Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 16 Απρ 2021
Ανατόλ Φρανς (1844-1924) Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1921
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 
 

Ο Ανατόλ Φρανς (Anatole France, πραγματικό όνομα François Anatole Thibault, Παρίσι, 16 Απριλίου 1844 – 12 Οκτωβρίου 1924) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος και κριτικός (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1921). Ο πατέρας του, Φρανσουά-Νοέλ Τιμπώ, ο οποίος είχε ελλειπή παιδεία, είχε φιλοδοξίες για τον γιο του και γι’ αυτό τον έστειλε να σπουδάσει στο Κολλέγιο Στανισλάς, που προοριζόταν για αριστοκράτες και μεγαλοαστούς, το 1855.

Στη διάρκεια των σπουδών του, ο νεαρός Ανατόλ έγινε δέκτης πολλών αρνητικών σχολίων κοινωνικού περιεχομένου και η πίκρα που του προκάλεσαν αυτά αντικατοπτρίστηκε αργότερα στα έργα του. Το αρνητικό αυτό κλίμα, σε συνδυασμό με την πίεση από την πλευρά του πατέρα του, ο οποίος φιλοδοξούσε ο γιος του να ανέβει κοινωνικά, φαίνεται πως οδήγησαν τον Ανατόλ Φρανς από τα δεκαπέντε του χρόνια (εμπνευσμένο ήδη από τη Γαλλική επανάσταση και τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του) στην άσκηση έντονης κριτικής και στη θρησκεία με αποτέλεσμα να περιληφθεί το 1922 στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων (Index Librorum Prohibitorum) του Βατικανού.

Στη διαμόρφωση των πολιτικών του πεποιθήσεων επέδρασε έντονα και το βιβλιοπωλείο του πατέρα του, στο οποίο ο πατέρας Τιμπώ συγκέντρωνε φυλλάδια, εφημερίδες και γενικά ντοκουμέντα για τη Γαλλική Επανάσταση. Τελικά ο Ανατόλ Φρανς εγκατέλειψε το Κολλέγιο Στανισλάς το 1862.

Σχετική εικόνα

  • Anatole France, 1844-1924
  • Νόμπελ Λογοτεχνίας [1921]

Από το 1867 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε φιλολογικά περιοδικά, εργάστηκε για τον βιβλιοπώλη Λεμέρ και έγινε δεκτός στον κύκλο των Παρνασσιστών ποιητών. Συγχρόνως, για να κερδίσει κάποια χρήματα, εργάστηκε ως «νέγρος». Το 1877, παντρεύτηκε τη Βαλερί Γκερέν ντε Σωβίλ και απέκτησε μια κόρη. Το 1887 αρχίζει η σχέση του με την Μαντάμ Καιγιαβέ, η οποία αποτέλεσε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.

Το 1881, έρχεται η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, όταν εκδόθηκε το μυθιστόρημά του “Το έγκλημα του Σιλβέστρ Μπονάρ”. Ακολούθησαν: «To οινομαγειρείο της βασίλισσας Πεντώκ», «Η εξέγερση των αγγέλων», «Θαΐς», «Οι θεοί διψούν», «Το νησί των πιγκουίνων» κ.ά. Μετά το 1900, τα περισσότερα έργα του Ανατόλ Φρανς εκφράζουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς του. Μετά την υπόθεση Ντρέιφους, το 1894, που συγκλόνισε τη Γαλλία, άρχισε να απασχολείται με τα κοινωνικά προβλήματα προσεγγίζοντας τις σοσιαλιστικές ιδέες και τους αριστερούς κύκλους.

Ο ρόλος του Ανατόλ Φρανς στη λογοτεχνική ζωή ιδιαίτερα έγινε ακόμη πιο ουσιαστικός, όταν ανέλαβε τη βιβλιοκρισία στην εφημερίδα «Ο Χρόνος» (Le Temps), όπου από το 1887 έως το 1896 τα εβδομαδιαία χρονογραφήματά του τον ανέδειξαν σ΄έναν από τους πιο σημαντικούς κριτικούς της εποχής του. Το 1896 ο Ανατόλ Φράνς έγινε μέλος έγινε μέλος της Γαλλική Ακαδημία Επιστημών. Στη τελευταία περίοδο της ζωής του είχε γίνει «πρέσβης» των γαλλικών γραμμάτων και είχε έρθει στην Ελλάδα (1898, 1901, 1907,1908) και το 1919 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής

Τον Σεπτέμβριο του 1886 γνωρίστηκε με την μαντάμ Αρμάν ντε Καγιαβέ, της οποίας το “σαλόνι” αποτελούσε το κέντρο της φιλολογικής ζωής του Παρισιού και μερικά χρόνια αργότερα χώρισε την έως τότε σύζυγό του, η οποία θεωρούσε ότι ο Φρανς την “παραμελούσε” και ξόδευε υπερβολικά ποσά σε βιβλία.

Το 1895 εξέδωσε ένα βιβλίο αφορισμών του με τίτλο “Le Jardin d’ Epicure”, μέσα στο οποίο εξέφραζε με την μεγαλύτερη ένταση τον αστικό σκεπτικισμό και ηδονισμό, που διέπνεε την Γαλλική κουλτούρα της εποχής αλλά εν γένει και το υπόλοιπο συγγραφικό έργο του ιδίου.

Από την άνοιξη του 1893 άρχισε να γράφει άρθρα κοινωνικής κριτικής στην “Ηχώ του Παρισιού” με τίτλο “Οι γνώμες του κυρίου Ζερόμ Κουανιάρ”, μέσα από τα οποία ασκούσε αυστηρή κριτική στους θεσμούς και εκδήλωνε συμπάθεια για τον κοινό καθημερινό άνθρωπο. Οι μέσα από τα άρθρα αυτά επιθέσεις του κατά της Εκκλησίας, του στρατού, της Δικαιοσύνης και των ανάλγητων μορφωμένων, τον έκαναν σύντομα να αποκτήσει σοβαρή πολιτική διάσταση, το δε έτος 1896 έγινε δεκτός στην Γαλλική Ακαδημία και λίγο μετά προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Έγραψε πολλά ακόμα βιβλία με πιο σημαντικά τα “Οι Θεοί διψούν” (“Les Dieux ont soif”, 1912), “Η ανταρσία των αγγέλων” (“La Revolte des anges”, 1914) και μία βιογραφία της Ζαν ντ’ Αρκ (1908). Εξαιτίας του αντιθεοκρατικού πνεύματος των έργων του, τα βιβλία του Φρανς μπήκαν στην λίστα (“Index”) απαγορευμένων βιβλίων της Καθολικής Εκκλησίας.

Το 1920 νυμφεύθηκε την κατά 27 χρόνια νεότερή του Έμμα Λαπρεβότ, πρώην καμαριέρα της μαντάμ Αρμάν ντε Καγιαβέ, το 1921 ταξίδεψε στην Στοκχόλμη όπου του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας και την επόμενη χρονιά δημοσίευσε στην “Ουμανιτέ” τον “Χαιρετισμό προς τα Σοβιέτ”, για να χάσει όμως όλες τις ψευδαισθήσεις του λίγο αργότερα όταν οι Γάλλοι διανοούμενοι καταγγέλθηκαν ως “ανεπιθύμητοι ερασιτέχνες” από το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Μόσχα.

Πέθανε στο Παρίσι στις 12 Οκτωβρίου 1924. Το σύνολο των έργων του εκδόθηκε κατά την περίοδο 1925 – 1935 σε 25 τόμους.

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου