· αυτό περιελάβανε όλα τα σύγχρονα κινήματα, όπως ο Εξπρεσιονισμός, ο Κυβισμός, ο Φουτουρισμός, ο Κονστρουκτιβισμός και ο Ντανταϊσμός.

Οι Εθνικοσοσιαλιστές ισχυρίζονταν ότι, επειδή οι σύγχρονοι καλλιτέχνες θεωρούσαν τα πάντα κατάλληλα ως θέμα για την τέχνη, «το ωραίο, το ηρωικό και το αγνό» υποβιβάστηκαν στο ίδιο επίπεδο με «το άσχημο, το ευτελές και το ερωτικό», με αποτέλεσμα μια ανήθικη τέχνη. Η μοντέρνα τέχνη θεωρήθηκε έτσι ως απειλή για τη γερμανική ηθική. Οι Ναζί χαρακτήρισαν πολλές σύγχρονα έργα, ιδίως τα εξπρεσιονιστικά, ως «πορνογραφικές», που απευθύνονταν στα κατώτερα ένστικτα της ανθρωπότητας. Αυτή η ηθικολογία ήταν όχι μόνο παραπλανητική, αλλά και υποκριτική, καθώς πολλές από τις αμέτρητες εικόνες γυμνών γυναικών με τέλεια σώματα που εγκρίθηκαν επίσημα και εκτέθηκαν εκείνα τα χρόνια τις απεικονίζουν σε παθητικούς ή υποταγμένους ρόλους, εμμέσως, αν όχι ρητά, ως σεξουαλικά αντικείμενα διαθέσιμα για την ευχαρίστηση των ανδρών.

Οι εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες των γύρω από την τέχνη βασίζονταν σε αφηρημένες έννοιες που η έκφραση τους ήταν τα «ψυχή», «ιδιοφυΐα», «τραγωδία», «φυλή». Θεωρούσαν το «φυλή και πατρίδα» ή Blut und Boden (αίμα και γη) τη βάση μιας γερμανικής τέχνης που θα εξέφραζε τις αληθινές πνευματικές αξίες της Άριας φυλής, εξαγνισμένης από όλες τις μπολσεβίκικες και σημιτικές επιρροές. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αόριστων εννοιών σε μια συνεκτική καλλιτεχνική πολιτική ήταν ωστόσο δύσκολη και οδήγησε σε πολλές αντιφάσεις και ασυνέπειες. Αν και οι Εθνικοσοσιαλιστές ισχυρίζονταν ότι ενθάρρυναν μια τέχνη που ήταν το προϊόν του γερμανικού πνεύματος, απέρριπταν την τέχνη Γερμανών καλλιτεχνών όπως ο Emil Nolde και ο Barlach, οι οποίοι βρίσκονταν στο επίκεντρο μιας συζήτησης στο κόμμα σχετικά με τον γερμανικό και σκανδιναβικό χαρακτήρα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Στην πραγματικότητα, αυτή η διαμάχη για την πολιτική για τη τέχνη αντανακλούσε έναν ευρύτερο αγώνα για εξουσία στο εσωτερικό του κόμματος. Ο Alfred Rosenberg, «φιλόσοφος» του κόμματος και ανταγωνιστής του υπουργού προπαγάνδας Joseph Goebbels για τον έλεγχο της πολιτικής για την τέχνη, σημείωσε πως ακόμη και οι Εθνικοσοσιαλιστές μπορούσαν να έχουν διαφορετικές απόψεις σε θέματα τέχνης, αναφέροντας τη διαμάχη για τον Nolde και τον Barlach. Ο Rosenberg αναγνώρισε πως και οι δύο καλλιτέχνες είχαν ταλέντο, αλλά υποστήριζε πως δεν επιδίωκαν το νορδικό ιδεώδες της σωματικής ομορφιάς που ήταν απαραίτητο για την ανάπτυξη της Εθνικοσοσιαλιστικής αισθητικής. Αυτό το νορδικό ιδεώδες βασιζόταν όχι μόνο σε υποτιθέμενα άρια χαρακτηριστικά, αλλά και στο ελληνικό ιδεώδες του τέλειου, υγιούς, αθλητικού σώματος, στο οποίο δεν ανταποκρίνονταν οι μορφές του Nolde και του Barlach.

Αντίθετα, ορισμένοι διανοούμενοι και νεότερα μέλη του κόμματος υπερασπίστηκαν την εξπρεσιονιστική τέχνη ως πνευματική δύναμη που εξέφραζε τον γερμανικό χαρακτήρα, ενώ άλλοι πίστευαν ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας του εξπρεσιονισμού θα μπορούσε να συνδεθεί με την εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση. Ακόμη και ο Goebbels εκτιμούσε τα έργα ορισμένων εξπρεσιονιστών, ιδίως του Barlach και του Nolde. Ωστόσο, όταν ο Hitler εξέφρασε την αποδοκιμασία του για ορισμένες υδατογραφίες του Nolde που είχε τοποθετήσει ο αρχιτέκτονας Albert Speer κατά την ανακαίνιση της κατοικίας του Goebbels, ο Goebbels διέταξε την αφαίρεσή τους. Τελικά, οι εξπρεσιονιστές, συμπεριλαμβανομένου του Nolde, ο οποίος ήταν και ο ίδιος μέλος του ναζιστικού κόμματος, έχασαν τη μάχη για να γίνει η τέχνη τους αποδεκτή ως «γερμανική».

Οι γερμανικές αρχές αναγνώρισαν την προπαγανδιστική αξία της τέχνης, τόσο ως εργαλείο στην αρνητική εκστρατεία τους για την υποτίμηση της μοντέρνας τέχνης όσο και για την προώθηση μιας «νέας και αληθινά γερμανικής τέχνης». Στην ομιλία του στις 18 Ιουλίου 1937, με την οποία αφιέρωσε το Haus der Deutschen Kunst (Οίκος της Γερμανικής Τέχνης) και την Grosse Deutsche Kunstausstellung (Μεγάλη Έκθεσης Γερμανικής Τέχνης) στο Μόναχο, ο Hitler αντιπαρέβαλε τα «εκφυλισμένα» κινήματα της σύγχρονης τέχνης με την τέχνη που «θα σας εντυπωσιάσει ως όμορφη και, κυρίως, ως αξιοπρεπής και την οποία θα αισθανθείτε ως καλή».

Η εκστρατεία της προπαγάνδας κατά της μοντέρνας τέχνης δραματοποιήθηκε με την περιβόητη έκθεση «Entartete Kunst» (Εκφυλισμένη Τέχνη), που εγκαινιάστηκε στο Μόναχο στις 19 Ιουλίου 1937 και εκτέθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις όλων των περιοχών της Γερμανίας. Στην ομιλία του την προηγούμενη ημέρα ο Hitler είχε καλέσει τον γερμανικό λαό να είναι ο κριτής της γερμανικής τέχνης και απηύθυνε μια προειδοποίηση στους «αξιολύπητους αλήτες», «ανίκανους» και «εγκληματίες της τέχνης», των οποίων τα έργα ήταν κρεμασμένα με τυχαία σειρά στους τοίχους της έκθεσης «Εκφυλισμένη Τέχνη», ότι επρόκειτο να κάνει «ξεσκαρτάρισμα»: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός έχει θέσει ως πρωταρχικό του καθήκον να απαλλάξει το Γερμανικό Ράιχ, και κατά συνέπεια, τον γερμανικό λαό και τη ζωή του από όλες εκείνες τις επιρροές που είναι μοιραίες και καταστροφικές για την ύπαρξή του». Αυτές οι επιρροές περιλάμβαναν τους εμπόρους και τους κριτικούς, καθώς και τους καλλιτέχνες, τους οποίους ο Hitler αποκαλούσε «κλίκες φλύαρων, ερασιτεχνών και απατεώνων της τέχνης», καθώς και «προϊστορικά όρνια της λίθινης εποχής που λυμαίνονταν τη τέχνη και καλλιτεχνικά βραδύγλωσσους».

Με εντολή του Hitler, την έκθεση «Εκφυλισμένη Τέχνη» την οργάνωσε ο Adolf Ziegler, πρόεδρος του Reichskammer der bildenden Künste (Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών του Ράιχ), αν και δεν ήταν η πρώτη έκθεση αυτού του είδους. Οι σκοποί της έκθεσης αυτής ήταν να δείξει στο κοινό τι ήταν η «εκφυλισμένη» τέχνη, να κατηχήσει το κοινό σχετικά με τους κινδύνους της και να καταδείξει ότι αυτή η «διαφθορά» της τέχνης δεν ήταν απλώς μια εκτροπή ή ένα πείραμα, αλλά μια οργανωμένη προσπάθεια των Μπολσεβίκων και των Εβραίων να δημιουργήσουν πολιτιστική και πολιτική αναρχία υπονομεύοντας τις παραδοσιακές αξίες. Στους επισκέπτες της έκθεσης υπενθυμίζονταν επίσης πόσα δημόσια χρήματα – σε πληθωρισμένα γερμανικά μάρκα – είχαν σπαταληθεί για αυτή την «εκφυλισμένη» τέχνη.

Τα έργα της έκθεσης «εκφυλισμένης» τέχνης είχαν κατασχεθεί από δημόσιες γερμανικές συλλογές. Περιγράφονταν σε έναν οδηγό και σε εντοιχισμένες πινακίδες με υποτιμητικό και εμπρηστικό τρόπο. Η έκθεση χωριζόταν σε εννέα κατηγορίες, καθεμία από τις οποίες αντιπροσώπευε κάποια «αρνητική» πλευρά της σύγχρονης τέχνης. Τα έργα μιας κατηγορίας υποτίθεται ότι ενθάρρυναν την πολιτική αναρχία μέσω της καλλιτεχνικής αναρχίας, απεικονίζοντας την αγωνιζόμενη εργατική τάξη και τους καπιταλιστές που «κοροϊδεύουν τη δυστυχία των εργατών». Μια άλλη κατηγορία χαρακτηρίστηκε ως μπολσεβίκικη προπαγάνδα κατά της στρατιωτικής επιστράτευσης επειδή απεικόνιζε στρατιώτες ως δολοφόνους ή θύματα, για παράδειγμα, αντίθετα από το εθνικοσοσιαλιστικό ιδεώδες μιας ηρωικής τέχνης· ένα τέτοιο «ανεπιθύμητο» έργο ήταν το Ανάπηροι Πολέμου (Kriegskrüppel, 1920, καταστράφηκε) του Otto Dix, που απεικονίζει μια γκροτέσκα πομπή ακρωτηριασμένων στρατιωτών.

Η έκθεση υποτιμούσε επίσης τα θρησκευτικά έργα καλλιτεχνών όπως ο Nolde, αναφερόμενος στον οδηγό σε αυτά ως ένα είδος «τσαρλατανισμού» που «χλευάζει με αναίδεια» τη θρησκεία. Τα έργα μιας άλλης κατηγορίας υποτίθεται ότι αντιπροσώπευαν την ανήθικη πλευρά της «μπολσεβικικής» τέχνης, στην οποία «όλος ο κόσμος είναι ένα μεγάλο πορνείο». Κάποια από τα έργα χαρακτηρίστηκαν «νέγρικη τέχνη», με μορφές από την Αφρική και τα νησιά της Νότιας Θάλασσας να υποτίθεται πως εκφράζουν τα ανεπιθύμητα φυλετικά ιδεώδη της σύγχρονης τέχνης. Τέλος, υπήρχε μια κατηγορία έργων που χαρακτηρίστηκαν ως «πλήρης παραφροσύνη» και περιλάμβαναν δείγματα αφηρημένης τέχνης.

Οι Ναζί κατέστειλαν την τέχνη της οποίας το περιεχόμενο το θεωρούσαν ως απειλή για τις παραδοσιακές αξίες και τους θεσμούς. Οι εικόνες των ιερόδουλων του Ernst Ludwig Kirchner ή του Grosz, για παράδειγμα, επικρίθηκαν επειδή εξυμνούσαν τα θέματά τους, συμβάλλοντας έτσι στην ηθική παρακμή της κοινωνίας και τη διάβρωση των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών. Οι Γερμανοί θεωρούσαν επίσης το ύφος καθοριστικό παράγοντα του «εκφυλιστικού» χαρακτήρα της τέχνης. Οι παραμορφώσεις της φιγούρας του Εξπρεσιονισμού συνδέονταν άμεσα με τα κατώτερα φυλετικά χαρακτηριστικά των καλλιτεχνών ή με μια «φρικτή δυσλειτουργία των ματιών» που προκαλούνταν από το κατώτερο γενετικό τους υπόβαθρο· ή χαρακτηρίζονταν ως φάρσα που σε βάρος του ανυποψίαστου κοινού.

Το Εθνικοσοσιαλιστικό δόγμα για την τέχνη και η συνακόλουθη καλλιτεχνική πολιτική οδηγήθηκαν στα άκρα. Οι Ναζί όχι μόνο δυσφήμισαν τη σύγχρονη τέχνη και κατήγγειλαν τους καλλιτέχνες, αλλά και κατάσχεσαν έργα σύγχρονης τέχνης από μουσεία και άλλες συλλογές. Επιπλέον, απέπεμψαν καλλιτέχνες από τις θέσεις διδασκαλίας· ο Klee ήταν ένας από αυτούς που έχασαν τη θέση τους το 1933. Σε πολλούς καλλιτέχνες απαγορεύτηκε επίσης να εκθέτουν τα έργα τους και μερικές φορές ακόμη και να εργάζονται στα δικά τους εργαστήρια. Οι καλλιτέχνες των οποίων το έργο χαρακτηρίστηκε «εκφυλισμένο» έπρεπε να στραφούν σε άλλους τρόπους για να κερδίσουν τα προς το ζην, κατά προτίμηση ανώνυμα· ο Willi Baumeister εργάστηκε ως τυπογράφος και ο Schlemmer, μεταξύ άλλων, διακοσμούσε οροφές και καμουφλάριζε στρατώνες. Πολλοί, όπως ο Klee, ο Grosz, ο Wassily Kandinsky, ο Josef Albers, ο Feininger, ο Max Beckmann και ο Kurt Schwitters, εγκατέλειψαν τη χώρα. Άλλοι συνέχισαν να εργάζονται και μερικές φορές ακόμη και να πωλούν κρυφά, αλλά ζούσαν με το φόβο μήπως τους ανακαλύψουν οι αρχές. Οι Karl Schmidt-Rottluff, Käthe Kollwitz, Gerhard Mareks, Barlach, Nolde, Baumeister και Schlemmer ήταν μεταξύ εκείνων που παρέμειναν στη Γερμανία, παρά τις πιέσεις, τις απειλές και τον οστρακισμό. Έπρεπε να αντέξουν να βλέπουν το έργο τους όχι μόνο να δυσφημείται, αλλά μερικές φορές να καταστρέφεται. Ο Barlach ήταν ένας από τους καλλιτέχνες που υπέμεινε μια «εσωτερική εξορία». Έγραψε: «Ένας νταβατζής ή δολοφόνος έχει πολύ καλύτερη αντιμετώπιση· απολαμβάνει το πλεονέκτημα μιας ομαλής δίκης και έχει ακόμη και την ευκαιρία να καθαρίσει το όνομα του. Εμείς απλώς αποκηρυχθήκαμε και, αν ήταν εφικτό, καταστραφήκαμε. Από αυτή την άποψη, η κατάστασή μου είναι πιο δεινή από εκείνη ενός πραγματικού εξόριστου». Οι καλλιτέχνες σε όλη τη Γερμανία έλαβαν το μήνυμα δυνατά και ξεκάθαρα: η «εκφυλισμένη» τέχνη δεν θα γινόταν ανεκτή, ακόμη και στο ίδιο το ατελιέ του καλλιτέχνη.

Αν και υπάρχουν βαθιές διαφορές στις ιστορικές συνθήκες και στους αντίστοιχους πολιτικούς θεσμούς της Ναζιστικής Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών σήμερα, οι ηγέτες και στις δύο κοινωνίες χρησιμοποίησαν ρητορική για την πολιτικοποίηση της τέχνης και για να εκμεταλλευτούν βαθιά ριζωμένες ανησυχίες που μοιράζονται μεγάλα τμήματα του πληθυσμού τους, δηλαδή ότι η διάβρωση των παραδοσιακών αξιών απειλεί έναν οικείο τρόπο ζωής. Αυτή η ρητορική απευθύνεται στα πάθη και τις προκαταλήψεις ενός σημαντικού αριθμού ανθρώπων που θεωρούν την προσβλητική ή «εκφυλισμένη» τέχνη ως παράγοντα που συμβάλλει στην ηθική παρακμή της κοινωνίας. Το 1989 ο γερουσιαστής Slade Gorton (Ρεπουμπλικάνος, Ουάσιγκτον) για παράδειγμα, αναφέρθηκε στην «’τέχνη’ – βάζω αυτή τη λέξη σε εισαγωγικά – η οποία επιτίθεται στην πίστη, την ηθική ή τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις μεγάλου αριθμού ανθρώπων».

Όπως πολλά παραδείγματα σύγχρονης γερμανικής τέχνης που κρεμάστηκαν στην έκθεση «Εκφυλισμένη τέχνη» των Ναζί, το What Is the Proper Way to Display a U.S. Flag (1989) του, στο οποίο μια αμερικανική σημαία ήταν απλωμένη στο πάτωμα, δέχτηκε επίθεση ως αντιπατριωτική· το Piss Christ του Andres Serrano το 1987, μια φωτογραφία ενός πλαστικού Εσταυρωμένου βυθισμένου σε ένα δοχείο με ούρα του καλλιτέχνη, έχει χαρακτηριστεί ως βλάσφημο· και μερικές από τις ομοερωτικές και σαδομαζοχιστικές φωτογραφίες του Robert Mapplethorpe έχουν χαρακτηριστεί άσεμνες και απρεπείς. Όταν οι φωτογραφίες του Mapplethorpe και του Serrano χαρακτηρίστηκαν «σκουπίδια» και «άθλιες» από γερουσιαστές των Ηνωμένων Πολιτειών στο βήμα της Γερουσίας το 1989, δεν υποτιμήθηκαν λιγότερο από ότι τα έργα της ναζιστικής έκθεσης «Εκφυλισμένη Τέχνη»· στον απόηχο του πρόσφατου πολέμου στον Περσικό Κόλπο, μπορεί κανείς να φανταστεί ότι το έργο του Tyler θα προκαλούσε τώρα ακόμη μεγαλύτερα «πατριωτικά» πάθη από ό,τι το 1989.

Η πολιτική δεξιά στις Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιεί σήμερα ρητορική όχι μόνο για να δυσφημίζει την τέχνη που αποδοκιμάζει, αλλά και για να δυσφημίσει καλλιτέχνες και άλλα μέλη της καλλιτεχνικής κοινότητας. Στο βήμα της Γερουσίας, ο γερουσιαστής Helms αναφέρθηκε υποτιμητικά στους «λεγόμενους ειδικούς της τέχνης» και είπε για τον Serrano: «Δεν είναι καλλιτέχνης, είναι βλάκας». Όταν χρησιμοποιείται μια τέτοια υποτιμητική ρητορική, κλιμακώνει τη διαμάχη και φουντώνει τις προκαταλήψεις. Νομιμοποιεί τις προσωπικές επιθέσεις και ανοίγει δρόμους για τη δίωξη ατόμων, αλλά και ομάδων.

Η υπόθεση των Εθνικοσοσιαλιστών αποτελεί παράδειγμα για τα άκρα στα οποία μπορεί να φτάσει μια κυβέρνηση για να ελέγξει τις τέχνες ή να εκμεταλλευτεί την τέχνη για προπαγανδιστικούς σκοπούς, και αναδεικνύει με σαφήνεια τους κινδύνους για τις Ηνωμένες Πολιτείες από την υιοθέτηση πολιτικών με τις οποίες οι πολιτικοί έχουν την εξουσία να επιβάλλουν πολιτιστικά πρότυπα και να καθορίζουν αν η τέχνη είναι αξιοπρεπής ή άσεμνη, εξυψωτική ή «εκφυλισμένη». Μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να παραμένουμε σε εγρήγορση και να μην υποθέτουμε ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες και οι θεσμοί μας θα ελέγξουν αναγκαστικά τις υπερβολές στον κυβερνητικό έλεγχο των τεχνών. Μας υπενθυμίζει επίσης τη δύναμη της τέχνης να οξύνει προκαταλήψεις ή να αγγίζει τις βαθύτερες ανησυχίες μας.

από: https://geniusloci2017.wordpress.com