Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 28 Μάρ 2021
Προθήκη της Ιστορίας (Η ποίηση του Φώτη Αγγουλέ)
Κλίκ για μεγέθυνση
28.03.2021, 11:22

 

 

ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΤΟΥ, η Κατοχή, η Αντίσταση και τα μετεμφυλιακά κολαστήρια που στιγμάτισαν ανεξίτηλα το πετσί του. Συνάδουν, ωστόσο, με τις μελανές σελίδες του Εικοσιένα· τις καταδίκες και τις φυλακίσεις των λαϊκών ηγετών. Η ποίηση του Φώτη Αγγουλέ, που πέθανε σαν σήμερα το 1964, στα 53 του, γίνεται έτσι τραγικά επίκαιρη και, όταν αναφέρεται στα παθοβολήματα των προσφύγων -ο ίδιος γεννήθηκε στον Τσεσμέ της Κοκκινιάς-, εντελώς σημερινή. Σταχυολογώ για του λόγου το αληθές:

ΜΠΑΪΡΟΝ (Γιατί να ’ρθεις στην όμορφην Ελλάδα να πεθάνεις, ξανθέ ποιητή, γιατί;) Εμείς την εχτιμούμε τη φιλία./ Εμείς τη Λευτεριά την αγαπούμε./ Τώρα που βάρβαρα οι δικοί σου/ μας τυραγνούν, τι να τους πούμε;// Κοίταξε, απ’ έξω μας φρουρούνε/ διπλοφρουροί./ Τούτη τη νύχτα, δεν μπορούμε/ να θυμηθούμε τη μορφή σου/ γιατί στα σύρματα μπορεί η σκέψη μας ν’ αγκυλωθεί/ και να ματώσει την ψυχή σου.

ΜΕΙΝΕ Γλίστρησε κρυφά, να μην το πάρει/ είδηση ο φρουρός μου π’ αγρυπνά/ κι ήρθε στο κελλί μου το φεγγάρι./ Ηρθε και με βρήκε λυπημένο/ κι ήτανε το χάδι του απαλό,/ σαν γυναικείο χέρι αγαπημένο.// Μείνε στο φτωχό μου το κελλί/ φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω;/ Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή/ κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω.

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ Τα κυπαρίσσια της φυλακής μάς στοιχειώνουν./ Φυλαχτείτε από τον ίσκιο τους./ Τ’ ακούμε τις νύχτες ν’ ανεμοδέρνονται και να κλαίνε:/ -«Δέντρα δεν είμαστε πια. Στα κλαδιά μας,/ σταυρώσανε την Αλήθεια./ Στον ίσκιο μας βασανίσανε την Αγάπη/ και κόψαν της Καλοσύνης τα χέρια./ Μια θλίψη πικραίνει τις ρίζες μας./ Σε τούτο τον ουρανό δεν υπάρχουνε άστρα./ Κάτι κίτρινες φλόγες σαν από θειάφι μονάχα,/ κάτι ύποπτα βλέμματα σαν πυρωμένα καρφιά/ κι οι ατέλειωτες νύχτες./ Εδώ η ζωή κι η ποινή είναι ένα./ Κάθε μερόνυχτο που ξοφλάς αφ’ την καταδίκη σου/ το αφαιράς από τη ζωή σου»./ Ε, κυπαρίσσια, μην κλαίτε./ Ολοι έχουνε από δυο διπλωμένα φτερά/ και κανείς δε γυαλίζει τις χειροπέδες του./ Τα λιμάνια τους είναι σίγουρα./ Κοιτάξετε τους κυματοθραύστες/ που τραγουδάνε απάνω τους οι φουρτούνες./ Κυπαρίσσια, μην κλαίτε.

ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΝΥΧΤΑ Τι καταραμένη νύχτα! Στοίχειωσε κι η πόλη, λες,/ μες στα ρημαγμένα σπίτια και στις άνανθες αυλές/ τα στοιχειά γλεντοκοπώντας, κρουταλούν τις πόρτες τους,/ σαν φασίστες που περνούνε και χτυπούν τις μπότες τους.// Πάνω αφ’ του σπιτιού τη στέγη, μ’ ένα καύκαλο μωρού/ πεθαμένου από την πείνα, φτιάχνει η Φρίκη μια μπουρού/ και φυσά και ζωντανεύει των πνιγμένων τις λαχτάρες,/ τ’ αγκομαχητά των γέρων, των μανάδων τις κατάρες// και φυσά κι από τη νύχτα που την έθαψε το χιόνι/ πιότερο η ψυχή στης Φρίκης τους αλαλαγμούς παγώνει./ Τα γυμνά κλαριά των δέντρων τρίζουν και στενάζουνε/ κι οι τριγμοί τους μες στη νύχτα με βλαστήμιες μοιάζουνε.// Τι καταραμένη νύχτα! Στοίχειωσε κι η πόλη, λες,/ κι απ’ τα κλειδωμένα σπίτια κι απ’ τις έρημες αυλές/ άκουσε, σφυριές χτυπάνε μακρινές και ρυθμικές,/ σαν να σπάζουν αλυσίδες, σαν ν’ ανοίγουν φυλακές.

ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ Ελληνες ήρθαν πάλι!/ Η θάλασσα τους ξέβρασε στις ανατολικές αχτές/ προχτές.// Βγήκαν πνιγμένοι στη στεριά και παραμορφωμένοι,/ πρησμένοι σαν τουμπιά και μελανοί,/ μα όσο κι αν το ’κρυψε η νυχτιά το δράμα τους να μη φανεί,/ το νόημα βγαίνει.// Τον ξέρουμε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία./ Στα φαγωμένα μάτια τους κοίταξε μέσα και θα δεις/ μια χαλασμένη πολιτεία./ Μα μην τους θάψετε γιατί θα χάσει σχήμα η Φρίκη./ Κι όταν γραφτεί η ευγενικιά φασιστικιά ιστορία,/ έτσι, πρησμένους, βάλτε τους κι αυτούς σε μια προθήκη.

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου