Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 12 Ιαν 2012
Έφυγε ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Αργύρης Χιόνης
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

“Έγινε κι αυτό… Κηδέψαμε στο Θροφαρί τον αγαπημένο μας ερημίτη. Μέσα στο καταχείμωνο, ο καιρός χαρίστηκε στον λατρευτό μας και κράτησε τα κρύα του εκείνη την ημέρα. Σεμνή τελετή, λόγιοι φίλοι πολλοί και σχεδόν όλο το χωριό. Σε ένα βιογραφικό του έγραψε ο ίδιος με κείνη τη δωρική γλώσσα που ήξερε να χειρίζεται: «Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ταξίδεψε πολύ, έπαθε και έμαθε πολλά. Από το 1992 εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου συνεχίζει να ταξιδεύει (μέσα του πλέον), να παθαίνει και να μαθαίνει πολλά.» Κι αυτό ήταν όλο. Συνέχιζε βέβαια ένα κατεβατό με το πλούσιο συγγραφικό του έργο. Αυτό του το έργο, πολυβραβευμένο και ξεχωριστό, είναι ο Αργύρης της αιωνιότητας, είναι οι πολλοί και ξεχωριστοί απόγονοί του, είναι το δώρο ζωής σε μας τους κοινούς θνητούς.

Τον Αργύρη Χιόνη τον γνώρισα από έναν άλλο ξεχωριστό φίλο τον Γιάννη Ζουγανέλη, σε μια τραγική στιγμή. Ήταν τότε που η φωτιά του 2000 είχε μόλις καταστρέψει το σπίτι του και ένα κομμάτι της πολύτιμης βιβλιοθήκης του. Μας δέχθηκε στην αυλή του ακατοίκητου πλέον σπιτιού του και μετά μας πήγε και στο νεκροταφείο, να μας δείξει τον πεύκο – κάρβουνο κι αυτός – στη σκιά του οποίου είχε επιλέξει να ταφεί. «Μου κάηκαν και τα δυό μου σπίτια» μας είπε… Εκεί τώρα βρίσκεται, χωρίς τη θαλπωρή του πεύκου, αλλά με όλη τη θέα στον Κορινθιακό δική του…

Δεν τολμώ να μιλήσω για το έργο του εγώ ένας παντελώς άσχετος και ακατάλληλος για κάτι τέτοιο. Αν όμως η ποίηση είναι μια τέχνη του λόγου που πριν απ΄ όλα περνά μέσα σου από την ψυχή, τότε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης με έχει αιχμαλωτίσει πολλαπλά, με κάθε του ποίημα. Για τον Άνθρωπο Αργύρη θέλω να πω μια κουβέντα. Επέλεξε το Θροφαρί, ένα ξεχασμένο χωριό της ορεινής Κορινθίας για να εγκατασταθεί, αυτός ο πολίτης του κόσμου γιατί; Ένας άνθρωπος που έχει ζήσει στην Ευρώπη και την Αμερική, που έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο σχεδόν, που μπορεί και χειρίζεται – όχι μόνο μιλά – οχτώ γλώσσες, που έχει φίλους και επικοινωνεί από όλο τον κόσμο, με τη συνειδητή απομόνωσή του, επεδίωκε την απόλυτη αφοσίωσή του σε αυτό που θεώρησε πρωτεύον στη ζωή του, την ποίηση. Βεβαίως μια τέτοια επιλογή, απαιτεί δύναμη χαρακτήρα, απαιτεί ασυμβίβαστο πνεύμα, απαιτεί ΨΥΧΗ, που στον Αργύρη Χιόνη φαίνεται να περίσσευαν. Πάντα στην ουσία, ποτέ στα δήθεν και στους τύπους, απεχθάνονταν σε τέτοιο βαθμό τις συμβατικότητες και τον καθωσπρεπισμό που αρκετές φορές δεν δίσταζε να προκαλεί. Μακριά από τα κυκλώματα και τους μηχανισμούς του χώρου του, υπήρξε πάντα ενεργός συμπαραστάτης και εμψυχωτής πολλών νέων ποιητών και λογοτεχνών. Θέλει μεγαλοσύνη ψυχής κάτι τέτοιο.

Μα μεγαλοσύνη ψυχής απαιτείται και για να κατορθώνεις να ζεις μέσα σε μια μικρή κοινωνία ενός χωριού που ούτε συγκοινωνία δεν διαθέτει για επαφή με το Ξυλόκαστρο, μόλις δέκα χιλιόμετρα απόσταση αλλά τόσο μακριά. Απαραίτητο να διευκρινίσω εδώ ότι η συμβίωση με τους συγχωριανούς του, καθόλου δεν ήταν «αφ’ υψηλού», αλλά μια καθημερινή τριβή με όλα όσα συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Ο Χιόνης ήταν ο Αργύρης τους και όχι ο περίεργος μοναχικός κουλτουριάρης, ήταν ο συγχωριανός τους που είχαν παιδευτεί μαζί, είχαν διασκεδάσει και είχαν μαλώσει για τα μικρά καθημερινά πράγματα, ήταν ο δικός τους άνθρωπος ούτε καν ο «κύριος Αργύρης». Και για μένα το πιο εντυπωσιακό εκείνο το μεσημέρι στο Θροφαρί ήταν αυτοί οι άνθρωποι με τα λερωμένα μπουφάν και τα ταπεινά ρούχα που άκουγαν βουρκωμένοι τους λόγιους φίλους του να μιλάνε και που τρέξανε να τον μεταφέρουν όλο τρυφερότητα στο μνήμα του. Ναι θέλει μεγαλοσύνη ψυχής για να μπορείς να ξεχωρίζεις τα διαμάντια και να τα αποτυπώνεις στην ψυχή σου και στο χαρτί μέσα στο σωρό και τη μιζέρια της καθημερινότητας στο Θροφαρί.”. (Τριαντάφυλλος Οικονόμου)

 

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Στα δεκατέσσερά του, άρχισε να γράφει ποιήματα σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, μιμούμενος τις μαντινάδες και τα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, που η Κρητικιά μητέρα του τραγουδούσε. Μπήκε πολύ νωρίς στη βιοπάλη γι’ αυτό τελείωσε Νυχτερινό Γυμνάσιο (2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αθηνών).

Εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα που δημοσίευσε το 1963 στο περιοδικό Δωδέκατη Ώρα και το 1964 στη Νέα Εστία. Το 1966, σε ηλικία 23 ετών, εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή (Απόπειρες φωτός). Το 1967, λίγο μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, έφυγε στο εξωτερικό. Πρώτος σταθμός ήταν το Παρίσι όπου, εργαζόμενος σκληρά για το βιοπορισμό (ως λαντζιέρης, φορτοεκφορτωτής κλπ.), ξεκίνησε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα γαλλικών. Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε έγκυρα ολλανδικά λογοτεχνικά περιοδικά. Λίγο μετά τα γεγονότα του Μάη του ’68 η μεταφράστριά του, Maria Blijstra και ο σύζυγός της, ο συγγραφέας Rein Blijstra, παλιοί φίλοι του Καζαντζάκη και λάτρεις της Ελλάδας, επισκέφθηκαν το Παρίσι για ένα λογοτεχνικό συνέδριο, οπότε και συναντήθηκαν για πρώτη φορά μαζί του και τον προσκάλεσαν στο Άμστερνταμ. Μετά από δεκαπέντε περίπου μέρες, και εν μέσω απεργίας των σιδηροδρομικών, ο Αργύρης Χιόνης επιχείρησε το ταξίδι με τα πόδια και με ωτοστόπ.

Στο σπίτι των Blijstra, γνωρίστηκε με τον ελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Arnold van Gemert και την ελληνίδα γυναίκα του, που του πρότειναν να εγκατασταθεί στην Ολλανδία υποσχόμενοι να του βρουν εκεί δουλειά. Επέστρεψε στο Παρίσι και λίγους μήνες αργότερα πήρε μήνυμα από Ολλανδία ότι βρέθηκε δουλειά σ' έναν εκδότη κλασικών κειμένων, οπότε έφυγε πάλι για το Άμστερνταμ. Στο Άμστερνταμ έζησε τα επόμενα οκτώμισι χρόνια. Στην αρχή δούλεψε σκληρά, τόσο για τον βιοπορισμό όσο και για την εκμάθηση της γλώσσας. Του χορηγήθηκε υποτροφία για γράψιμο από την Εταιρεία Συγγραφέων, έγινε δεκτός στους λογοτεχνικούς κύκλους και απέκτησε πρόσβαση στα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο εξωτερικό εκδόθηκαν δύο βιβλία του (Σχήματα Απουσίας και Μεταμορφώσεις) και βραβεύτηκαν δύο θεατρικά έργα του (Ο Ρήτορας και Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του), σε διαγωνισμό που είχαν προκηρύξει για τις Κάτω Χώρες ο θεατρικός οργανισμός Sater και το λογοτεχνικό περιοδικό Soma, το 1971. Διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και παράλληλα εγγράφηκε, με κρατική υποτροφία, στη Σχολή Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

Το 1977 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου δούλεψε ως μεταφραστής, συνέγραψε μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Iowa. Το 1982 προσλήφθηκε, κατόπιν διαγωνισμού, ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το 1992 παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και αποσύρθηκε στο Θροφαρί, ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολήθηκε ως το τέλος της ζωής του μόνο με την καλλιέργεια της γης και της ποίησης. Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροατικά και ρουμάνικα. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

.

Το συγγραφικό του έργο

Ποίηση:

Απόπειρες φωτός. Αθήνα, Δωδεκάτη ώρα, 1966.

Σχήματα Απουσίας. Αθήνα, Αρίων, 1973.

Μεταμορφώσεις. έκδοση του ιδίου, Αθήνα 1974.

Τύποι ήλων. Θεσσαλονίκη, Εγνατία / Τραμ, 1978.

Λεκτικά τοπία. Αθήνα, Καστανιώτης 1983.

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη. Αθήνα, Υάκινθος, 1986.

Εσωτικά τοπία. Αθήνα, Νεφέλη, 1991,1999.

Ο ακίνητος δρομέας. Αθήνα, Νεφέλη, 1996, 2000.

Ιδεογράμματα. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1997.

Τότε που η σιωπή τραγούδησε και άλλα ασήμαντα περιστατικά. Αθήνα, Νεφέλη, 2000.

Στο υπόγειο. Αθήνα, Νεφέλη, 2004.

Η φωνή της σιωπής: Ποιήματα 1966-2000. Αθήνα, Νεφέλη, 2006.

Μέρες ποίησης [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007.

Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Ποίηση δωματίου Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010.

Παίγνια [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Futura, 2011.

Αφηγήματα:

Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα. Αθήνα, Αιγόκερως, 1981.

Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς. Αθήνα, Πατάκης, 1995.

Τρία μαγικά παραμύθια. Αθήνα, Πατάκης, 1998.

Όντα και μη όντα. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2006.

Περί αγγέλων και δαιμόνων. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007.

Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Αθήνα, Κίχλη, 2008.

Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες - Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του (τρία μονόπρακτα). Αθήνα, Κίχλη, 2009.

Μεταφράσεις:

Octavio Paz, Ποιήματα. Αθήνα, Σπηλιώτης, 1981.

Howard Fast, Οι μετανάστες, Αθήνα, Bell, 1981.

Jeffrey Archer, Κάιν και Άβελ, Αθήνα, Bell, 1982.

Russel Edson, Όταν το ταβάνι κλαίει (ποίηση). Αθήνα, Αιγόκερως, 1986.

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1997.

Jane Austen, Περηφάνια και Προκατάληψη. Αθήνα, Πατάκης, 1997, 2000.

Henri Michaux, Με το αγκίστρι στην καρδιά, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2003.

Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα [συλλογικό έργο, ανθολόγηση Μαρία Λαϊνά, συλλογική μετάφραση]. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2007.

Nikanor Parra, Ποιήματα επείγουσας ανάγκης. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2008.

Έχει επίσης μεταφράσει και δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά πολλά ποιήματα γραμμένα στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά και ολλανδικά, καθώς και όλο τον "Αστερίξ" και ένα μεγάλο μέρος του "Ιζνογκούντ".

Μεταφράσεις έργων του σε ξένες γλώσσες:

Σχήματα απουσίας Μτφρ. στα ολλανδικά και στα αγγλικά, M. Blijstra και M. Muntz (Δίγλωσση έκδοση). Άμστερνταμ, TOR, 1971.

Μεταμορφώσεις και άλλα ποιήματα, Μτφρ στα ολλανδικά, M. Blijstra. Άμστερνταμ, DE BEUK, 1976.

Βραβεία:

Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω 2007, για το Όντα και μη όντα, Γαβριηλίδης, 2006.

Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου για Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, Κίχλη 2008.

 

 

Πιστεύει στη φιλία, αγαπά τη ζωή και μισεί τις αρρώστιες και την ανημποριά.

 

Τελευταία παρουσία του στην Πάτρα ήταν στις 7 Ιουλίου 2011, μ’ αφορμή την τελευταία του ποιητική συλλογή «Ότι περιγράφω, με περιγράφει» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Για τον Αργύρη Χιόνη είχαν μιλήσει η Κατερίνα Κωστίου, καθ. στο τμ. Φιλολογίας του Πανεπ. Πατρών και ο ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας.

Εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη του ποιητή Αργύρη Χιόνη διοργάνωσε το βιβλιοπωλείον Πολύεδρο στην Π΄ατρα «με αφορμή τα κείμενα» το απόγευμα της 28ης Δεκεμβρίου 2011, όπου φίλοι, αναγνώστες και δημιουργοί , διιάβασαν και απάγγειλαν κάποιο κείμενο που αγάπησαν ιδιαίτερα. Β.Α.

 

 

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου