Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 16 Δεκ 2025
Η εξέγερση του Κιλελέρ: η βία της καταπίεσης γεννά την εξέγερση των «λευκών σκλάβων»
Κλίκ για μεγέθυνση












Η ζωή στα θεσσαλικά τσιφλίκια κατά την περίοδο 1881-1900 χαρακτηριζόταν από έντονη κοινωνική ανισότητα, φεουδαρχικές δομές και βαθιά εξάρτηση των καλλιεργητών από τους μεγαλογαιοκτήμονες. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) στο ελλαδικό κράτος, οι μεγάλες γαιοκτησίες που είχαν διαμορφωθεί επί Οθωμανικής διοίκησης παρέμειναν σχεδόν ανέπαφες, καθώς το νέο κράτος σεβάστηκε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Οθωμανών και στη συνέχεια τα τσιφλίκια αγοράστηκαν από ντόπιους πλούσιους αστούς. Οι κολίγοι ήταν φτωχοί αγρότες χωρίς γη και υποχρεωμένοι να παραδίδουν σημαντικό μέρος της παραγωγής τους στον τσιφλικά, να εργάζονται σε αγγαρείες και να ζουν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, με περιορισμένα δικαιώματα μετακίνησης και μικρή δυνατότητα βελτίωσης της ζωής τους.

 Η καθημερινότητά τους ρυθμιζόταν από επιστάτες και μηχανισμούς τοπικής εξουσίας (χωροφύλακες), που εξασφάλιζαν την υπακοή και την ομαλή είσπραξη των προσόδων. Παράλληλα, η παρουσία τοκογλύφων, η έλλειψη κοινωνικής προστασίας και οι συχνές φυσικές καταστροφές επιδείνωναν την επισφάλεια. Αυτό το καθεστώς δημιουργούσε βαθιές κοινωνικές εντάσεις και σταδιακά καλλιέργησε μια συλλογική συνείδηση αδικίας, η οποία στο γύρισμα του αιώνα θα οδηγήσει σε οργανωμένες αντιδράσεις, προετοιμάζοντας το έδαφος για τα γεγονότα του Κιλελέρ.

 

Η θεσσαλική γαιοκτησία στη μεταβατική περίοδο αποτελεί αντικείμενο τόσο ιστορικής έρευνας όσο και λογοτεχνικής αναπαράστασης. Οι διάφοροι ιστορικοί που μελετούν την συγκεκριμένη περίοδο,  (όπως ο Γάσιας και η Ζέη) εστιάζουν στη δομή, στις σχέσεις ιδιοκτησίας και στις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της γαιοκτησίας, ενώ ο Καραγάτσης με το λογοτεχνικό έργο του Το μπουρίνι, αναδεικνύει μέσα από το αφηγηματικό του ύφος, την πραγματικότητα σε βιωμένο δράμα.

Οι ιστορικές μελέτες αναδεικνύουν, ότι μετά το 1881 η θεσσαλική γαιοκτησία χαρακτηριζόταν από μεγάλη συγκέντρωση εκτάσεων σε λίγους ιδιοκτήτες. Τα τσιφλίκια λειτουργούσαν με μορφές μίσθωσης, με δεσμούς πελατειακής φύσης και με εργατοτεχνίτες ή νοικάρηδες οι οποίοι βίωναν επισφαλείς συνθήκες.

O Γάσιας, εστιάζοντας στην περίοδο 1881-1900, αναλύει την κοινωνική συγκρότηση της γαιοκτησίας, τα οικονομικά κίνητρα των ιδιοκτητών και τα μέσα διατήρησης της κυριαρχίας τους, καθώς και τον τρόπο που καθιστά τα τσιφλίκια όχι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό θεσμό. Ο χωρικός παρείχε εργασία χωρίς ανταμοιβή και η εκπλήρωση των φορολογικών και λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων περιόριζε τις ελεύθερες επιλογές.  Η εργασία μετατρεπόταν σε αντικείμενο αγοροπωλησίας.[1]

Ο Καραγάτσης, στο λογοτεχνικό του διήγημα Το μπουρίνι, εμφανίζει το τσιφλίκι όχι απλώς ως οικονομική μονάδα, αλλά ως πεδίο πάθους, βίας και ηθικής παρακμής, έναν κόσμο με ψυχή. Οι χαρακτήρες, οι μικρές λεπτομέρειες, το περιβάλλον και οι αφηγήσεις του αφηγητή συνθέτουν μια εμπειρική πραγματικότητα. Η γλώσσα του Καραγάτση παρήγαγε αισθητικές εντυπώσεις (ήχοι, μυρωδιές, εικόνες) που κάνουν τον αναγνώστη να βιώσει την αδικία, σε αντιδιαστολή με την ιστορική ψυχρότητα· εδώ έχουμε μια ηθική και συναισθηματική αποτύπωση.[2]

Οι τσιφλικάδες, που προέρχονταν κυρίως από την «διασπορά» (Ρωσία, Ρουμανία, Τουρκία κλπ.), ήταν άνθρωποι του κεφαλαίου οι οποίοι ασχολούνταν με χρηματικές και τραπεζικές δραστηριότητες και είχαν διαμορφώσει απάνθρωπες συνθήκες ζωής για τους κολίγους. Τους υποχρέωναν σχεδόν πάντα να εργάζονται από ήλιο σε ήλιο, δεν τους επέτρεπαν να κυκλοφορούν στους δρόμους μετά τη δύση του ηλίου, ακόμα και να παντρεύονται. Σε πολλές περιπτώσεις εφάρμοζαν μεσαιωνικές μεθόδους, όπως την πρώτη νύχτα του γάμου και πολλά άλλα, ενώ με την ωμή βία και καλλιεργώντας τον φόβο καθημερινά επέβαλλαν τους όρους δουλείας. Οι μπράβοι τους ξεπερνούσαν πολλές φορές ακόμα και τις απάνθρωπες διαταγές των αφεντικών τους και βίαζαν, βιαιοπραγούσαν και λήστευαν τους αδύναμους ανθρώπους.

Όπως περιγράφει ο Δημήτριος Μπούσδρας στο βιβλίο του «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων αγροτών»: «Οι καλλιεργηταί, όπως και πρώτα υποχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα, το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιο διά την βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, καυσοξύλων, αιγών, πεπονιών, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσι δε εν θήλυ μέλος, ίνα ζυμώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας, λείψανον του δικαιώματος της πρώτης νυκτός: Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων (…) Κατώκουν (σ.σ. οι κολίγοι) εις τρώγλας και πολλοί συνέτρωγον εν τη αυτή φάτνη με τους όνους των (…) Οσάκις υπεδέχοντο τον αφέντην επισήμως, γονυπετείς εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φορές και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του. Γενικώς δε ειπείν αι μεγάλαι πιέσεις, αι εξαθλιώσεις και αι αφόρητοι ταπεινώσεις δίκην μαστιγίου, έπληττον τα νώτα και είχον κάμει τους χωρικούς δέκτας ενός επαναστατικού ευαγγελίου…».

Οι τότε κυβερνήσεις βρίσκονταν σε αγαστή συμφωνία μαζί τους, αρνούμενες να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των φτωχών αγροτών  για  δικαιότερη κατανομή γης. Η άγρια και βάναυση εκμετάλλευση από τους τσιφλικάδες και η άρνηση των κυβερνήσεων να ικανοποιήσουν αυτό το αίτημα, οδήγησαν τους κολίγους στον ξεσηκωμό. Από το 1906,  ο κοινωνικός αγωνιστής Μαρίνος Αντύπας οργώνει τη Θεσσαλία ξεσηκώνοντας τους κολίγους να αγωνιστούν για τα δίκια τους και για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, για να δολοφονηθεί εν τέλει από το πληρωμένο από τους τσιφλικάδες χέρι του επιστάτη Ιωάννη Κυριακού στις 9 Μάρτη 1907. Τρία χρόνια αργότερα, την 6η Μαρτίου 1910, οι αγρότες ξεσηκώνονται στο Κιλελέρ της Λάρισας για να δεχθούν τα δολοφονικά πυρά του στρατού. Ο πρωθυπουργός Στέφανος Δραγούμης, μετά το αιματοκύλισμα, έκανε λόγο για 5 νεκρούς  στη Βουλή. Η εφημερίδα «Πατρίς» με φιλοτσιφλικάδικες διαθέσεις γράφει για 8.

Από τις περιγραφές όσων πήραν μέρος στους τέσσερις τόπους, όπου χύθηκε αίμα (Κιλελέρ, Τσουλάρ, Πύλη Φαρσάλων και Λάρισα) προκύπτει ότι οι νεκροί, με το θάνατο αργότερα τραυματιών, ήταν 12, ενώ οι τραυματίες ξεπερνούσαν τους 50.

Σημαντικότατες πηγές για την εξέγερση του Κιλελέρ είναι τα ρεπορτάζ των εφημερίδων «Θεσσαλία» και «Πανθεσσαλική».

Σύμφωνα με τον ρεπόρτερ της εφημερίδας «Θεσσαλία», που περιγράφει το αιματοκύλισμα του Κιλελέρ και του Τσουλάρ: «…Από 9ης π.μ. ήρξαντο οι χωρικοί προσερχόμενοι, συσσωματωμένοι εις μεγάλας ομάδας, πεζοί και έφιπποι, με ερυθράς και μαύρας σημαίας, μεταξύ των οποίων, κάπου-κάπου, διεκρίνετο και καμμιά γαλανόλευκος. Τα εθνικά μας χρώματα δεν είχον θέσιν, βεβαίως, εις την συνάθροισιν που την διείπεν η ερυθρά αγανάκτησις και η μαυρίλα της απελπισίας και της φρικώδους καταπτώσεως εις ην ευρίσκονται οι γεωργικοί πληθυσμοί. Οι προσερχόμενοι διέσχιζον τας οδούς της πόλεως ζητωκραυγάζοντες υπέρ της απελευθερώσεως των και της απαλλοτριώσεως της Θεσσαλικής γης… Ζητωκραυγάζοντες και επευφημούμενοι, προχωρούν εις την πλατείαν εν πλήρει τάξει… Ενώ όμως μέχρι της στιγμής ταύτης άκρα ησυχία επεκράτει, απαισία διάδοσις ήλθε να ενσπείρει την κατάπληξιν του συγκεντρωθέντος κόσμου…»

Ακολουθεί η περιγραφή των γεγονότων όσον αφορά την στρατιωτική δράση του ιππικού, που εμπόδιζε τους αγρότες των Φαρσάλων να μπουν στη Λάρισα.

«Τότε όλος εκείνος ο όγκος ορμά, τρέχων εις την Πύλην των Φαρσάλων, όπως απελευθερώση τους χωρικούς και τους παραλάβη μαζί του… (Εκεί) ίλη ιππικού υπό τον Φ. Πηχεών, εμποδίζει με προτεταμμένα και γεμισμένα όπλα τους εκ Νεμπεγλέρ (Nίκαια) χωρικούς να εισέλθουν, καίτοι ήσαν άοπλοι… Εν τω μεταξύ καταφθάνουν και οι εντός της πόλεως, οίτινες εκ των νώτων καταλαμβάνοντες τους ιππείς, ορμούν να διασπάσουν την γραμμήν. Επικρατεί πανδαιμόνιον. Ο διοικητής της ίλης διατάσσει τους ιππείς να ξιφουλκήσουν και να επελάσουν… Τι εγένετο την στιγμήν εκείνην είναι απερίγραπτον. Αι σφαίραι διασχίζουν τον αέρα, οι χωρικοί τρέχουν τήδε κακείσε (εδώ κι εκεί), αναζητούντες πέτρες και ξύλα δια να αμυνθούν. Τέλος, κατόπιν αγρίας πάλης, διασπάται η γραμμή των ιππέων και οι χωρικοί τελείως εξαγριωμένοι εισέρχονται εις την πόλιν, αφήσαντες επί του πεδίου της μάχης τον Α. Μπατάλαν και θανασίμως τραυματισθέντα άλλον ένα…».

Οι μάχες συνεχίζονται, καθώς οι αγρότες κατευθύνονται προς την πλατεία για να ενωθούν με τους άλλους και «το ιππικόν κάμνει νέα επέλασιν δια να τους εμποδίσει. Οι χωρικοί, εξαγριωθέντες πλέον, την υποδέχονται δια λιθοβολισμού. Φωναί, κακόν, πανδαιμόνιον. Τη στιγμήν αυτήν τραυματίζονται πολλοί… Οι χωρικοί προχωρούν …αλαλάζοντες, θραύουν υαλοπίνακας και εισορμούν εις την πλατείαν Θέμιδος, ζητωκραυγάζοντες υπέρ της ελευθερίας και του δικαίου των. Το ιππικόν επελαύνει πάλιν κατά του αόπλου λαού και προσπαθεί να το διαλύση, αλλά ούτος δια πυκνού λιθοβολισμού, αμύνεται σθεναρά. Γενικός αναβρασμός και έξαψις επικρατεί. Η πόλις στρατοκρατείται και διατελεί εν τρομοκρατία. Τα καταστήματα όλα είμαι κλειστά, οι δε πλείστοι των κατοίκων έσπευσαν να κλεισθούν εις τας οικίας των…»

Πρόδρομοι της εξέγερσης του Κιλελέρ είναι πάμπολλες αγωνιστικές αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν σε χωριά των νομών της Θεσσαλίας, από το 1881 μέχρι το 1910. Σε αυτή την περίοδο το κράτος βρίσκεται στο σταυροδρόμι του οικονομικού μετασχηματισμού της γης. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι η πρώτη αγροτική εξέγερση είχε εκδηλωθεί σχεδόν 30 χρόνια πριν, το φθινόπωρο του 1881, στο χωριό Σκλάταινα (σημερινό Ρίζωμα) Τρικάλων.

Χαρακτηριστικό του κλίματος εκείνων των ημερών είναι το δημοσίευμα της δεκαπενθήμερης λαρισαϊκής εφημερίδας «Αστήρ της Θεσσαλίας», η οποία στο φύλλο της 15ης Σεπτεμβρίου 1881 και υπό τον τίτλο «Το αγροτικό ζήτημα» τόνιζε στο κύριο άρθρο της: «Και ενταύθα ήρξαντο να αναφαίνονται εκ μέρους των χωρικών αναρχικαί τάσεις. Παραπειθόμενοι οι απλοϊκοί αυτοί άνθρωποι υπό δημαγωγών τινών επιδιωκόντων πολιτικούς σκοπούς και χρηματικά συμφέροντα, αρνούνται να τηρήσωσι τα κεκανονισμένα και να πληρώσωσι ως καλλιεργηταί εις τους γαιοκτήμονας το ανήκον εις αυτούς ίμορον. Οφείλει λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση ίνα διατάξη τους βασιλικούς επιτρόπους και τας στρατιωτικάς αρχάς ίνα υποστηρίξωσι δι’ όλων αυτών των μέσων τα δίκαια των ιδιοκτητών κι υποχρεώσωσι τους χωρικούς ίνα και εφέτος αποδώσωσι το συμπεφωνημένον ίμορον».

Η Θεσσαλία προσαρτάται στο ελλαδικό κράτος το 1881. Οι Θεσσαλοί αγρότες πίστευαν ότι τα κτήματά τους θα περνούσαν στα χέρια τους μετά από αιώνες κατοχής τους από τούρκους γαιοκτήμονες, όμως γρήγορα οι ελπίδες τους διαψεύδονται

Επίσης, είναι γνωστή η βαρύτητα των εξεγερσιακών γεγονότων της λεγόμενης «σταφιδικής κρίσης» στα οποία καταλυτική ήταν η συμβολή των αναρχικών, που διαδραματίστηκαν στην βορειοδυτική Πελοπόννησο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν η συνέχεια μιας μακράς εξεγερσιακής παράδοσης του αγροτικού πληθυσμού στις συγκεκριμένες περιοχές αλλά και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο που αμφισβητούσαν την κρατική εξουσία[3].

Η μετάβαση από την φεουδαλική στην αστική κοινωνία ήταν μια διαδικασία που οδηγούσε σταδιακά στον αστικό φιλελευθερισμό, καθώς η αγροτική παραγωγή του ελλαδικού χώρου άρχιζε να λειτουργεί με όρους της διεθνούς αγοράς. [4]

Στο πεδίο της σύγκλισης, και οι δύο προσεγγίσεις συμφωνούν στην κεντρική διαπίστωση: τα τσιφλίκια ήταν χώροι εκμετάλλευσης και δουλείας. Πλήθος ιστορικών στοιχείων επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πελατειακών δικτύων, οικονομικής εκμετάλλευσης και θεσμικών δεσμών με το κράτος· ο Καραγάτσης, από την πλευρά του, αναδεικνύει την υποκειμενική διάσταση αυτών των φαινομένων: την ντροπή, τον φόβο, την οργή και την καθημερινή αναπαραγωγή της σχέσης κυρίαρχου –υποτελούς.

Ωστόσο, υπάρχει και ουσιώδης απόκλιση: ο επιστήμονας επιδιώκει γενικεύσεις, στατιστική βεβαιότητα και πολύπλευρη μαρτυρία· η λογοτεχνία επιλέγει και πυροδοτεί την εμπειρία. Η ιστορία δείχνει ότι υπήρχαν διαφοροποιήσεις και περίπλοκα δίκτυα αλληλεξαρτήσεων (όπως επισημαίνει η Ζέη), ενώ ο Γάσιας προσθέτει στην καταγραφή του το γεγονός ότι  οι μεγαλοκτηματίες προσέφεραν και αγαθοεργίες προς το ελλαδικό κράτος και ήταν σύμφωνοι να παραχωρήσουν την γη τους έναντι μικρών χρηματικών απολαβών. Στον αντίποδα, ο Καραγάτσης παρουσιάζει το τσιφλίκι σε μονοδιάστατη δραματική μορφή, όχι επειδή απλοποιεί την πραγματικότητα, αλλά επειδή επιλέγει μια εστίαση που υπηρετεί την αφήγηση και την ηθική κρίση του έργου. Επιπλέον, η λογοτεχνία φωτίζει τη βιωματική διάσταση των αγροτών που δεν αποτυπώνεται εύκολα στα αρχεία.

Η εξέγερση του Κιλελέρ τα αιματηρά γεγονότα τον Μάρτιο του 1910 δεν αποτελούν, απλώς, ένα επεισόδιο αγροτικής διαμαρτυρίας στην ιστορία της Θεσσαλίας, αλλά μια τομή, όπου το ιστορικό γεγονός συναντά τη φιλοσοφία της κοινωνικής σύγκρουσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι επιστάτες κατηγορούσαν τους αγρότες για αναρχικές τάσεις και οι χωρικοί τους ιδιοκτήτες ότι «κόλλησαν πολιτική ψώρα».

Μετά το Κιλελέρ πολλοί από όσους πρωτοστάτησαν στα συλλαλητήρια παραπέμφθηκαν στο κακουργιοδικείο Χαλκίδας. Στη φωτογραφία μπροστά στο τρένο που θα τους μεταφέρει από το Βόλο στη Χαλκίδα. Όλοι θ΄ αθωωθούν από τους ενόρκους…

Μέσα στο πλαίσιο των θεσσαλικών τσιφλικιών, όπου οι κολίγοι παρέμεναν δεμένοι σε σχέσεις εξάρτησης φεουδαρχικών καθεστώτων, η εξέγερση αναδεικνύει μια ελεύθερη και μη εξουσιαστική σκέψη, που ωθεί τους καταπιεσμένους να συγκρουστούν και να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη τάξη. Πρόκειται για μια μορφή κοινωνικής σύγκρουσης απέναντι στην κυρίαρχη τάξη η οποία φαίνεται ως αναγκαία λύση, αλλά ανολοκλήρωτη. Μια διαδικασία μετάβασης από μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης, όπου η βία της καταπίεσης γεννά τη βία της εξέγερσης ως ιστορική αναγκαιότητα.

Το Κιλελέρ μπορεί να ιδωθεί ως αυθεντική στιγμή εξέγερσης και ελευθερίας, όπου η κοινότητα αντιστέκεται, όχι μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και στην ίδια τη λογική της επιβαλλόμενης κυριαρχίας.

Εδώ, η εξέγερση δεν προκύπτει απλώς ως προϊόν δομικών αντιφάσεων, αλλά ως έκφραση της φυσικής ροπής των ανθρώπων προς την αλληλοβοήθεια, και τη αυτάρκεια. Το γεγονός μετατρέπεται έτσι από ιστορικό επεισόδιο σε υπαρξιακή στιγμή, όπου ο άνθρωπος  αρνείται να παραμείνει αντικείμενο και διεκδικεί το δικαίωμα στον χώρο, στη γη και στη ζωή, αποκαλύπτοντας ότι η ελευθερία δεν γεννιέται μόνο μέσα από τις δομές της Ιστορίας, αλλά και μέσα από τη ρήξη της ανθρώπινης συνείδησης με τον φόβο.

M.

Βιβλιογραφία

• Γάσιας Γιώργος, «Διερευνώντας τη θεσσαλική γαιοκτησία (1881-1900)», Μνήμων, 38 (2021).

 • Ζέη Ελευθερία, «Kυρίαρχες προσλήψεις του αγροτικού κόσμου τον 19ο αιώνα: η πολλαπλότητα των μαρτυριών», Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Iιστορίας: Iιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Eλλάδας, 1833-2002, KNE/EIE, 29, Οκτωβρίου- 3 NΝοεμβρίου, Αθήνα 2002, τ. 2., Αθήνα, KNE/EIE, 2004.

• Καραγάτσης Μ, Το Μπουρίνι (από Το Μεγάλο Συναξάρι), Αθήνα: Εστία, 1996.

• Δημήτριος Μπούσδρας στο βιβλίο του «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων αγροτών»

Η Συμβολή των Αναρχικών στα Γεγονότα της «Σταφιδικής κρίσης» – 1893-1905, Α΄ και Β΄ Μέρος, ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.171, Μάιος 2017, φ.172, Ιούνιος 2017.


[1] Γάσιας Γιώργος, «Διερευνώντας τη θεσσαλική γαιοκτησία (1881-1900)», Μνήμων, 38 (2021), σσ. 157-161.

[2] Καραγάτσης , Το Μπουρίνι (από Το Μεγάλο Συναξάρι), Αθήνα: Εστία, 1996.

[3] Η Συμβολή των Αναρχικών στα Γεγονότα της «Σταφιδικής κρίσης» – 1893-1905, Α΄ και Β΄ Μέρος, ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.171, Μάιος 2017, φ.172, Ιούνιος 2017.

[4] Ζέη Ελευθερία, «Kυρίαρχες προσλήψεις του αγροτικού κόσμου τον 19ο αιώνα: η πολλαπλότητα των μαρτυριών» 9 Oκτωβρίου-3 Nοεμβρίου, Aθήνα 2002 σσ. 167-188.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.265, Δεκέμβριος 2025
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου