Μόλις λίγους μήνες μετά τις ανελέητες μαζικές θανατώσεις εκατοντάδων χιλιάδων αιγοπροβάτων, λόγω ευλογιάς σχεδόν σε όλο τον ελλαδικό χώρο, η εξουσία επαναλαμβάνει την ίδια καταστροφική πρακτική, αυτή τη φορά στη Λέσβο. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια «υγειονομική κρίση» εμφανίζεται στην περιφέρεια για να μετατραπεί, σχεδόν αθόρυβα, σε μηχανισμό αναδιάταξης και διαδικασία εκκαθάρισης! Στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, οι «κρίσεις» δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά και ως ευκαιρίες αναδιάταξης του αγροτικού τομέα. Η «έκτακτη ανάγκη» γίνεται επιταχυντής προς νέα δεδομένα που αλλιώς θα χρειάζονταν χρόνια να αλλάξουν. Τα εργαλεία του κράτους είναι γνωστά: πελατειακές σχέσεις, ταμεία για ενισχύσεις, υποσχέσεις και σχέδια ανασυγκρότησης. Το χρήμα μπορεί να ρέει αλλά όχι προς όλους και όχι με τον ίδιο τρόπο. Το είδαμε άλλωστε πρόσφατα και με το κρατικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Έτσι, όταν μια μονάδα διαλυθεί, αν έχει ήδη πρόσβαση σε κεφάλαιο, υποδομές, δίκτυα, μπορεί να επανεκκινήσει, αλλά αν δεν έχει και στηρίζεται μόνο σε μια επιδότηση, τότε καλείται να ξεκινήσει από το μηδέν και κάπου εκεί, χωρίς να φαίνεται εκ πρώτης όψεως, συντελείται η μετάβαση που έχει να κάνει με λιγότερους παραγωγούς, μεγαλύτερες μονάδες και ακόμα πιο ελεγχόμενες αλυσίδες διακίνησης.
Από τις 16 Μαρτίου 2026, ο αφθώδης πυρετός εντοπίστηκε στην περιοχή της Πελόπης της Λέσβου και εξαπλώθηκε. Μέχρι τα τέλη Απριλίου έχουν καταγραφεί δεκάδες κρούσματα (γύρω στα 43-50 σε παραπάνω από 50 μονάδες) και έχουν ήδη θανατωθεί πάνω από 9.500-10.000 ζώα (κυρίως αιγοπρόβατα και κάποιες εκατοντάδες βοοειδή), ολόκληρα κοπάδια, υγιή και άρρωστα μαζί. Η μέθοδος είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε και στην ευλογιά των αιγοπροβάτων. Δεν θανατώνονται μόνο τα άρρωστα ζώα, όπως γινόταν παλαιότερα (π.χ. το 1994 στη Λέσβο), αλλά εξολοθρεύονται ολόκληρες μονάδες. Η Λέσβος είχε ξαναχτυπηθεί από αφθώδη πυρετό το 1994. Τότε θανατώνονταν μόνο τα άρρωστα ζώα (όχι ολόκληρα κοπάδια), δεν επιβλήθηκε γενική καραντίνα σε όλο το νησί και δεν σταμάτησε η διακίνηση προϊόντων σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Οι κτηνοτρόφοι αναφέρουν ότι τότε η αντίδραση ήταν πιο «τοπική» και λιγότερο καταστροφική για την οικονομία. Μόνο που τότε τα πράγματα ήταν σαφώς διαφορετικά και η οικονομία διατηρούσε μια τοπικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε, σε σχέση με το τώρα, όπου η τάση είναι μεγάλες συμφωνίες (Mercosur) και έμφαση στην συγκέντρωση του κεφαλαίου.
Το κράτος και η ΕΕ, με πίστη στην πολιτική «χώρα απαλλαγμένη χωρίς εμβολιασμό», προτιμούν να σφάζουν χιλιάδες ζώα παρά να προχωρήσουν σε μαζικό εμβολιασμό, παρ’ όλο που υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο. Για άλλη μια φορά, ο εμβολιασμός χρησιμοποιήθηκε τελικά και σε αυτή την περίπτωση πολιτικά. Κάθε εργαλείο που έχει αναπτύξει ο άνθρωπος προς το συμφέρον του, στα χέρια της εξουσίας και του κράτους γίνεται μέσο επιβολής.
Οι μικροί κτηνοτρόφοι της Λέσβου, που βλέπουν τα κοπάδια τους και τις μονάδες τους να εξαφανίζονται, βγήκαν στους δρόμους με κάποιες λίγες διαδηλώσεις και κάποια μπλόκα στο λιμάνι της Μυτιλήνης, με αποκλεισμούς, ρίψεις γάλακτος κλπ. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι οι κινητοποιήσεις τους αντικατοπτρίζουν την γενικότερη εικόνα των διαμαρτυριών τα τελευταία χρόνια στον ελλαδικό χώρο, που είναι αντιστρόφως ανάλογη με την εξαθλίωση που συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα. Η άρνηση του εμβολιασμού ντύνεται με «επιστημονικοφάνεια» και υγειονομικά πρωτόκολλα, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τα μεγάλα εμπορικά συμφέροντα. Το ελλαδικό κράτος δεν θέλει να χάσει το καθεστώς «χωρίς εμβόλιο» για να μην επηρεαστούν οι εξαγωγές σε τρίτες χώρες. Το είδαμε και στην διαχείριση της ευλογιάς πριν λίγους μήνες. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: συγκέντρωση της κτηνοτροφίας σε λιγότερα, μεγαλύτερα και πιο ελεγχόμενα χέρια, εξόντωση μικρών παραγωγών, ερήμωση της υπαίθρου και ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές ή βιομηχανοποιημένη τροφή.
Στη Λέσβο, όπως και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο με την ευλογιά, βλέπουμε την ίδια αγριότητα, με μαζικές θανατώσεις, καραντίνα που πνίγει την τοπική κτηνοτροφική οικονομία, αποζημιώσεις που έρχονται με το σταγονόμετρο και καθυστερήσεις, ενώ κάποιοι προσπαθούν να ξεκινήσουν από την αρχή με ελάχιστα ζώα. Η κυριαρχική βία μεταμφιέζεται σε «δημόσια υγεία» και «προστασία του εμπορίου». Η Λέσβος γίνεται το παράδειγμα του νέου καθολικού σχεδίου που καταστρέφει την τοπική παραγωγή στον βωμό των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων εμπορικών ισορροπιών.
Το παραπάνω μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Στην επιδημία του αφθώδη πυρετού το 2001 στην Βρετανία, εκατομμύρια ζώα θανατώθηκαν. Η ύπαιθρος κυριολεκτικά πάγωσε και όταν η κρίση τελείωσε, η επιστροφή δεν ήταν επιστροφή αλλά αντικατάσταση. Η επιδημία εντοπίστηκε στις αρχές του 2001 και εξαπλώθηκε με ταχύτητα, οδηγώντας σε περίπου 2.000 εστίες μόλυνσης. Η αντίδραση του κράτους ήταν αυστηρή και εφαρμόστηκε πολιτική μαζικής θανάτωσης ζώων, με αποτέλεσμα περίπου 6 εκατομμύρια ζώα να θανατωθούν μέσα σε λίγους μήνες. Η πρακτική δεν περιορίστηκε μόνο στα άρρωστα ζώα, αλλά επεκτάθηκε και σε κοπάδια που θεωρούνταν «σε κίνδυνο» λόγω εγγύτητας ή πιθανής έκθεσης, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο προληπτικών θανατώσεων. Το αποτέλεσμα ήταν η σχεδόν πλήρης παράλυση της αγροτικής ζωής. Οι μετακινήσεις ζώων απαγορεύτηκαν, αγορές και αγροτικές δραστηριότητες ανεστάλησαν, ακόμη και η πρόσβαση σε αγροτικές περιοχές περιορίστηκε. Η βρετανική ύπαιθρος μετατράπηκε σε ζώνη ελέγχου και καραντίνας, οι εικόνες μαζικών καύσεων ζώων ήταν καθημερινότητα. Το οικονομικό κόστος εκτιμήθηκε περίπου στα 8 δισ. λίρες, καθώς η κρίση δεν περιορίστηκε στην κτηνοτροφία. Ο αγροτουρισμός κατέρρευσε, οι τοπικές οικονομίες επλήγησαν σοβαρά και ολόκληρες περιφέρειες βρέθηκαν σε κατάσταση οικονομικής αδράνειας.
Η στρατηγική που επιλέχθηκε βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην εκρίζωση του ιού μέσω θανάτωσης των ζώων και πολύ περιορισμένης χρήσης εμβολιασμού. Η επιλογή αυτή είχε ως βασικό στόχο την ταχεία αποκατάσταση του καθεστώτος «ελεύθερης χώρας», ώστε να επανεκκινήσει το εμπόριο και να αρθούν οι διεθνείς περιορισμοί. Ωστόσο, η συνέπεια ήταν ότι η επιστροφή στην «κανονικότητα» δεν σήμαινε επιστροφή στο προηγούμενο αγροτικό μοντέλο. Μετά την κρίση, δημιουργήθηκε νέο θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης (μεταξύ άλλων το Department for Environment, Food & Rural Affairs), ενισχύθηκαν οι κανόνες βιοασφάλειας και επιταχύνθηκε η τάση συγκέντρωσης της παραγωγής σε μεγαλύτερες και πιο κεφαλαιοποιημένες μονάδες. Πολλοί μικροί παραγωγοί δεν επανήλθαν ποτέ, είτε λόγω οικονομικής αδυναμίας είτε λόγω αλλαγής των όρων πρόσβασης στην αγορά. Η κρίση του 2001 δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως υγειονομικό επεισόδιο που «λύθηκε», αλλά ως σημείο καμπής που αναδιάταξε την αγροτική παραγωγή και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ύπαιθρος. Αυτό που προέκυψε δεν ήταν η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, αλλά ένα νέο, πιο συγκεντρωτικό και αυστηρά ρυθμισμένο μοντέλο, όπου η διαχείριση των κρίσεων έγινε ταυτόχρονα και μηχανισμός μετασχηματισμού του ίδιου του συστήματος παραγωγής.
Ελευθερόκοκκος
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.270, Μάιος 2026
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com

