Εισαγωγή στο βιβλίο Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του (Εκδόσεις Θύραθεν, 2005). Ο Ζήσης Σαρίκας είναι μεταφραστής και συγγραφέας.
Δημοσιεύθηκε την
Αν εξαιρέσουμε κάποια ήσσονος σημασίας άρθρα και συμπιλήματα, ο Γερμανός φιλόσοφος Max Stirner (1806-1856) έγραψε ένα και μοναδικό ογκώδες βιβλίο, που φέρει τον πρωτότυπο και προκλητικό τίτλο Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του (1844)- Ορθά παρομοιάστηκε το βιβλίο αυτό με «κομήτη»: έλαμψε για λίγο έντονα στο ευρωπαϊκό πνευματικό στερέωμα, δέχτηκε δριμείες κριτικές (με σημαντικότερη εκείνη των Karl Marx και Friedrich Engels στη Γερμανική ιδεολογία). εξαφανίστηκε και επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, χάρη στη βιογραφία του Stirner που έγραψε ο Γερμανός (παρά το όνομά του) αναρχικός John Henry Mackay και στην αίγλη που εξέπεμπαν διεθνώς τα έργα του Friedrich Nietzsche (ο Stirner θεωρήθηκε ένας από τους πιθανούς προδρόμους του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου). Έκτοτε η παρουσία του είναι πιο σταθερή, αφού έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει γίνει αντικείμενο ακαδημαϊκής ενασχόλησης και εξακολουθεί, ιδίως, να συζητιέται σε ριζοσπαστικούς κύκλους πολιτικής σκέψης και δράσης και σε περιόδους έντονων πολιτικών ζυμώσεων όπως π.χ. ο Μάης του 1968. Γενικά, το βιβλίο αυτό αποτελεί εκ βάθρων κριτική και απόρριψη, όχι μόνο διαφόρων παραδοσιακών φιλοσοφικών αντιλήψεων, της θρησκευτικής σκέψης και πράξης στο σύνολό της, της ηθικής και των διαφόρων ανθρώπινων θεσμών (.με πρώτο και καλύτερο το κράτος), αλλά και πολιτικών ιδεών και πραγματικοτήτων όπως η κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο φιλελευθερισμός, ο κομουνισμός και ο αναρχισμός (πιο συγκεκριμένα, εκείνος του Proudhon).
Ήδη από τον τίτλο του, το βιβλίο αυτό θέλει να τονίσει ότι το άτομο, το εγώ, κάθε μεμονωμένο εγώ, είναι μοναδικό και δεν μπορεί να αναχθεί ούτε πρέπει να καθορίζεται από καμιά κοινωνική, πολιτική ή θρησκευτική διάσταση: «τοποθετεί την υπόθεσή του στο τίποτε». Ως τέτοιο, μπορεί να θεωρεί, δικαιωματικά, όλα τα υπόλοιπα πράγματα, τον κόσμο και τους ανθρώπους, «ιδιοκτησία» του. Ο «μοναδικός» πρέπει να χρησιμοποιεί και να αναλώνει κατά βούληση τους ανθρώπους και τα πράγματα, προκειμένου να ζει τη ζωή του πλήρως και μέχρι τέλους, να «απολαμβάνει τον εαυτό του».
Το εγώ είναι λοιπόν για τον Stirner η πρώτη αρχή, την οποία όμως δεν μπορούμε να ορίσουμε γιατί βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία «ροής και διάλυσης» ή, μ’ άλλα λόγια, σε πλήρη απροσδιοριστία. Αν προσπαθήσουμε να το σκεφτούμε (και συνεπώς να το ορίσουμε), του στερούμε ακριβώς τη μοναδικότητα του, εφόσον, θέλουμε δεν θέλουμε, θα το κλείσουμε μέσα σε κάποιο ευρύτερο πλαίσιο, σε κάποια γενική ουσία ή καθορισμό. Το μοναδικό εγώ εκφράζει ποιοι είμαστε (ο καθένας από μας) και όχι τι έχουμε από κοινού, τι μας χαρακτηρίζει από κοινού (τι είμαστε)· είναι φθαρτό και πεπερασμένο και βγαίνει μέσα από ένα δημιουργικό μηδέν, στο οποίο κάθε τόσο επιστρέφει.
Ο μοναδικός κινείται, λοιπόν, μέσα στον κόσμο σύμφωνα με το απόλυτο συμφέρον και την ιδία θέλησή του· θεσμισμένες έννοιες όπως γενική θέληση, γενικό συμφέρον, καλό του συνόλου κτλ. είναι ψευδείς και αλλοτριωτικές. Το χαρακτηριστικό του μοναδικού είναι η κυριότητα (μια μορφή ουσιαστικής ατομικής αυτονομίας και αυτοελέγχου), την οποία διαθέτει πάντα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη κι όταν είναι δούλος ή υφίσταται βασανιστήρια. Σε αντίθεση με την κυριότητα, η πολυδιαφημισμένη, ιδίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ελευθερία είναι για τον Stirner έννοια περιορισμένου βεληνεκούς, καθώς γι’ αυτόν σημαίνει απλώς «ελευθερία από κάτι». Όσο πιο ελεύθεροι γινόμαστε, τόσο περισσότερους καταναγκασμούς ανακαλύπτουμε. Όσο για την «εσωτερική ελευθερία», την οποία μπορεί να έχει ακόμη κι ένας δούλος, όπως υποστήριζαν ήδη από την αρχαιότητα οι στωικοί φιλόσοφοι, δεν είναι παρά φενάκη.
Η έκταση και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να εφαρμόσει την κυριότητά του ο μοναδικός και να χρησιμοποιήσει και να αναλώσει την ιδιοκτησία του εξαρτώνται από την ποσότητα της δύναμής του, η οποία ποικίλει, προφανώς, από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η δύναμη αυτή συνιστά και το μόνο δικαίωμα του ατόμου, το οποίο δεν πρέπει να αναγνωρίζει ή πρέπει να απορρίπτει ως απάτη κάθε άλλο θεσμισμένο δικαίωμα, υποχρέωση ή καθήκον, όπως είναι τα λεγάμενα «ανθρώπινα δικαιώματα» ή τα πάσης φύσεως «ιερά και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα». Επομένως, οι άνθρωποι είναι εξ ορισμού άνισοι και η έννοια της ισότητας, της ίσης κατανομής του πλούτου άλλη μια αυταπάτη, ένα πέπλο που σκεπάζει τις πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις, κι ένας πλήρως ανεδαφικός και ουτοπικός στόχος. Έτσι, ο Stirner αντιστρέφει πλήρως την άποψη του Γάλλου αναρχικού στοχαστή Pierre-Joseph Proudhon ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή»: δεν νοείται «μοναδικός» δίχως ιδιοποίηση, ιδιοκτησία (ανάλογη με τη δύναμή του), άρα ο μοναδικός είναι «εξ ορισμού κλέφτης». Η ιδιοκτησία είναι κάτι που κατακτάται και αποκτάται συνεχώς, κάτι που χάνεται και βρίσκεται συνεχώς, άρα δεν υπάρχουν κατοχυρωμένα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα οποία απολαμβάνουν κάποιοι λόγω καταγωγής, κοινωνικής τάξης, συγκυριών κτλ.
Η έννοια της κυριότητας, της ατομικής αυτονομίας, δεν μπορεί να συνδυαστεί σε καμιά περίπτωση με την έννοια της υποχρέωσης ή του καθήκοντος – παρά τις αντίθετες προσπάθειες που έγιναν και γίνονται από εκείνους που ανήκουν στην παράδοση της θεωρίας του «κοινωνικού συμβολαίου». Η αυτονομία του ατόμου δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανέναν εξωτερικό καταναγκασμό, νόμο και δέσμευση, και έχει ως πρότυπο την αυτονομία του Θεού, που «δεν υπηρετεί κανένα ανώτερο πρόσωπο». Επίσης, δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανέναν εσωτερικό καταναγκασμό· αντιδιαστέλλεται προς κάθε στενό, περιορισμένο, μονόπλευρο εγωισμό, όπως π.χ. εκείνον του φιλάργυρου. Οι πράξεις του τελευταίου είναι σαφώς ιδιοτελείς και συμφεροντολόγες· ζει για να εκπληρώσει έναν και μοναδικό σκοπό, τη συγκέντρωση πλούτου, που απορροφά ή παραγκωνίζει όλους τους άλλους. Το άτομο όμως είναι, κατά τον Stirner, μεταξύ άλλων, ένα σύνολο σκοπών και επιθυμιών, και δεν πρέπει να αφήνει κανέναν τέτοιο σκοπό ή επιθυμία να «αυτονομείται» και να γίνεται κύριός του. Ο φιλάργυρος είναι δούλος μιας επιθυμίας του, άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομος, κυρίαρχος του εαυτού του.
Αφού ο Stirner απορρίπτει κάθε έννοια υποχρέωσης ή καθήκοντος για το άτομο, είναι λογικό να θεωρεί τη θρησκεία και την ηθική κυρίους που απαιτούν από το άτομο να θυσιάσει την αυτονομία του για έναν «ξένο σκοπό». Σημαίνει αυτό ότι ο εγωιστής, ο μοναδικός, είναι ανήθικος; Όχι, βρίσκεται μάλλον «πέρα από το καλό και το κακό», όχι όμως με τη μεταγενέστερη έννοια του Nietzsche, που ζητούσε μια «επαναξιολόγηση» όλων των αξιών, αλλά με την έννοια ότι δέχεται την ύπαρξη, και υποστηρίζει την επιδίωξη, μη ηθικών αγαθών, δηλαδή αγαθών που δεν εμπεριέχουν υποχρεώσεις προς τους άλλους, αγαθών όχι ετεροκαθοριζόμενων αλλά αυτοκαθοριζόμενων. Δυστυχώς, ο Stirner δεν επιμένει περισσότερο στη διαύγαση αυτού του αυτοκαθορισμού και της αντιπαράθεσής του προς την ηθική, με αποτέλεσμα να αφήνει τη θεωρία του ανολοκλήρωτη. Ωστόσο, ένα παράδειγμα μπορεί να βοηθήσει κάπως στην προσέγγιση της σύλληψής του. Εξετάζοντας τη συμπεριφορά και τις πράξεις του θανάσιμα εκκεντρικοί) αυτοκράτορα της Ρώμης Νέρωνα, τόσο ο στιρνερικός εγωιστής όσο και οποιοσδήποτε μοραλιστής θα συμφωνούσαν ότι ήταν κατά πρώτο λόγο ιδιοτελείς και κατά δεύτερο απαράδεκτες. Ο μοραλιστής όμως τις θεωρεί απαράδεκτες επειδή ήταν ιδιοτελείς, επειδή δηλαδή ήταν ανήθικες, καθώς δεν περιείχαν ούτε καθορίζονταν από καμιά υποχρέωση προς τους άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, ο εγωιστής, που υποστηρίζει την ιδιοτέλεια, τις κρίνει απαράδεκτες επειδή αποδείκνυαν ότι ο Νέρωνας ήταν δούλος, αιχμάλωτος κάποιων επιθυμιών του, που καταργούσαν την προσωπική του αυτονομία και αυτοέλεγχο και τον είχαν καταστήσει ον «κατεχόμενο». Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως στην ένσταση ότι όλοι οι σύγχρονοι (και οι σημερινοί) άνθρωποι είναι στην ουσία ιδιοτελείς, εγωιστές, ο Stirner Θα είχε να απαντήσει πως ο εγωισμός τους είναι «αθέλητος», δηλαδή όχι πλήρης και συνειδητοποιημένος. Οι άνθρωποι της νεωτερικής εποχής δεν είναι τόσο εγωιστές όσο χρειάζεται, διότι το φόβητρο της ηθικής εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τα κεφάλια τους, έστω κι αν την παραβαίνουν, έστω κι αν δεν μπορούν να την υποστηρίξουν αυστηρά. Επιπλέον, οι εγωιστικές τους πράξεις είναι φυλακισμένες μέσα στους φραγμούς που θέτουν η θρησκεία, η ηθική, το κράτος, η οικογένεια κτλ., δηλαδή δομές ανεξαρτητοποιημένες και πανίσχυρες: συνεπώς, οι πράξεις τους είναι ετεροκαθοριζόμενες και απλώς «επιτρεπτές» από τους Θεσμούς και τους νόμους, δηλαδή μη προερχόμενες από ιδία θέληση.
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η κυριότητα του μοναδικού δεν μπορεί να συμβιβαστεί με παραπλανητικές αλλά καθιερωμένες και «καθαγιασμένες» τάξεις πραγμάτων, μορφές οργάνωσης, θεσμούς και ιδέες όπως το κράτος, ο λαός, η πατρίδα, η οικογένεια, η ανθρώπινη ιδιότητα, η κοινωνική τάξη, κάθε κοινότητα και ομάδα, η γλώσσα κτλ. Ιδεολογίες και πραγματικότητες όπως ο εθνικισμός, ο πατριωτισμός, ο φυλετισμός κτλ. είναι αλλοτριωτικές και απολύτως ασυμβίβαστες με την έννοια του μοναδικού, καθώς εδραιώνουν δεσμούς, δεσμεύσεις και καθήκοντα εντελούς ανεξάρτητα από τη θέλησή του και υπονομευτικά της κυριότητας του.
Όσον αφορά στο κράτος, ο Stirner το αποκαλεί θηρίο και μηχανή μαζί, Θεό και διάβολο. Ο μοναδικός είναι για πάντα αντίπαλος και ξένος προς μια-μια τέτοια δομή, που απαιτεί την υποταγή και τον περιορισμό του και επιβάλλει την εξημέρωση και τη δουλεία του, καθώς η ατομική αυτονομία του είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε υποταγή στον νόμο και πολιτική υπακοή. Απ’ αυτή την άποψη, ακόμη και η περιβόητη αθηναϊκή δημοκρατία δεν διαφέρει, κατά τον Stirner, από οποιαδήποτε γνωστή μορφή κράτους. 0 δήμος, το σώμα των Αθηναίων πολιτών, η πόλις-κράτος είχε αυτονομηθεί και απαιτούσε απλώς την υπακοή του ατόμου. την αποποίηση της αυτονομίας του. Γι’ αυτό επινοήθηκε ο οστρακισμός, που ήταν η νομιμοποιημένη αποπομπή των ανεπιθύμητων ατόμων (αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως λίγο αργότερα ο Nietzsche υποστηρίζει, σε ένα από τα πρώιμα κείμενά του, ότι ο οστρακισμός ήταν θετικό φαινόμενο: όταν ένα άτομο ξεπερνούσε, χάρη στις ικανότητες του, όλα τα άλλα και γινόταν συνεπώς επικίνδυνο, παραμεριζόταν, χάρη σ’ αυτό τον θεσμό, από την κοινότητα, «προκειμένου να ξαναρχίσει το παιχνίδι των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων»). 0 Σωκράτης ήταν, κατά τον Stirner, «τρελός» που παραχώρησε στους Αθηναίους το δικαίωμα να τον καταδικάσουν. Δεν άκουσε τις παραινέσεις των μαθητών του να το σκάσει, έμεινε στη φυλακή και ήπιε τελικά το κώνειο, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ήταν «κορόιδο», θύμα της ιδεοληψίας του ότι δεν ήταν άτομο αλλά μέλος μιας κοινότητας. (Εξίσου κορόιδο φάνηκε και ο Χριστός, που άφησε να τον σταυρώσουν, τη στιγμή που είχε πετύχει ήδη τον κλονισμό και μάλιστα την ανατροπή του εθνικού, δηλαδή του μη χριστιανικού, κατεστημένου). Αντίθετα, ο μαθητής του Σωκράτη Αλκιβιάδης, ένας «ιδιοφυής μηχανορράφος», απέδειξε πως ήταν αληθινός εγωιστής, μοναδικός, καθώς σε καμιά περίπτωση δεν επέτρεψε στους Αθηναίους να τον κρίνουν ή να τον καταδικάσουν ως σώμα (γι’ αυτό και το έσκασε για να αποφύγει τη δίκη με την κατηγορία της συνενοχής στον ακρωτηριασμό των Ερμών).
Για τον Stirner, τέλος, αυτό που ονομάζεται έγκλημα, δεν αφορά άμεσες σχέσεις μεταξύ ατόμων: ο εγκληματίας δεν τιμωρείται από άτομα για πράξεις που έκανε σε βάρος τους, αλλά από το κράτος για πράξεις που παρέβησαν κάποια θεσπισμένη, παγιωμένη, καθαγιασμένη ιδέα. Η συζυγική απιστία π.χ. δεν θα ήταν έγκλημα αν δεν ήταν καθαγιασμένος και αναμφισβήτητος ο θεσμός του γάμου. Επομένως, το έγκλημα δεν θα υπήρχε όπως είναι σημασιοδοτημένο μέχρι σήμερα, αν οι άνθρωποι ενεργούσαν ως μοναδικοί και έκριναν τις πράξεις τους μόνο σε σχέση με τον αντίκτυπο τους στα συμφέροντα των ατόμων και όχι στα πάσης φύσεως «ιερά» πράγματα. Η παράβλαψη του άλλου θα εξακολουθούσε όμως να υπάρχει, και εφόσον δεν θα υπήρχαν κανόνες για να επιλυθούν οι συγκρούσεις μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων των «μοναδικών», ούτε άλλοι καταναγκασμοί εκτός από την αυτονομία του καθενός. δεν θα μπορούσαν να αποκλειστούν η αιμομιξία, η παιδοκτονία, η δολοφονία κτλ. Μόνον η «ικανοποίησή μου», λέει ο Stirner, «αποφασίζει για τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους».
Η προσπάθεια του Stirner να αποχωρίσει τον μοναδικό από κάθε ιερή (καθαγιασμένη) και παγιωμένη μορφή οργάνωσης, θεσμό και ιδέα σημαίνει ότι τον αντιλαμβάνεται σαν ένα ον απολύτους μοναχικό; Όχι. Ο Stirner δηλώνει ότι πρωταρχική και «φυσική» κατάσταση του ανθρώπου είναι η κοινωνία και η ιστορική σχέση των δύο είναι όμοια μ’ εκείνη του παιδιού με τη μητέρα του. Το παιδί, αρχικά αχώριστο από τη μητέρα του, επιζητά στη συνέχεια ένα λιγότερο αποπνικτικό περιβάλλον, που το βρίσκει στο δρόμο, στα παιχνίδια με τους συνομηλίκους του. Αν η μητέρα πασχίσει να το κρατήσει στην παλιά κατάσταση, καταστρέφει την ατομικότητα και την αυτονομία του και ανακόπτει την ωρίμανσή του: το ίδιο πράγμα κάνει ούτως ή άλλως η κοινωνία, η οποία από την πρώτη στιγμή της σύστασης της τείνει να αυτονομηθεί και να επιβάλλει δεσμεύσεις, δηλαδή την κυριαρχία της, στο άτομο. Καμιά από τις μέχρι τούδε κοινωνίες δεν έχει ξεφύγει, κατά τον Stirner, απ’ αυτόν τον κανόνα. Όλες στηρίζονται σε σχέσεις «ανήκειν» και όχι σε σχέσεις «ενώνεσθαι». Γι’ αυτό ο Stirner προτείνει να αντικατασταθεί η κοινωνία των μελών που ανήκουν σ’ αυτήν από την ένωση ή τον συνασπισμό των εγωιστών, οι οποίοι ενώνονται δίχως να ξεχνούν ή μάλλον συνεχίζοντας να επιδιώκουν το προσωπικό συμφέρον τους, δίχως καμιά υποταγή του ενός στον άλλο, δίχως καμιά δέσμευση απέναντι στο σύνολο που απαρτίζουν. Εν ονόματι της ατομικής αυτονομίας, της κυριότητας, η ένωση αυτή θα είναι απολύτως χαλαρή και ρευστή, ανά πάσα στιγμή υποκείμενη σε έλεγχο, αναδιαμόρφωση, κατάργηση, επαναδημιουργία, καθώς ανά πάσα στιγμή θα τείνει, όπως κάθε μορφή ανθρώπινης κοινωνίας, να απολιθωθεί, να καθαγιαστεί και να υποσκελίσει τελεσίδικα το άτομο. Για να το πετύχουν αυτό τα μοναδικά άτομα, θα πρέπει να έχουν απορρίψει οποιαδήποτε έννοια αυτοθυσίας και να βρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση εξέγερσης (έννοια την οποία αντιπαραθέτει ο Stirner στην ανεπαρκή, κατά τη γνώμη του, επικίνδυνη και ατελέσφορη από μόνη της έννοια και πρακτική της επανάστασης). Μέσα στην ένωση, που δεν θα είναι αυτοσκοπός ούτε θα θέτει για τα άτομα ως καθήκον την πραγματοποίηση κάποιου γενικού σκοπού (π.χ. τη γενική ευημερία, την ισότητα κτλ.), θα διεξάγεται ένας «πόλεμος όλων εναντίον όλων», καθώς τα άτομα θα αγωνίζονται μεταξύ τους για την «ιδιοκτησία» ανάλογα με την ποσότητα της δύναμής τους.
Μια από τις πρώτες ενστάσεις σ’ αυτή τη θεωρία του Stirner για την ένωση ήταν εκείνη του αριστερού εγελιανού Moses Hess, ο οποίος αντέτεινε ότι όλες οι κοινωνίες μέχρι τώρα δεν ήταν στην ουσία παρά παρόμοιες «ενώσεις» ή «συνασπισμοί» εγωιστών, που απέβλεπαν και κατέληγαν στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της πρότασης, για τον Stirner δεν τίθεται θέμα «εκμετάλλευσης», εφόσον γι’ αυτόν δεν τίθεται και θέμα «ισότητας»: οι δύο όροι είναι μάλλον άστοχοι και υπάρχουν μόνο διαφορές δύναμης και ιδιοκτησίας. Όσο για το πρώτο, η απάντησή του είναι ευνόητη: καμιά κοινωνία μέχρι τώρα δεν ήταν ένωση εγωιστών, δηλαδή αποφενακισμένων ατόμων, ατόμων που θα είχαν προβεί προηγουμένως σε μια απομυθοποίηση των πάντων και θα είχαν απαλλαγεί από κάθε είδος αυταπάτης, μην αναγνωρίζοντας πουθενά κάτι ιερό και απαραβίαστο. Αντίθετα, αποτελούνταν από άτομα που μπορεί να επιδίωκαν το: προσωπικά τους συμφέροντα, πάντα όμως κάτω από την αιγίδα και την «αστυνομική» επιστασία του συνόλου-κοινωνίας που είχαν δημιουργήσει και αφήσει να αυτονομηθεί τα ίδια: δεν ήταν αποφενακισμένα άτομα, αλλά κατεχόμενα από παγιωμένες, καθαγιασμένες ιδέες και πραγματικότητες. Όλοι οι άνθρωποι ήταν μέχρι τώρα έτσι; -είναι το επόμενο ερώτημα. Όχι. Αν η ένωση των εγωιστών ή μοναδικών είναι ένα πρόταγμα για το μέλλον, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν μοναδικοί στις μέχρι τούδε μορφές κοινωνίας, δηλαδή ετερόνομης συνύπαρξης των ατόμων. Τα άτομα αυτά ήταν βέβαια εξαιρέσεις, ωστόσο υπήρχαν. Τέτοιος «μοναδικός» ήταν π.χ. ο Αλκιβιάδης. 0 μοναδικός που ζει μέσα σε μια ετερόνομη κοινωνία δεν τρέφει αυταπάτες, επιδιώκει το προσωπικό του συμφέρον, προσπαθεί να αποφύγει κάθε δέσμευση. Επειδή όμως ζει κ. αυτός μέσα στο βασίλειο καταπιεστικών, παντοδύναμων θεσμών, το μόνο όπλο του είναι να ιούς «ξεγελάσει», να τους χρ7|οιμοποιήυει, δηλαδή, όσο γίνεται, προς ίδιον όφελος. Γι’ αυτό, και σ’ αυτό το επίπεδο, είναι ορθός ο χαρακτηρισμός του βιβλίου του Stirner ως ιδιότυπου «οδηγού επιβίωσης μέσα στον καπιταλισμό».
Από τα παραπάνω δεν θα έπρεπε πάντως να βγει το συμπέρασμα ότι ο «μοναδικός» είναι ερημίτης ή ασκητής. Συνάπτει κι αυτός σχέσεις (π.χ. φιλικές ή επαγγελματικές), ποτέ όμως δεν παραδίνεται σ’ αυτές, δεν αφήνει να τον ορίσουν, δεν θυσιάζει το συμφέρον του για χάρη τους. Ίσα ίσα, τις χρησιμοποιεί για την απόλαυσή του. Οι σχέσεις του χαρακτηρίζονται από προσωρινότητα και διαρκή αμφισβήτηση, διότι μέριμνά του είναι να αξιολογεί και να αξιοποιεί τον εαυτό του με βάση την αποκλειστικότητά του και όχι τις σχέσεις του. Μπορεί να αγαπάει (φιλικά ή ερωτικά) κάποιον ή κάποιαν, απεχθάνεται όμως τη ρομαντική ή αλτρουιστική αγάπη, την παράδοση στον άλλο, τη θυσία δηλαδή του εαυτού του. Αγαπάει μόνο στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς. Παρόμοια με τη ρομαντική αγάπη, έννοιες όπως φιλανθρωπία, οίκτος, αλληλεγγύη εκφράζουν, κατά τον Stirner, τυπικές μορφές αυτοαλλοτρίωσης και αυτοπροδοσίας.
Stirner και Feuerbach
Το βιβλίο του Stirner αποτελεί έντονη κριτική και ανασκευή του opus magnum του Γερμανού νεοεγελιανού φιλόσοφου Ludwig Feuerbach Η ουσία του Χριστιανισμού (1841). Αυτός είχε προσπαθήσει να καταρρίψει τη θεολογική και εγελιανή άποψη περί Θεού και απόλυτου πνεύματος υπογραμμίζοντας τον ανθρώπινο χαρακτήρα της θεϊκής ουσίας. Στη θέση του Θεού έβαλε τον άνθρωπο, την ανθρώπινη ουσία ή ιδιότητα, το διαγενικό ον, ελπίζοντας πως θα ξεμπέρδευε μια και καλή με κάθε υπερβατικότητα. 0 Stirner, όμως, υποστηρίζει, ορθά, πως αυτό δεν είναι παρά μια άλλη θεολογική προοπτική, καθώς ο άνθρωπος γενικά, το είδος, δηλαδή μια αφαίρεση, παρουσιάζεται σαν αληθινό και ουσιαστικό μας Είναι, ενώ το ατομικό (και πραγματικό) εγώ παρουσιάζεται σαν κάτι μη ουσιώδες. Άρα η κατάσταση του εγώ μένει κατά βάση η ίδια: αν δεν συνθλίβει πια τον άνθρωπο ο Θεός, τον συνθλίβει και του επιβάλλει τους νόμους του το είδος. Η θρησκευτική αλλοτρίωση έχει μετατραπεί σε ανθρώπινη αλλοτρίωση. Ο φοϋερμπαχικός άνθρωπος είναι μια γενικότητα, μια αφαίρεση και φορέας όλων των κατασταλτικών δυνάμεων, της ηθικής, της θρησκείας, των νόμων αντίθετα, το μοναδικό εγώ είναι το άλλο άκρο και επιζητά απλώς να πραγματοποιήσει τον εαυτό του στο μέτρο των δυνατοτήτων και ικανοτήτων του.
Stirner και Marx-Engels
Οι κριτικές που δέχτηκε ο Stirner αμέσως μετά την εμφάνιση του «μοναδικού» του βιβλίου -ήταν περισσότερες από τους επαίνους και προέρχονταν κυρίως από τους παλιούς ομοϊδεάτες του, τους εγελιανούς της αριστεράς, όπως τον Feuerbach, τον Hess και τον Bauer. Την πιο δυσμενή κρίση αντιπροσωπεύουν όμως oι Marx και Engels, το 1845-1846, με το βιβλίο τους Η Γερμανική Ιδεολογία, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε σε δύο φάσεις, το 1903-1904 και το 1932, και έμεινε συνεπώς για πάντα άγνωστο στον Stirner. Στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι το εγώ, ο εαυτός, η συνείδηση, η αυτοσυνειδησία είναι πράγματα κοινωνικά καθορισμένα και δεν μπορούν να εξεταστούν έξω από τα πλαίσια κάθε συγκεκριμένης εποχής και κοινωνικού περιβάλλοντος, οι Marx και Engels κατηγορούν τον Stirner ότι οι έννοιές του τού μοναδικού και της αυτοσυνειδησίας είναι κενές αφαιρέσεις, απλοϊκός υλισμός και συνάμα απενσαρκωμένος ιδεαλισμός. Απορρίπτουν επίσης την έννοια των μοναδικών για κάθε άνθρωπο συμφερόντων, των καθαρά ατομικών συμφερόντων (για αυτούς ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, άρα υπάρχει πάντα, έστω και διαστρεβλωμένο, κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «γενικό συμφέρον»). Υποστηρίζουν, βεβιασμένα και άστοχα είναι αλήθεια, ότι οι απόψεις του Stirner για την ιδιοκτησία τον καθιστούν εκπρόσωπο των Γερμανών μικροαστών, που μόνη τους λαχτάρα ήταν να γίνουν αστοί και να καρπωθούν τα προνόμια των τελευταίων. Τέλος, μέμφονται, ορθά από μια ορισμένη οπτική γωνία, τον Stirner για το ότι ανάγει τελικά όλες τις ανθρώπινες σχέσεις σε σχέσεις ωφελιμισμού και εκμετάλλευσης.
Είναι φανερό ότι άβυσσος χωρίζει τον Stirner από τους Marx και Engels. Οι δύο τελευταίοι αφήνονται όμως να παρασυρθούν από την ούτως ή άλλως συζητήσιμη πεποίθησή τους ότι «δεν καθορίζει η συνείδηση τη ζωή αλλά η ζωή τη συνείδηση» και βλέπουν την προάσπιση του μοναδικού από τον Stirner σαν μια απόπειρα πλήρους ανεξαρτητοποίησης του εγώ από τα κοινωνικο-ιστορικά δεδομένα. Παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι ο μοναδικός δεν είναι αλλά γίνεται. Γίνεται αυτό που είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Nietzsche. Γίνεται μοναδικός, όταν συνειδητοποιήσει και αντιληφθεί όλα τα φαντάσματα που τον κατατρύχουν (κοινωνία, θρησκεία, ανθρώπινη ιδιότητα, κράτος, έθνος, τάξεις κτλ.), τα οποία δεν έχουν κατεβεί από κάπου σαν από μηχανής θεοί, αλλά είναι, ασφαλώς, ανθρώπινα, ιστορικά κατασκευάσματα. Και κατόπιν προχωρά στη δημιουργική δραστηριότητα του (που μοιάζει μ’ αυτή του καλλιτέχνη) είτε ως μεμονωμένο άτομο είτε ενταγμένος σε μια ένωση εξίσου αποφενακισμένων μοναδικών ατόμων (στην περίπτωση που θα συ- ναποφασιστεί η ίδρυσή της). Μια δεύτερη ένσταση των Marx και Engels είναι ότι ο μοναδικός του Stirner, με τη συνείδηση και τη δημιουργικότητα του, μπορεί να αντιπροσωπεύει μια ριζική άρνηση του κατεστημένου, της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να αλλάξει την τάξη αυτή. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πετύχει μόνο η ανθρώπινη πράξη, η πράξη μιας συλλογικότητας (ομάδας, τάξης κτλ.), η οποία ξεκινά από τις πραγματικές συνθήκες ζωής και παροτρύνει τους ανθρώπους να τις αλλάξουν αποκαλύπτοντας τους τις κοινωνικές αντιφάσεις. 0 ισχυρισμός αυτός όμως θα ήταν απαράδεκτος για τον Stirner, καθώς δεν δεχόταν απριόρι κανενός είδους ομαδική δράση· επιπλέον (κι αυτή η παρατήρηση είναι δική μου), η συλλογική δράση έχει αποδείξει πάρα πολλές φορές στην ιστορία ότι δεν παρέχει καμιά εγγύηση για τη διαφύλαξη της αυτονομίας του ατόμου, πράγμα που είναι ακριβώς το ζητούμενο της θεωρίας του Stirner.
Stirner και Αναρχικοί
Μια από τις πιο ιδιόρρυθμες ταυτίσεις είναι εκείνη του Stirner με τους αναρχικούς, αν και ο ίδιος καταφέρεται στο βιβλίο του όχι μόνον εναντίον του σοσιαλισμού και του κομουνισμού αλλά και του αναρχισμού (ιδίως εκείνου του Proudhon). Η έναρξή της ανάγεται στον Friedrich Engels και στο βιβλίο του Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας (ι886), όπου εντάσσει τον Stirner στην ίδια κατηγορία με τον Proudhon και τον Bakunin. Η ταύτιση παγιώθηκε λίγο αργότερα από τον John Henry Mackay, και «επίγονοι» του Stirner και της θεωρίας του ονομάστηκαν ο Αμερικανός αναρχικός Benjamin Tucker, κάποιοι κύκλοι καλλιτεχνών και λογοτεχνών του «τέλους του αιώνα», ιδίως Γάλλοι, και, τέλος, ορισμένες «τρομοκρατικές» ομάδες αναρχικών που έδρασαν στη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1880, καθώς και διάφορες «γκανγκστερικές» συμμορίες της Αμερικής της δεκαετίας του 1920.
Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Stirner συμφωνεί με τους αναρχικούς στην απόρριψη κάθε καθαγιασμένης αυθεντίας (θρησκευτικής, πολιτικής ή, ευρύτερα, κοινωνικής), στην άρνηση του κράτους ως μέσου κυριαρχίας, εδραίωσης της κοινωνικής τάξης και επιβολής του δικαίου στα μέλη του (ενός δικαίου που καθορίζει με τη βία και με αυστηρούς κανόνες την ατομικότητά τους και τη δράση τους) και στη μη παραδοχή των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Οι αναρχικοί όμως πιστεύουν στην κοινωνική δράση και την επανάσταση και τονίζουν ότι, αν μέσω αυτής συντριβούν το κράτος και οι μηχανισμοί του, αν αρθούν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της θρησκείας και της παγιωμένης, αμετακίνητης ηθικής, καθώς και κοντόφθαλμες ιδεολογίες όπως π.χ. ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός, αν τέλος καταργηθεί η ιδιοκτησία ως εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν δυνατότητες κρυμμένες ή φιμωμένες μέχρι τώρα και να φτιάξουν μια κοινωνική οργάνωση δίχως αυθεντίες και διακυβέρνηση εκ των άνω, στηριγμένη στην αυτονομία, την αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία. Το πρόταγμα αυτό ερείδεται στις εξής πεποιθήσεις: α) ότι ο άνθρωπος είναι, όπως είπε ο Bakunin, βαθύτατα κοινωνικό και συνάμα ατομικό ον β) ότι έχει έμφυτη ηθική αίσθηση και αίσθηση δικαίου (φυσικό δίκαιο), οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν βάση της συνεργασίας και του αμοιβαίου σεβασμού, χωρίς βέβαια να εξαλείφονται ως διά μαγείας οι διαφορές και οι συγκρούσεις, και γ) ότι μπορεί να πειστεί από το ίδιο του το λογικό και να το χρησιμοποιήσει έτσι ώστε να υλοποιήσει στην πράξη, να δώσει σάρκα και οστά στις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.
Από όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα, είναι φανερό ότι ο Stirner δεν μπορεί να ενταχθεί στο κίνημα του αναρχισμού, που δεν αποτελεί, όπως και ο φιλελευθερισμός και ο κομουνισμός, παρά παρακλάδι του Διαφωτισμού, παρά μόνο σε σχέση με την ριζική απόρριψη κάθε αυθεντίας και αρχής. Αρκεί όμως αυτό; Όχι, γιατί από κει και πέρα οι διαφορές του με τον αναρχισμό είναι τεράστιες (π.χ. η άρνηση οποιασδήποτε από κοινού δράσης, των στόχων της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης, η προάσπιση της δύναμης και της ιδιοκτησίας κ.ο.κ.). Κατά συνέπεια, πολύ δύσκολα μπορεί να του αποδοθεί ακόμη και ο εν γένει αποδεκτός χαρακτηρισμός του ως «αριστοκράτη» ή «ατομικιστή» αναρχικού.
Stirner και Nietzsche
Πιο πειστική είναι η συγγένεια του Stirner με τον λίγο μεταγενέστερό του Γερμανό φιλόσοφο Friedrich Nietzsche. Ο δεύτερος έδωσε επίσης έμφαση στο υπάρχον, μεμονωμένο άτομο, που πασχίζει «εδώ και τώρα» να βγάλει άκρη με την άμεση εμπειρία του, να οργανώσει το χάος της. Έστρεψε το ενδιαφέρον του στον παρόντα κόσμο, απορρίπτοντας κάθε υπερβατική (εξωκοσμική ή αλλοκοσμική) ουσία και λύση, και θεωρώντας, συνεπώς, απαράδεκτη κάθε μορφή θρησκείας και κάθε μορφή τέλειας, δυνάμενης να πραγματοποιηθεί κάποτε στο μέλλον ανθρώπινης ουσίας και κοινότητας (σαν αυτές που πρεσβεύουν λ.χ. ο κομουνισμός και ο αναρχισμός). Υπέβαλε σε εξονυχιστική εξέταση το ηθικό σύμπαν, καταγγέλλοντας τις ηθικές συμβάσεις, κοινοτοπίες και αποκρύψεις. (Για παράδειγμα, η αρχή του οίκτου μπορεί να είναι, κατά τον Nietzsche, στην ουσία αυτοπροστασία κι εκείνη της φιλανθρωπίας συγκαλυμμένη φιλαυτία). Παράλληλα όμως ζήτησε, έθεσε ως σκοπό, μια «επαναξιολόγηση» ή «μεταστοιχείωση» όλων των αξιών. Απέρριψε κάθε θεσμισμένη αυθεντία και, φυσικά, την ύψιστη μορφή της, το σύγχρονο κράτος. Επέκρινε ιδεολογίες και πραγματικότητες όπως ο φιλελευθερισμός, η αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο εθνικισμός, ο φυλετισμός κτλ.. αφενός επειδή τείνουν να αρνηθούν την ατομικότητα και να ομοιογενοποιήσουν τους ανθρώπους, να τους μετατρέψουν σε αγέλη, σε κοπάδι (αυτό κάνει κατά τον Nietzsche κάθε μορφή εξισωτισμού, κάθε θεωρία ότι οι άνθρωποι είναι ίσοι), και αφετέρου επειδή ανάγουν σε ύψιστες αρχές ιδιότητες που είναι απλά προσαρτήματα, όπως το φύλο, η εθνικότητα κτλ. Ανέδειξε τέλος τη δύναμη και τη σύγκρουση ως μόνες πανταχού παρούσες και σίγουρες πραγματικότητες στη ζωή και στον κόσμο. (II θέληση για δύναμη είναι για τον Nietzsche η μόνη δύναμη πάνω στη γη, αυτή που κινεί όλα τα όντα και τα κάνει να αλληλοσυγκρούονται, να συνδυάζονται, να ενώνονται, να ανακατεύονται αέναα. Αυτό που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο ανταγωνισμός – ο αρχαίος ελληνικός αγών).
Παρά τις προφανείς ομοιότητες της φιλοσοφίας του Nietzsche (η οποία παρουσιάζεται εδώ, βέβαια, άκρως σχηματικά) μ’ εκείνη του Stirner, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Nietzsche κάνει μια βασική διάκριση μεταξύ «δυνατών» και «αδύναμων», η οποία δεν αφορά στην ποσότητα της δύναμης, αλλά στον διαφορετικό προσανατολισμό της, στη διαφορετική αξιοποίηση της. Στην ιστορία έχουν επικρατήσει άλλοτε οι «δυνατοί» και άλλοτε οι «αδύναμοι». Οι δυνατοί αντιπροσωπεύουν μια θετική θέληση για δύναμη, μια δύναμη καταφατική προς τη ζωή. ενώ οι αδύναμοι μια δύναμη αρνητική προς τη ζωή. Για παράδειγμα, ο χριστιανισμός ως θρησκεία και ιδεολογία επικράτησε και επέβαλε την κυριαρχία των αδύναμων, των δούλων, και την άρνηση της ζωής, καθώς υποτίμησε και δυσφήμισε το σώμα, τη ζωή και τον κόσμο εδώ κάτω εν ονόματι ενός «επέκεινα», ενός άλλου κόσμου τιμωρίας ή ανταμοιβής (κόλαση και παράδεισος). Ο Χριστός ήταν μεγάλος δημιουργός, αλλά ως αρνητής της ζωής. Η διάκριση αυτή διαφοροποιεί τον Nietzsche από τον Stirner, καθώς ο δεύτερος αρνείται οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια (έστω και μιας ελίτ) για την εγκαθίδρυση νέων αξιών (πράγμα που θα συνεπαγόταν και τη θέσμιση κανόνων) και αντιλαμβάνεται τη ζωή ως ένα πεδίο μάχης μεταξύ διαφορετικών (μοναδικών) ποσοτήτων δύναμης. Επίσης, μιλά για την ελεύθερή προσπάθεια ικανοποίησης όλων των ανθρώπινων (ατομικών όμως) αναγκών και επιθυμιών, δεν αναφέρεται όμως καθόλου στην πιθανότητα να μετουσιώνονται αυτές (διοχετεύοντας την ενέργειά τους σε άλλους διαύλους) και στη δυνατότητα να παρέχουν επίσης ευχαρίστηση. Το αποτέλεσμα είναι να μην μπορεί να αποσπάσει τη φιλοσοφία του από έναν πρωτογενή, «ακατέργαστο» ηδονισμό.
Το γενικό ερώτημα που μπορεί να τεθεί, αλλά θα μείνει εύλογα αναπάντητο προσώρας, είναι το εξής: αν δεχτούμε την ύπαρξη της διαφοράς δύναμης μεταξύ των ανθρώπινων όντων. για την οποία μιλούν ο Stirner και ο Nietzsche, είναι αναπόφευκτο να ισοδυναμεί αυτή με την επιβολή της κυριαρχίας, δηλαδή με την ανισότητα, την αδικία και την ανελευθερία; Δεν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν τα απαξιωμένα από τους δύο αυτούς στοχαστές ιδεώδη του Διαφωτισμού με τη διαφορά στη δύναμη (όπου με τη λέξη δύναμη δεν εννοείται φυσικά καμιά γνωστή και καθιερωμένη μορφή δύναμης); Μ’ άλλα λόγια, η διαφορά στη δύναμη δεν μπορεί *.α κινείται μέσα στα όρια που θα έχει χαράξει μια θεσμισμένη ισότητα και ελευθερία;
Εν κατακλείδι, σημειώνουμε ότι ο Stirner έβλεπε την ανθρωπότητα -παγιδευμένη στην πιο σκοτεινή δεισιδαιμονία», αλλά τόνιζε ότι δεν τον ενδιέφερε η ευημερία της και ο διαφωτισμός της. Με τα δικά του λόγια:
«Μήπως γράφω από αγάπη για τους ανθρώπους; Όχι, γράφω επειδή θέλω να παράσχω στις σκέψεις μου μια ύπαρξη μέσα στον κόσμο· κι ακόμη και αν βλέπω εκ των προτέρων ότι οι σκέψεις αυτές θα σας αφαιρέσουν τη γαλήνη και την ηρεμία σας, ακόμη κι αν βλέπω τους πιο αιματηρούς πολέμους και την πτώση πολλών γενεών να βλασταίνουν απ’ αυτό τον σπόρο σκέψης -μολαταύτα, θα τον σπείρω. Κάντε μ’ αυτόν ό,τι θέλετε και μπορείτε, αυτό είναι δική σας υπόθεση και δεν με απασχολεί».
από: https://geniusloci2017.wordpress.com
