Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 11 Μάι 2021
Γιώργος Ζογγολόπουλος, γλύπτης
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 
Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος (Αθήνα, 1 Μαρτίου 1903 – 11 Μαΐου 2004) ήταν Έλληνας καλλιτέχνης και εκπρόσωπος της γενιάς του ’30, με σημαντικό και αναγνωρισμένο έργο. Το έργο του εκτείνεται σε μια περίοδο περίπου οκτώ δεκαετιών παρουσιάζοντας μεγάλη ποικιλία, ευρεία θεματογραφία και τάση για συνεχή ανανέωση, γεγονός που τού έδωσε το προσωνύμιο «ο αιώνιος έφηβος».
 
Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1903 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην πλατεία Ομόνοιας ενώ η οικογένεια του καταγόταν από το χωριό Μάνα ( πρώην Μάρκασι ) Κορινθίας. Μεγάλωσε σε οικογένεια νομικών που δεν τον ενθάρρυναν να ασχοληθεί επαγγελματικά με την τέχνες παρόλο που από την παιδική του ηλικία εμφάνιζε ιδιαίτερο ταλέντο στη ζωγραφική και το σχέδιο.
 
Υπηρέτησε ως λοχίας τη στρατιωτική του θητεία έως το 1923 και η περίοδος εκείνη στάθηκε η αφορμή για τη γνωριμία του με το συνομήλικό του και αργότερα σημαντικό αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, ο οποίος απετέλεσε έναν από τους πιο στενούς του φίλους και συνεργάτες.
Το 1924 εισήχθη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και φοίτησε στο εργαστήριο της γλυπτικής του ακαδημαϊκού Θωμά Θωμόπουλου. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων έλαβε δύο υποτροφίες για τις επιδόσεις του και συνεργάστηκε μαζί με τον διαπρεπή αρχιτέκτονα Αναστάσιο Ορλάνδο στην Τεχνική Υπηρεσία της διεύθυνσης αναστήλωσης αρχαίων και βυζαντινών μνημείων του υπουργείου Παιδείας. Παράλληλα έκφρασε με μαχητικότητα τις απόψεις του για τον εκσυγχρονισμό και την αναδιοργάνωση της διδασκαλίας καθώς και την ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού της σχολής. Αυτές οι απόψεις του σε συνδυασμό με τη στάση του έναντι στον τότε ακαδημαϊσμό και τη συμμετοχή του στην κατάληψη της σχολής από φοιτητές είχαν ως αποτέλεσμα να του επιβληθεί αποβολή από την ΑΣΚΤ το 1927 και το 1928. Τελικά επανεντάχτηκε στην ακαδημαϊκή κοινότητα ένα χρόνο αργότερα χάρη σε παρέμβαση του ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη. Το 1929 μαζί με ομάδα συμφοιτητών και φίλων του συνέβαλλαν στο να γίνει καθηγητής της σχολής στο εργαστήριο ζωγραφικής ο Κωνσταντίνος Παρθένης ενώ τον επόμενο χρόνο θα ολοκληρώσει τις σπουδές του.
 
Το 1927 πήρε μέρος για πρώτη φορά σε ομαδική έκθεση, η οποία είχε φιλανθρωπικό χαρακτήρα και έλαβε χώρα στο σπίτι του λόγιου Νίκου Βέλμου, το χώρο που στέγασε το «Άσυλον Τέχνης».

Υπουργείο Παιδείας 1930-1938

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επανήλθε στο υπουργείο Παιδείας, καταλαμβάνοντας τη θέση του διακοσμητή στο Γραφείο Μελετών Νέων Σχολικών Κτηρίων των Πόλεων ενώ το διάστημα 1933-1934 εργάστηκε ως καθηγητής σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων. Την ίδια περίοδο συνεργάζεται στενά με ζωγράφους και αρχιτέκτονες όπως οι Δημήτρης Πικιώνης, Σπύρος Παπαλουκάς, Πάτροκλος Καραντινός, Νικόλαος Μητσάκης (διευθυντής της υπηρεσίας), Φώτης Κόντογλου, Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας κλπ. Παραιτήθηκε από τη θέση του το 1938. Σημαντικοί παράγοντες αυτής της απόφασης ήταν το πρώτο ταξίδι που πραγματοποίησε μαζί με τη σύζυγό του το 1937 στο Παρίσι ώστε να παρακολουθήσει τη Διεθνή Έκθεση, η έκθεση έργων του Ελ Γκρέκο, η εντύπωση που του έκαναν τα έργα των Ωγκύστ Ροντέν και Σαρλ Ντεσπώ και η ενθάρρυνση της συζύγου του.

Η γνωριμία και ο γάμος με την Ελένη Πασχαλίδου

 

 

Γιώργος και Ελένη Ζογγολοπούλου (1937)

Το 1933 ο Ζογγολόπουλος γνωρίστηκε με τη γεννημένη στη Χαλκηδόνα (σημερινό Καντίκιοϊ) της Κωνσταντινούπολης, φοιτήτρια του Κωνσταντίνου Παρθένη και ζωγράφο, Ελένη Πασχαλίδου. Παντρεύτηκαν το 1936 και λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος απόκτησαν ένα οικόπεδο στο Ψυχικό όπου δημιούργησαν τα επόμενα χρόνια το σπίτι και το εργαστήριό τους, ζώντας μαζί μέχρι και το θάνατο της Πασχαλίδου, το 1991. Το ζεύγος Ζογγολοπούλου είχε επιλέξει συνειδητά να μην αποκτήσει παιδιά.

 

 

 

Η μαρμάρινη προτομή του Ανδρέα Μιαούλη στο Πεδίον του Άρεως (έργο του 1937)

Στο πρώτο διάστημα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας ο Ζογγολόπουλος χρησιμοποίησε ως κύρια υλικά το μάρμαρο και τον ορείχαλκο και ασχολήθηκε κυρίως με παραγγελίες προτομών και μνημείων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της συγκεκριμένης περιόδου είναι οι ορειχάλκινες προτομές του Μίμη Βιτσώρη («Ο ζωγράφος Μίμης Βιτσώρης», 46 x 20 x 25 εκ., 1934, βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας), του ζωγράφου Ερρίκου Φραντζισκάκη (1937) και της Αριάδνης Ξενάκη (1938), οι μαρμάρινες προτομές του αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη (1937) στη δυτική είσοδο του Πεδίου του Άρεως και του αρχαιολόγου Παναγή Καββαδία στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου κ.ά. Επίσης φιλοτέχνησε την ορειχάλκινη λάρνακα για τα οστά του Παλαιών Πατρών Γερμανού και επιμελήθηκε ανάγλυφο για το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με την ονομασία «Πενθούν Πνεύμα».
 
Το 1931 συμμετείχε ως γλύπτης στην αναδόμηση της πλατείας Ομονοίας ενώ το 1933 έλαβε το δεύτερο βραβείο για τη μελέτη του σχετικά με την ανέγερση μνημείου του Άγνωστου Ναύτη στην Ψυτάλλεια. Το 1939 συμμετείχε και στο σημαντικό διαγωνισμό για τον έφιππο ανδριάντα του Γεωργίου Καραΐσκάκη ( ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε μεταπολεμικά με τον Ζογγολόπουλο να λαμβάνει το τρίτο βραβείο). Το 1938 συμμετείχε στην Α’ Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση στο Ζάππειο εγκαινιάζοντας μια συνεχή συμμετοχή στις Πανελλήνιες Καλλιτεχνικές Εκθέσεις η οποία διακόπηκε μόνο κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Παράλληλα από το 1932 μέχρι το 1940 ήταν μέλος του καλλιτεχνικού συνδέσμου «Ομάδα Τέχνη».
 
Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, οι δημιουργίες του απέσπασαν θετικές κριτικές από προσωπικότητες όπως ο Μαρίνος Καλλιγάς, ο Λέων Κουκούλας και ο Διονύσιος Κόκκινος.
 
Κατά την περίοδο της Κατοχής, ο Ζογγολόπουλος σκέφτηκε και πρότεινε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών τη διεξαγωγή συσσιτίου για τους καλλιτέχνες. Θεματικά τον απασχόλησαν κυρίως ιστορικά και κοινωνικά θέματα της εποχής.

Η πρώτη διεθνής παρουσία-Μπιενάλε Βενετίας (1940)

Το 1940 έλαβε μέρος για πρώτη φορά στη Μπιενάλε της Βενετίας συνδέοντας το όνομά του με τη συγκεκριμένη Μπιενάλε για έξι δεκαετίες, έως και το 2001 όπου σε ηλικία 99 ετών λαμβάνει μέρος για τελευταία φορά με το γλυπτό «Πεντάκυκλο»[3] που από το 2008 βρίσκεται τοποθετημένο στην πλατεία Ομονοίας.
 
Μετά το τέλος του πολέμου ο Ζογγολόπουλος συνέχισε τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες: το 1946 συμμετείχε σε διάφορες εκθέσεις όπως η Μπιενάλε Καΐρου, η έκθεση ελληνικής τέχνης (Κρατική Ελλήνων Καλλιτεχνών) στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Στοκχόλμης και η έκθεση των μελών της Ελληνογαλλικής Σχολής στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε πρόεδρος του Συνεταιρισμού Ελλήνων Γλυπτών και αντιπρόεδρος του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου. Το 1947 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό για την ανέγερση μνημείου πεσόντων στο Κερατσίνι (συμμετείχε στο διαγωνισμό με μια μαρμάρινη προτομή της Αριάδνης Ξενάκη). Την επόμενη χρονιά πραγματοποίησε την παρθενική ατομική του έκθεση στην αίθουσα «Ζαχαρίου» στην Αθήνα και συμμετείχε στην πρώτη μεταπολεμική πανελλήνια καλλιτεχνική έκθεση στο Ζάππειο όπου με το γύψινο έργο του «Αριάδνη» απέσπασε ένα από τα βραβεία του διαγωνισμού αλλά και τα θετικά σχόλια του Μανόλη Χατζηδάκη.

Η δεκαετία του ’50 – αρχή της αφαίρεσης, το κενό και το πλήρες

Το 1949 ο Ζογγολόπουλος μετέβη στο Παρίσι για σπουδές στο εργαστήριο του Μαρσέλ Ζιμόν (Marcel Gimond) ως υπότροφος της γαλλικής κυβέρνησης. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με το αρχιτεκτονικό γραφείο του Ζοζέφ Ρενέ Μπινέ (Joseph–René Binet) παρατείνοντας με αυτόν τον τρόπο την παραμονή του στο Παρίσι και συνεχίζοντας τις μελέτες του. Το 1952 μετέβη στην Ιταλία ως υπότροφος του ελληνικού κράτους και ειδικεύεται πάνω στις τεχνικές της χαλκοχυτικής ερχόμενος σε επαφή και με το έργο του Μαρίνο Μαρίνι. Τότε παρατηρείται αλλαγή πάνω στην τεχνική του που τον στρέφει σταδιακά από τον ρεαλισμό προς την αφαίρεση αν και τα γλυπτά του παραμένουν ανθρωποκεντρικά.
 
Το ίδιο έτος συμμετείχε και κέρδισε μαζί με τον Αχιλλέα Απέργη διαγωνισμό για την ανέγερση του Μνημείου Πεσόντων της Ιτέας, το οποίο είναι διαστάσεων 210 εκ x 110 εκ x34 εκ και είναι τοποθετημένο στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης.[2] Την επόμενη χρονιά γίνεται δεκτός στην Ευρωπαϊκή Εταιρία Πολιτισμού (Société Européenne de Culture) και λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό της γκαλερί Τέιτ για το Μνημείο του Άγνωστου Πολιτικού Κρατούμενου.

Το μνημείο του Ζαλόγγου

Ήδη από το 1953 ο Ζογγολόπουλος ξεκίνησε σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό τον σχεδιασμό των μελετών για το διαγωνισμό που είχε προκηρυχτεί για την κατασκευή του μνημείου του Ζαλόγγου. Τον επόμενο χρόνο οι δύο συνεργάτες κέρδισαν το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού και την ανάθεση της υλοποίησης του έργου, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν 4500 ασβεστολιθικοί όγκοι. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1960 και τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν παρουσία του βασιλικού ζεύγους στις 10 Ιουνίου 1961. Το μνημείο έχει ύψος 15 μέτρων, μήκος 18 μέτρων και αποτελείται από έξι γυναικείες αφαιρετικές μορφές.
 
Το 1955 κερδίζει το διαγωνισμό για την ανέγερση του ηρώου των πεσόντων της Κοκκινιάς (κυρίως των θυμάτων του μπλόκου της Κοκκινιάς) το οποίο ολοκληρώθηκε το 1956 και τοποθετήθηκε στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη Νίκαια. Πρόκειται για ένα ορειχάλκινο σύμπλεγμα ύψους 3 μέτρων που απεικονίζει δύο ανθρώπινες μορφές: η μια μορφή είναι γυναικεία, φτερωτή και συγκρατεί την άλλη φιγούρα που απεικονίζει ένα νεαρό άνδρα που φαίνεται πληγωμένος. Το γλυπτό χρησιμοποιείται ως έμβλημα από το Δήμο Νίκαιας – Αγ. Ι. Ρέντη.
 
Τον Μάρτιο του 1956 ο Ζογγολόπουλος επιλέχτηκε ως μέλος της ομάδας καλλιτεχνών που εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 28η Μπιενάλε της Βενετίας (εκτός του ιδίου συμμετείχαν και οι Γαλάνης, Απάρτης, Καπράλος, Τόμπρος, Λουκόπουλος, Παππάς, Σώχος και Γεωργίου). Συμμετείχε στην Μπιενάλε με το έργο του «Σύνθεση για ένα δραματικό θέμα» το οποίο παρόλο που είναι ανθρωποκεντρικό και στα όρια της παραστατικότητας, αποδίδεται με τρόπο αφαιρετικό και έντονα σχηματικό, πιθανότατα ως αποτέλεσμα της μελέτης των έργων του Ανρί Λοράνς. Επίσης αποτελεί το προπαρασκευαστικό στάδιο της μετάβασης που πραγματοποίησε τα επόμενα χρόνια ο Ζογγολόπουλος προς την αφαίρεση. Παραλλαγή αυτής της σύνθεσης σε μικρότερο μέγεθος βρίσκεται στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης και εκτίθεται στο Παράρτημα της Κέρκυρας.
 
Το 1957 έλαβε μέρος με έξι μεταλλικά γλυπτά στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Από τα έργα του ξεχώρισαν ο «Ποσειδώνας» και ο «Προμηθέας», οι πρώτες κατά τον ίδιο τον καλλιτέχνη δημιουργίες του που διακρίνονταν για «σημαντική αφαιρετική τάση με τολμηρή διαμόρφωση φανταστικής φόρμας». Το ίδιο έτος συμμετείχε στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για την αποστολή υποτρόφων γλυπτικής στο εξωτερικό, θέση που κράτησε για μια διετία. Το 1958 κέρδισε μαζί με τον αρχιτέκτονα Κώστα Μπίτσιο το διαγωνισμό για την ανάπλαση της πλατείας Ομόνοιας. Τα σχέδια περιλάμβαναν μια υδάτινη γλυπτική σύνθεση από πίδακες όπου θα είχε σε κεντρικό σημείο το γλυπτό «Ποσειδώνας», που είχε εκτεθεί το 1957 στο Σάο Πάολο. Το έργο εγκαινιάστηκε το 1960 χωρίς όμως τον «Ποσειδώνα».

Η δεκαετία του ’60 – έμφαση στις γεωμετρικές φόρμες

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 ο Ζογγολόπουλος συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός Ελλάδας όπως στη Γαλλία (το 1960 στο Διεθνές Σαλόνι Ελεύθερης Τέχνης και το 1961 και 1963 στο Μουσείο Ροντέν), στο Ισραήλ (σε ομαδική έκθεση ελληνικής τέχνης του 1962 που παρουσιάστηκε σε Ιερουσαλήμ, Χάιφα και Τελ Αβίβ), στη Ρουμανία, στην Τουρκία, στην Ιταλία, στις ΗΠΑ κλπ.
 
Το 1964 ενόψει της συμμετοχής του στη Μπιενάλε της Βενετίας δημιούργησε μια σειρά αφαιρετικών και γεωμετρικών ορειχάλκινων γλυπτών ένα από τα οποία, οι «Δελφοί», τοποθετήθηκε το 1989 στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Βασιλέως Κωνσταντίνου κοντά στο κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης στο κέντρο της Αθήνας. Την επόμενη χρονιά πραγματοποίησε την πρώτη του παρουσία στην έκθεση του Salon de la Jeune Sculpture του Παρισιού (τα επόμενα χρόνια συμμετείχε στην έκθεση ανελλιπώς μέχρι το 1975) και συμμετείχε στην Όγδοη Πανελλήνια Έκθεση όπου απέσπασε θετικές κριτικές. Το 1966 κέρδισε το πρώτο βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης για το έργο του «Cor-ten», ένα γλυπτό ύψους 17 μέτρων, φτιαγμένο από κράμα μετάλλου Cor-ten που αναπαριστά αφαιρετικά τη Νίκη της Σαμοθράκης και τοποθετήθηκε στη βόρεια πύλη της ΔΕΘ. Το ίδιο έτος τιμήθηκε για την προσφορά του στην ελληνική Τέχνη από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με τον Χρυσό Σταυρό του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄, απέφυγε όμως να παραβρεθεί στη δεξίωση που πραγματοποιήθηκε και να παραλάβει το παράσημο. Από τα μέσα της δεκαετίας αρχίζει η μετατόπισή του από την παραστατική στην αφηρημένη γλυπτική. Άλλες δημιουργίες του εκείνης της δεκαετίας είναι οι δύο αφαιρετικές συνθέσεις με την ονομασία «Κυκλώπειο» του 1966 (ένα ύψους 4,5 μέτρων φτιαγμένο από υλικό cor-ten και ένα ορειχάλκινο διαστάσεων 46 x 57 εκ), η «Ελιά» (1966), ο «Αλέξανδρος» (1968), το «Plexiglas και φως» (1969) κλπ. Επιπλέον συνεχίστηκε η παρουσία του καλλιτέχνη σε ομαδικές εκθέσεις του εξωτερικού.
 
Από το 1960 ως το 1988 ήταν μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Société Européenne de Culture Prés la Biennale της Βενετίας στην οποία εντάχθηκε το 1953 και υπήρξε τακτικός συνεργάτης του περιοδικού της “Comprendre”. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

Η δεκαετία του ’70 – η κινητική τέχνη και η διαφάνεια των υλικών

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Ζογγολόπουλος ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες καλλιτέχνες που ασχολήθηκε με την kinetic art ( η «κινητική τέχνη» παρουσιάστηκε το 1955 στη γκαλερί Denise René στο Παρίσι, ωστόσο άργησε να κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα). Δημιουργεί εκείνη την εποχή τα πρώτα του κινητικά γλυπτά, τα οποία παρουσιάζει σε ατομική έκθεση στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί το νερό στα έργα του, που στην πλειονότητά τους τα δομεί σε ανοξείδωτο χάλυβα, ενώ πέραν της κίνησης περνά και στην αξιοποίηση του φωτός στις νέες δημιουργίες του.

 

 

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος με το έργο του “Φακός με καμινάδες” σε ατομική του έκθεση στην Γκαλερί Bernier το 1990

Το 1973 δημιούργησε το μεταλλικό έργο «Διάφραγμα» ή «Φατνώματα του Μέρλιν», μια κατασκευή που ξεπερνά σε ύψος τα 3 μέτρα και σε μήκος τα 10 μέτρα. Αρχικά τοποθετήθηκε το 1973 στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας «Αστήρ» στην οδό Μέρλιν στο Κολωνάκι και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Ασφαλιστικής στη Λεωφόρο Συγγρού. Κύρια χαρακτηριστικά του «Διαφράγματος» είναι η γεωμετρία, ο ρυθμός και η επανάληψη ορθογωνίων σχημάτων στα οποία εναλλάσσονται διαφορετικά εικαστικά μοτίβα.
 
Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε με τη σύνθεση συμβολικών έργων στα οποία πρόσθετε ειδικούς μεγεθυντικούς φακούς με σκοπό την επίτευξη οπτικών τρικ. Ενδεικτικά έργα εκείνης της εποχής είναι «Τα δώρα», «Το αβγό», «Φακός & φωλιά». «Οι σπείρες» κ.ά., που παρουσιάστηκαν σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.
 
Το 1974 ο Ζογγολόπουλος ήταν ένας από τους καλλιτέχνες που πήραν θέση στο δημοψήφισμα για τη μορφή του ελληνικού πολιτεύματος υποστηρίζοντας την κατάργηση της μοναρχίας και το 1977 εγκρίθηκε στο πρόσωπο του τιμητική απονομή σύνταξης για την προσφορά του στην ελληνική Τέχνη.
 
Την ίδια χρονιά το ζεύγος Ζογγολόπουλου απέκτησε ιδιόκτητο ατελιέ στο Παρίσι μοιράζοντας έκτοτε το χρόνο του μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας για καλλιτεχνικούς λόγους. Εκείνη τη δεκαετία παρουσίασε τις δημιουργίες του σε δεκάδες ομαδικές αλλά και ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και σε πόλεις του εξωτερικού (Παρίσι, Βενετία, Βουδαπέστη, Βαρσοβία, Γενεύη κλπ).

Η δεκαετία του ’80 – βραβεία και δημόσια γλυπτική

Το 1981 συνεργάζεται με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη για το διαγωνισμό διαμόρφωσης της πλατείας Κλαυθμώνος. Η πρότασή τους θα λάβει το Α’ βραβείο, ωστόσο η υλοποίηση της δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Από το 1983 μέχρι το 1986 ο Ζογγολόπουλος και ο Τομπάζης συνεργάζονται ξανά, αυτή τη φορά συμμετέχοντας στο διαγωνισμό για τη δημιουργία του Μνημείου Εθνικής Αντίστασης στον Γοργοπόταμο. Ο γλύπτης σχεδίασε σε μια σφαίρα ύψους 18 μ., η οποία σχηματίζεται με διαφάνεια από κάθετα και οριζόντια διασταυρούμενες μεταλλικές ευθείες, ένα αφαιρετικό σύμβολο χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις. Επιπλέον το γλυπτό είχε ηχοκινητική λειτουργία, καθώς στο κέντρο της σφαίρας προβλέπονταν ορθογώνιες μεταλλικές πλάκες σχεδιασμένες να ηχούν με τη δύναμη του ανέμου. Και αυτή η μελέτη λαμβάνει το Α’ βραβείο, όμως ούτε αυτό το έργο θα υλοποιηθεί.
 
Το 1986 εγκαινιάζεται η τριβή του Ζογγολόπουλου με το μοτίβο της ομπρέλας, ενός συνηθισμένου καθημερινού αντικείμενου για την προστασία από τα καιρικά φαινόμενα, το οποίο μετατρέπεται από τον καλλιτέχνη σε βασικό εικαστικό θέμα της δημιουργίας του. Το πρώτο του έργο είναι φτιαγμένο από ανοξείδωτο χάλυβα και έχει διαστάσεις 230 x 30 x 135 εκατοστά.
 
Το 1989 δημιούργησε το διαμέτρου 3,64 μέτρων υδροκινητικό γλυπτό «Ασπίδα», το οποίο κατασκευάστηκε από ανοξείδωτο χάλυβα και τοποθετήθηκε στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών.

1990 – 2004: γλυπτά στο δημόσιο αστικό χώρο – οι «Ομπρέλες»

Την επόμενη χρονιά (1990) συνεργάστηκε για άλλη μια φορά με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη για το Μνημείο της Μάχης της Κρήτης. Κερδίζουν το Α’ βραβείο χωρίς ωστόσο το γλυπτό να υλοποιηθεί.
 
Το 1993 συμμετέχει στη Μπιενάλε Βενετίας με ατομική έκθεση παρουσιάζοντας το υδροκινητικό γλυπτό «Ομπρέλες». Το 1995 θα είναι σημαντικό για τις «Ομπρέλες». Το γλυπτό έτυχε ευρείας αποδοχής και αναγνωρισιμότητας, παρουσιάστηκε από το γλύπτη στη Μπιενάλε της Βενετίας ως μια στατική αυτή τη φορά συστοιχία από αιωρούμενες ομπρέλες που αέρινα στηρίζονται σε διαγώνιους άξονες και επιλέχτηκε για να τοποθετηθεί στην είσοδο της έκθεσης πάνω σε μια πλωτή εξέδρα.

 

 

Οι «Ομπρέλες» του Ζογγολόπουλου στις Βρυξέλλες.

Εκείνη τη χρονιά οι «Ομπρέλες» θα κερδίσουν το Α’ βραβείο στον Πανευρωπαϊκό διαγωνισμό που διεξήχθη για την τοποθέτηση έργων τέχνης στο κτήριο του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και θα τοποθετηθούν στο Cour d’ Honneur του κτηρίου, όπου βρίσκεται και σήμερα.
 
Το 1997 όταν η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, οι «Ομπρέλες» τοποθετήθηκαν στην παραλία της πόλης όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα. Ένα χρόνο αργότερα, ο γλύπτης θα δημιουργήσει ένα παρόμοιο γλυπτό για το Ψυχικό, το προάστιο της Αθήνας στο οποίο είχε εγκατασταθεί από τον Μεσοπόλεμο. Το γλυπτό τοποθετήθηκε από τον Δήμο στο Φάρο Ψυχικού επί της Λεωφόρου Κηφισίας.
 
Tο 1997 ο Ζογγολόπουλος κατασκεύασε και το γλυπτό «Tel – Néant» (σημαίνει «προς το κενό / άπειρο ή αυτό το χάος»), το οποίο φτιαγμένο από ανοξείδωτο χάλυβα, στόχευε να δώσει την εκδοχή του καλλιτέχνη για την ανθρώπινη επικοινωνία. Το έργο εκτέθηκε τα επόμενα χρόνια στο Βερολίνο και τη Βαΐμάρη προτού τοποθετεί στο Μέγαρο του ΟΤΕ στο Μαρούσι.
  • 1998 «Ολυμπιακοί Κύκλοι»

Το γλυπτό «Ολυμπιακοί Κύκλοι» είναι μια αναφορά στο σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων, αν και το γλυπτό απαρτίζεται από έξι κύκλους. Το γλυπτό τοποθετείται στην Εθνική Γλυπτοθήκη.

  • 1999 «Στήλη» Μπιενάλε Βενετίας – Πάρκο Ριζάρη.

Το συγκεκριμένο γλυπτό, όπως παραπάνω περιγράφεται από το δημιουργό του, παρουσιάζεται στη Μπιενάλε Βενετίας το 1999. Η «Στήλη», από ανοξείδωτο χάλυβα και οπτική ίνα, βρίσκεται τοποθετημένη στο Πάρκο Ριζάρη από το 2001.

  • 1999 «Αίθριο» Πλατεία Συντάγματος

Δημιούργησε το έργο «Αίθριο» στο σταθμό του Αττικό Μετρό στην πλατεία Συντάγματος στο τεράστιο κενό (25μ. ύψος και 8,5μ. διάμετρο) από το οποίο κατέβηκε ο «μετροπόντικας» για τη διάνοιξη του μετρό.

  • 2001 «Πεντάκυκλο» και η τελευταία συμμετοχή σε Μπιενάλε

Το γλυπτό «Πεντάκυκλο» είναι η υδροκινητική σύνθεση με την οποία ο Γιώργος Ζογγολόπουλος συμμετέχει για τελευταία φορά στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το γλυπτό την ίδια χρονιά τοποθετείται στην πλατεία Ομονοίας όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

  • 2001 «Ολυμπιακοί Κύκλοι»

Φιλοτεχνεί το υπερμέγεθες έργο του «Ολυμπιακοί Κύκλοι» στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος, στην Αθήνα. Το γλυπτό έχει ύψος 15 μέτρα, ενώ το βάρος του ξεπερνά τους 9 τόνους.

  • 2001 «Ειράνα» το τελευταίο γλυπτό

Το 2001 δημιούργησε το τελευταίο γλυπτό του με τίτλο «Ειράνα», η ονομασία του έργου αποτελεί τον δωρικό τύπο του ονόματος Ειρήνη. Το γλυπτό τοποθετήθηκε το 2010 στην Υπαίθρια Γλυπτοθήκη Ψυχικού – Πλατεία Γιώργου Ζογγολόπουλου.

  • 2002 ατομική έκθεση σε νεοσύστατη γκαλερί

Το 2002, σε ηλικία 100 ετών, εγκαινιάζει τη λειτουργία της γκαλερί Αστρολάβος-Art life στην Αθήνα με ατομική του έκθεση.

 

 

Άποψη του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου.

  • 2004 Ίδρυση Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου – 2004 Μάιος θάνατος

Το 2004 ιδρύει το κοινωφελές Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου, με έδρα την κατοικία του στο Ψυχικό, στο οποίο κληροδοτεί όλο το έργο του, καθώς κι εκείνο της συζύγου του Ελένης Πασχαλίδου – Ζογγολοπούλου. Πεθαίνει στις 11 Μαΐου σε ηλικία 102 ετών και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Κηφισιάς.

Ο ζωγράφος Γιώργος Ζογγολόπουλος

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είναι διεθνώς καταξιωμένος ως γλύπτης, όμως λιγότερο γνωστό είναι το επίσης πλούσιο ζωγραφικό του έργο. Παράλληλα με τη γλυπτική δεν σταματά να ζωγραφίζει, ενώ η εξέλιξη που έχει από την παραστατικότητα στην αφαίρεση είναι φανερή και στη ζωγραφική του. Ανάμεσα στα ζωγραφικά του έργα θα ανακαλύψει κανείς τη ζωγραφική αποτύπωση των θεμάτων που τον απασχολούν και στη γλυπτική του, όπως βασικά γεωμετρικά σχήματα, κύκλοι, τετράγωνα, ευθείες, αλλά και ομπρέλες, φακοί, αυγά, καμινάδες.

Στο Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου διαφυλάσσεται το σύνολο του ζωγραφικού έργου που άφησε ο καλλιτέχνης, καθώς και πληθώρα σκίτσων, σχεδίων και αρχιτεκτονικών σχεδίων που εκπόνησε στη διάρκεια της ζωής του.

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου