Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 06 Σεπ 2021
Λορέντζος Μαβίλης: “Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι…”
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Ο Επτανήσιος Λορέντζος Μαβίλης (5 Σεπτεμβρίου 1860 – 28 Νοεμβρίου 1912) ήταν λυρικός ποιητής, και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων. Ο Μαβίλης θυσιάστηκε για την Ελλάδα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Θεωρείται ο μεγαλύτερος σονετογράφος της Ελλάδας.

 lorentzos_mavilis

Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη έχοντας όμως Ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, εκ πατρός, ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα, όπου η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί. Μάλιστα εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Εξωτερικά ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν μεγαλόσωμος με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Το 1880 αποφάσισε να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν επί δεκατέσσερα χρόνια και μάλιστα επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Νίτσε, την “Κριτική του Καθαρού Λόγου” του ορθολογικού Ιμμάνουελ Καντ και από την “Βουλησιαρχία” του απαισιόδοξου Αρθούρου Σοπενχάουερ. Ακόμα ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία ασχολήθηκε με την σύνθεση λυρικών ποιημάτων (κυρίως σονέτων), και σκακιστικών προβλημάτων που δημοσιεύτηκαν σε γερμανικά έντυπα.

a6be1da478b372fd0e8446800e3c92d9_xl

Το 1887 συμμετείχε στο τουρνουά της Φρανκφούρτης. Δύο χρόνια αργότερα (1889) έλαβε μέρος στο σκακιστικό τουρνουά της πρωτεύουσας της νότιας Σιλεσίας, Βρότσλαβ (Breslau), με το όνομα Sillibam. Το 1896 ο Μαβίλης συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτη, πολεμώντας μαζί με τους αντάρτες στα κρητικά βουνά. Και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε στο χέρι. Τα έξοδα της εκστρατείας των εθελοντών τα κάλυπτε ο ίδιος.

Το 1909 γίνεται ο ενθουσιώδης κήρυκας του ξεσηκωμού και το 1910 εκλέγεται ως βουλευτής της Κέρκυρας. Το 1911 υπερασπίζοντας τη δημοτική γλώσσα ως αντιπρόσωπος και μέλος της Αναθεωρητικής Συνέλευσης της Κέρκυρας μέσα στην Ελληνική Βουλή είπε απευθυνόμενος στουςκαθαρευσιάνους: “Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν”. (“Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής”, Β’ Αναθεωρητική Βουλή, 1911, σελ. 689, συνεδρίασις 36).

Στις 28 Νοεμβρίου 1912 γίνεται επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών και σκοτώνεται στη Μάχη του Όρους Δρίσκου κοντά στα Ιωάννινα κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα – κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου – (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της “Τι άλλο καλέ μου” (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο του Μαβίλη ή κεντρική πλατεία της γενέτειράς του, Ιθάκης, έχει πάρει το ονομά του.

Τα σονέτα του Μαβίλη είχαν άρτια μορφή και εξαίρετο περιεχόμενο, το οποίο πάντως χαρακτηρίζεται από ολοφάνερη απαισιοδοξία. Τα σονέτα του, με ενδεκασύλλαβους στίχους, είναι πολύ πιο επεξεργασμένα και περίτεχνα από των συγχρόνων του, (δες Κωστής Παλαμάς, “Πατρίδες”,  1895), και εισάγει νέα στοιχεία, όπως το να αρχίζει η πρόταση στην μέση του στίχου, να υπάρχει διάλογος, κλπ.. Ακολουθούν δυο παραδείγματα:

Λήθη Καλλιπάτειρα
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α’ στάξη γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

 

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται…

A’ δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
εδώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες•να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μέσ’ στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.

 

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια•
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου