«Το σημερινό παγκόσμιο διακύβευμα δεν φέρνει πλέον αντιμέτωπους τους συντηρητικούς με τους μεταρρυθμιστές, τη δεξιά με την αριστερά, τους φτωχούς με τους πλούσιους, τους ορθολογιστές με τους παράλογους. Το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων ανθρώπων σήμερα συνοψίζεται στην αναγκαιότητα επιλογής ανάμεσα στο “όλοι εμείς” και το “κανένας”».
Με αυτά τα λόγια έκλεινε την ομιλία υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών ο Έλληνας στοχαστής Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, στις 26 Οκτωβρίου 2025. Συμπύκνωναν, κατά κάποιον τρόπο, μια ζωή αφιερωμένη στην αποκωδικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, την ανάδειξη της κυριαρχίας του ατομικισμού στις δυτικές κοινωνίες και την έκκληση για συλλογικότητα. Αυτό το «όλοι εμείς» ήταν στα μάτια του απαραίτητο για την αντιμετώπιση μιας κρίσιμης πρόκλησης: της κλιματικής αλλαγής, την οποία τοποθετούσε πλέον στο επίκεντρο των προβληματισμών του και για την οποία ετοίμαζε ένα βιβλίο.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει. Έφυγε από τη ζωή στις 18 Αυγούστου στην Αθήνα, μετά από μακρά ασθένεια.
Γεννημένος στις 5 Αυγούστου 1937 στην ελληνική πρωτεύουσα, ήταν εγγονός καθηγητή Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και γιος του Άγγελου Τσουκαλά, δικηγόρου και πολιτικού, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα Φιλελευθέρων, δήμαρχος Αθηναίων με τη στήριξη της ΕΔΑ, και στη συνέχεια υπουργός Δικαιοσύνης από το 1970 έως το 1973, επί στρατιωτικής χούντας.
Ξεκινώντας τις σπουδές του, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ακολούθησε επίσης τον δρόμο της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όταν όμως έφυγε στο εξωτερικό, στράφηκε προς τη φιλοσοφία του δικαίου και την κοινωνιολογία. Χαϊδελβέργη, Μόναχο, Παρίσι και Γέιλ: αυτά ήταν τα πανεπιστήμια στα οποία φοίτησε. Το 1971 ανακηρύχθηκε διδάκτορας Φιλολογίας και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Παντεόν-Σορμπόν (Panthéon-Sorbonne).
Στην πραγματικότητα, είχε εγκαταλείψει τη χώρα το 1968, ενώ την Ελλάδα κυβερνούσαν οι συνταγματάρχες μετά το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 (το οποίο είχε υποκινηθεί από τη CIA) και οι οποίοι παρέμειναν στην εξουσία έως τον Ιούλιο του 1974. Ο Τσουκαλάς αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όπου δίδαξε ως καθηγητής κοινωνιολογίας από το 1968 έως το 1985. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δίδαξε στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, όπως εξηγεί στη Libération ο πρόεδρος της Ακαδημίας, Νικηφόρος Διαμαντούρος, «ήταν στενά συνδεδεμένος με τη Γαλλία. Όλο το έργο του αντικατοπτρίζει την παρουσία του εκεί».
Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον Πιερ Μπουρντιέ, τον Λουί Αλτουσέρ, αλλά και τον Νίκο Πουλαντζά, τον Ελληνογάλλo μαρξιστή φιλόσοφο και κοινωνιολόγο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παρίσι-8. Για τον Νικηφόρο Διαμαντούρο, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπήρξε «ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες στοχαστές. Η απώλειά του είναι ιδιαίτερα μεγάλη για τον πνευματικό κόσμο, καθώς η σκέψη του αγκάλιαζε πλήθος πεδίων — κοινωνιολογικό, πολιτικό, φιλοσοφικό…».
Η βουλευτής της Νέας Αριστεράς και καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Σία Αναγνωστοπούλου, προσθέτει: «Ο στοχαστής αυτός ανέλυσε ιδιαίτερα τη Μεταπολίτευση. Είδε πώς η καταναλωτική προσταγή και ο ατομικισμός διείσδυσαν τότε στην κοινωνία. Πρότεινε εργαλεία αντιστάσεων σε αυτή την κυριαρχία του καταναλωτισμού και του ατομικισμού, προκειμένου να οικοδομηθεί ένα περισσότερο συλλογικό πνεύμα στην Ελλάδα.»
«Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη»: Ισότιμες ιδέες;
Από την πλευρά της, η ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Αλεξάνδρα Κορωναίου υπογραμμίζει ότι «η μεγαλύτερή του προσφορά ήταν πως έθεσε το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως, ήταν ο πρώτος που ανέλυσε τους μηχανισμούς της εξουσίας. Στο βιβλίο του Η Ελλάδα από την ανεξαρτησία έως τους συνταγματάρχες, αναλύει τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ρίζες της νεότερης ελληνικής ιστορίας που οδήγησαν στη στρατιωτική δικτατορία. Στη συνέχεια, συνέχισε να αναλύει το κράτος και τη λειτουργία του, μιλώντας για “πολιτική διαφθορά”, δείχνοντας δηλαδή πώς το χρήμα χρησιμοποιείται για τη διαφθορά των πολιτικών ελίτ».
Ωστόσο, ένα από τα βιβλία που ο ίδιος ο Τσουκαλάς θεωρούσε από τα σημαντικότερα του έργου του ήταν Ο αόρατος Λεβιάθαν, με υπότιτλο «Δημοκρατία, δικαιοσύνη και ηθική στην εποχή της κρίσης» (εκδόσεις Πόλις). Σε αυτό περιγράφει τους μηχανισμούς «μιας απρόσωπης, πανταχού παρούσας και παντοδύναμης εξουσίας που διαφεύγει κάθε ελέγχου και της οποίας τους κανόνες ο άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει», εξηγεί η Αλεξάνδρα Κορωναίου.
Μήπως αυτή η σκέψη ήταν επίσης αποτέλεσμα της πολιτικής του δράσης; Το 2015 εξελέγη βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ, το αριστερό κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα. Μετά από αυτή την εξάμηνη εμπειρία, η οποία διακόπηκε σύντομα λόγω της προκήρυξης νέων εκλογών μετά τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν έθεσε εκ νέου υποψηφιότητα και επέστρεψε στην κριτική ανάλυση της κοινωνίας.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Εφημερίδα των Συντακτών τον Ιανουάριο του 2026, ανέλυε διεξοδικά τον «νεοφιλελευθερισμό», ο οποίος «οδηγεί σε μετάλλαξη των εσωτερικών σχέσεων μεταξύ των τριών δήθεν φιλελεύθερων ιδεών […] : ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη». Για τον ίδιο, «ενώ άλλοτε ήταν ισότιμες μεταξύ τους, χωρίς να μπορεί η μία να υποταχθεί στην άλλη, πλέον είναι η ιδέα της ελευθερίας που υπερισχύει όλων των άλλων».
Αυτό οδηγούσε σε έναν οξυμένο ατομικισμό. Από αυτό αντλούσε το εξής συμπέρασμα: «Ακόμη κι αν η ανθρωπότητα σωθεί από τον κατακλυσμό της περιβαλλοντικής κρίσης, δεν γνωρίζουμε ποια ανθρωπότητα θα μπορέσει να επιβιώσει». Απηύθυνε, ως εκ τούτου, έκκληση για μια συλλογική αφύπνιση. Μια σκέψη που -τη στιγμή που η Ελλάδα και η Ευρώπη παραδίδονται στις φλόγες- αναμφίβολα αξίζει να αναλογιστούμε.
(Πηγή: liberation.fr)
πηγη:https://www.koutipandoras.gr


