Απόσπασμα από το βιβλίο Dirty Truths (City Lights Publishers, 1996). Ο Michael Parenti (1933-2026) ήταν μαρξιστής πολιτικός επιστήμονας, ιστορικός, πολιτισμικός κριτικός και ακαδημαϊκός.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Δημοσιεύθηκε την
Κάποιοι λένε πως αν ο φασισμός έφτανε στην Αμερική θα ήταν ένας φριχτός εφιάλτης που θα ανέτρεπε ριζικά τον καθημερινό ρυθμό των ζωών μας. Και καθώς η ζωή μας μοιάζει να διατηρεί τον κανονικό της ρυθμό, συνάγεται πως ο φασισμός δεν έχει καταλάβει την εξουσία. Στην πραγματικότητα, όμως, το φασιστικό κράτος, όπως όλα τα κράτη, δεν έχει καμία ανάγκη να εισβάλλει με εφιαλτικό τρόπο στην καθημερινότητα του κάθε πολίτη.
Η οργουελιανή εικόνα του Μεγάλου Αδελφού που διατάζει έναν άγνωστο πολίτη να κάνει τις πρωινές του ασκήσεις μέσω αμφίδρομης τηλεόρασης μας αφήνει με μια εξαιρετικά υπερβολική καρικατούρα του αυταρχικού κράτους. Αντί να μας προειδοποιούν για πιο ρεαλιστικούς κινδύνους, μυθιστορήματα όπως το 1984 θολώνουν την όρασή μας με φανταστικές φρίκες για το μέλλον, κάνοντας έτσι συγκριτικά το παρόν να μην φαίνεται και τόσο άσχημο και αφήνοντάς μας πιο βέβαιους πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Η άσχημη αλήθεια είναι πως πολλοί άνθρωποι δεν θεωρούν τον φασισμό ως κάτι ιδιαίτερα τρομερό. Κάποτε ρώτησα μερικούς Ιρανούς επιχειρηματίες να περιγράψουν πώς ήταν η ζωή υπό το αστυνομικό κράτος του Σάχη. «Ήταν τέλεια», απάντησαν. Οι εργάτες και οι υπηρέτες μπορούσαν να προσληφθούν φτηνά, τα κέρδη ήταν υψηλά και ζούσαν πολύ καλά. Βεβαίως, ο φασισμός δεν είναι τέλειος για όλους. Η Ιταλία του Mussolini και η Γερμανία του Hitler επέβαλαν σκόπιμα μεγάλες ταλαιπωρίες στους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής των συνδικάτων, της απώλειας των εργασιακών παροχών και της μετατόπισης του εθνικού εισοδήματος από τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις προς την ανώτερη τάξη. Πολλοί από τη μικροαστική τάξη της Γερμανίας, που γενικά υποστήριζαν το ναζιστικό κόμμα, υπέστησαν την απώλεια των μικρών επιχειρήσεών τους και την τρομακτική μετάπτωση στις τάξεις της εργατικής τάξης – με εργασία στα εργοστάσια όπλων, όταν ήταν αρκετά τυχεροί να βρουν δουλειά. Ο αριθμός των Γερμανών που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και ένδειας αυξήθηκε σημαντικά, καθώς οι μισθοί μειώθηκαν κατά 40%.
Όσοι εξισώνουν τον φασισμό με τις φρικαλεότητες του Άουσβιτς έχουν δίκιο στην ηθική του καταδίκη, αλλά κάνουν λάθος στην αντίληψη της ακολουθίας της εξέλιξης του. Το χειρότερο του Άουσβιτς δεν ήρθε παρά μόνο τα χρόνια του πολέμου. Ακόμα και το 1939, το ναζιστικό κράτος εξακολουθούσε να ακολουθεί μια πολιτική ενθάρρυνσης, και συχνότερα εξαναγκασμού, της μετανάστευσης των Εβραίων σε άλλες χώρες. Η μαζική εξόντωση ως «τελική λύση» δεν εξετάστηκε σοβαρά και στην πραγματικότητα βρήκε αντίσταση μέχρι να έρθει η διαταγή του Χίτλερ (κάποια στιγμή μετά τον Μάρτιο του 1941 όπως πιστεύουν οι περισσότεροι ιστορικοί).
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν ποτέ η κανονική κατάσταση για τον μέσο Γερμανό μη Εβραίο. Εκτός αν κάποιος ήταν Εβραίος, φτωχός και άνεργος, ενεργός αριστερός ή ανοιχτά αντιναζιστής, η Γερμανία από το 1933 και για αρκετά μεγάλο διάστημα μετά την έναρξη του πολέμου δεν ήταν κάποιος εφιαλτικός τόπος. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι «καλοί Γερμανοί» ήταν να υπακούν στον νόμο, να πληρώνουν τους φόρους τους, να δίνουν τους γιους τους στον στρατό, να αποφεύγουν κάθε ένδειξη πολιτικής ετεροδοξίας και να κάνουν τα στραβά μάτια όταν διαλύονταν τα συνδικάτα και εξαφανίζονταν κάποιοι ενοχλητικοί άνθρωποι.
Δεδομένου πως πολλοί «μέσοι Αμερικανοί» ήδη υπακούν στον νόμο, πληρώνουν τους φόρους τους, δίνουν τους γιους τους στον στρατό, είναι οι ίδιοι δύσπιστοι απέναντι στην πολιτική ετεροδοξία και χειροκροτούν όταν διαλύονται τα συνδικάτα και απομακρύνονται οι ενοχλητικοί άνθρωποι, πιθανότατα θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς πολύ προσωπική ταλαιπωρία σε ένα φασιστικό κράτος – μερικοί από αυτούς σίγουρα φαίνονται πρόθυμοι να το κάνουν. Σε αντίθεση με τις φαντασιώσεις του Orwell, αυτό που είναι τόσο τρομακτικό στον φασισμό είναι η «κανονικότητά» του, η συμβατότητά του με τα συλλογικά συναισθήματα ενός σημαντικού αριθμού «κανονικών» ανθρώπων – αν και πιθανώς ποτέ δεν αποτελούν την πλειοψηφία σε καμία κοινωνία.
Καλό θα ήταν να σταματήσουμε να θεωρούμε τον φασισμό ως μια απλή κατάσταση επιλογής μεταξύ «Α ή Β». Το πολιτικό σύστημα κάθε χώρας περιλαμβάνει μια ποικιλία άνισων και φαινομενικά ασυμβίβαστων θεσμικών πρακτικών. Το να επιμένουμε πως ο φασισμός δεν υφίσταται έως ότου αναπαραχθούν όλες οι αποτρόπαιες πράξεις του ναζιστικού κράτους και εξαλειφθούν όλα τα ίχνη της συνταγματικής κυβέρνησης σημαίνει να παραβλέπουμε, με δική μας ευθύνη, τις ανησυχητικά αντιδημοκρατικές, αυταρχικές εκδηλώσεις που είναι εγγενείς σε πολλά κράτη που αυτοαποκαλούνται δημοκρατίες. Το 1971, ο Bertram Gross και εγώ ξεκινήσαμε μια συζήτηση σχετικά με αυτό το θέμα. Ο Gross υποστήριζε πως ο φασισμός ήταν κάτι πιθανό, αλλά μελλοντικό στις Ηνωμένες Πολιτείες· θα μπορούσε να συμβεί εδώ. Εγώ υποστήριξα πως φασιστικά χαρακτηριστικά ήταν ήδη ενσωματωμένα στη δομή του κράτους των περισσότερων καπιταλιστικών δημοκρατιών, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας. Κάθε ένας από εμάς έγραψε ένα άρθρο περιγράφοντας τις θέσεις μας, αυτός στο Social Policy και εγώ στο Transactions. Χρόνια αργότερα, έγραψε το βιβλίο Friendly Fascism, στο οποίο υιοθέτησε το επιχείρημά μου. Σε μια μεταγενέστερη συζήτηση, είπε ότι το άρθρο μου τον έπεισε – αν και έψαξα μάταια στο βιβλίο του για κάποια αναφορά.
Επιλεκτική Καταστολή
Εκείνοι που αρνούνται την επικείμενη εμφάνιση του αμερικανικού φασισμού υποστηρίζουν μερικές φορές πως σήμερα είμαστε πιο ελεύθεροι από ποτέ. Η ικανότητα κάποιου να δεχτεί μια τέτοια διαβεβαίωση εξαρτάται εν μέρει από τις ταξικές συνθήκες και τις ευκαιρίες που έχει στη ζωή του. Ο εύπορος άνθρωπος, του οποίου οι απόψεις ταιριάζουν με το τμήμα του αμερικανικού πολιτικού φάσματος που είναι γνωστό ως «mainstream» (από τους δεξιούς Ρεπουμπλικάνους έως τους κεντρώους Δημοκρατικούς) και του οποίου οι πολιτικές δράσεις περιορίζονται στις τυποποιημένες μορφές συμμετοχής – ανεπίσημες συζητήσεις, τηλεόραση, ανάγνωση εφημερίδων και ψήφος – είναι πιθανό να απορρίψει τον ισχυρισμό πως η Αμερική είναι φασιστική. Όμως, όσοι αντιτίθενται στην υπάρχουσα πολιτική ορθοδοξία και βρίσκονται υπό επιτήρηση και υπόκεινται σε εκφοβισμούς, παρενοχλήσεις και κυρώσεις από το κράτος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ έχουν μια λιγότερο αισιόδοξη άποψη.
Τις τελευταίες δεκαετίες, σχεδόν όλοι οι Αφροαμερικανοί ηγέτες κοινωνικών κινημάτων που απέκτησαν τοπική ή εθνική φήμη κατέληξαν είτε να κατηγορηθούν, είτε να φυλακιστούν, είτε υπό έφεση, είτε να κρυφτούν, είτε να εξοριστούν, είτε να δολοφονηθούν από τις δυνάμεις του «νόμου και τάξης». Οι περισσότερες δολοφονίες δεν αναφέρθηκαν στον εθνικό Τύπο. Ελάχιστοι, αν όχι κανένας, από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς καταδικάστηκαν για δολοφονία από τις επιτροπές ενόρκων, αποτελούμενες κυρίως από λευκούς μέσους Αμερικάνους, που αποφασίζουν για αυτά τα θέματα.
Η επιείκεια που επιδεικνύουν οι αρχές προς όσους βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος έρχεται σε έντονη αντίθεση με την αμείλικτη, τιμωρητική δικαιοσύνη που επιβάλλεται στους έγχρωμους, τους φτωχούς και τους ριζοσπάστες όλων των αποχρώσεων. Ενώ οι φύλακες παραμένουν δίχως έλεγχο, οι πολιτικοί ακτιβιστές συλλαμβάνονται με ψευδείς κατηγορίες και καταλήγουν να εκτίουν αστρονομικές ποινές για εγκλήματα που δεν διέπραξαν ποτέ ή για σχετικά ήσσονος σημασίας αδικήματα. […].
Την τελευταία δεκαετία περίπου παρατηρείται αύξηση των αντιδραστικών και ρατσιστικών οργανώσεων. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για να τις αντιμετωπίσει. Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 1995, ένας υπάλληλος της κομητείας της Καλιφόρνιας που αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα ακροδεξιών ακτιβιστών ενάντια στη φορολογία να άρει την κατάσχεση που είχε επιβληθεί σε έναν από αυτούς από την εφορία, ξυλοκοπήθηκε από δύο άνδρες και μαχαιρώθηκε. Μια δικαστής στη Μοντάνα τρομοκρατήθηκε, απειλήθηκε με απαγωγή και μια ομάδα πολιτοφυλακής έβαλε να την δολοφονήσουν, επειδή θεωρούσαν πως δεν είχε δικαιοδοσία επάνω τους. Ένας ομοσπονδιακός υπάλληλος της υπηρεσίας προστασίας της άγριας φύσης απειλήθηκε πως η γυναίκα και τα παιδιά του θα δένονταν με αγκαθωτό συρματόπλεγμα και θα τους πετιόνταν σε πηγάδι. Στη διάρκεια ενός φόρουμ στο Καπιτώλιο, κυβερνητικοί υπάλληλοι, περιβαλλοντολόγοι και ακτιβιστές υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση περιέγραψαν περιστατικά παρενόχλησης, εκφοβισμού και βίας που διαπράχθηκαν από παραστρατιωτικές ομάδες (Washington Post, 13/7/1995). Ορισμένες από αυτές τις ομάδες χρηματοδοτούνται από ύποπτους πλούσιους ιδιώτες. Το 1995, το ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο, αρνήθηκε να πραγματοποιήσει ακροάσεις σχετικά με αυτές τις παραστρατιωτικές ομάδες. Εν τω μεταξύ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει κάνει σχεδόν τίποτα για τον κίνδυνο των κρυμμένων όπλων, τις απειλές και τις ανοιχτά βίαιες ενέργειες που έχουν διαπράξει αυτές οι οργανώσεις εναντίον τρίτων.
Ταυτόχρονα, ωστόσο ο κατασταλτικός μηχανισμός της κυβέρνησης στρέφεται εναντίον των αριστερών διαφωνούντων. Το FBI και οι Κόκκινες Ομάδες (Red Squads) της κάθε τοπικής αστυνομίας κατασκοπεύουν, εισβάλουν, διαταράσσουν και στοχεύουν με διάφορους τρόπους διάφορες οργανώσεις που αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη και την αποστρατιωτικοποίηση ή το περιβάλλον. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, σχεδόν διακόσιες οργανώσεις χαρακτηρίστηκαν, όχι ως κομμουνιστικά μέτωπα όπως κατά τη διάρκεια της κατασταλτικής εποχής του McCarthy στη δεκαετία του 1950, αλλά ως «τρομοκρατικά μέτωπα», συμπεριλαμβανομένης της Southern Leadership Conference του Martin Luther King Jr. και διαφόρων άλλων εκκλησιαστικών και φοιτητικών οργανώσεων. Ο Πρόεδρος Clinton δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να ακυρώσει αυτή τη νέα λίστα συλλήψεων και το 1995 υποστήριξε έναν κατασταλτικό αντιτρομοκρατικό νόμο που έδινε στον πρόεδρο την εξουσία να διατάξει τη σύλληψη και τη κράτηση ατόμων που θεωρείται πως βοηθούν οποιαδήποτε ομάδα έχει χαρακτηριστεί «τρομοκρατική» από τον πρόεδρο ακόμη και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, δίκη ή ακόμη και επίσημες κατηγορίες. (Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τη Γερουσία με μεγάλη πλειοψηφία, αλλά απορρίφθηκε από τη Βουλή.)
Πολιτικός Νόμος
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ήταν αυτή των όπλων, των κλομπ, των κρανών, των αλεξίσφαιρων γιλέκων και άλλων ειδών εσωτερικού πολέμου που πωλούνται στις αστυνομικές αρχές, ενώ ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας κρατικής απασχόλησης ήταν αυτός της αστυνομίας και των φυλακών. Ο πληθυσμός των φυλακών στις περισσότερες πολιτείες έχει αυξηθεί εκθετικά, κυρίως με μικρούς χρήστες ναρκωτικών. Μέχρι το 1995-96, η Καλιφόρνια ξόδευε περισσότερα για τις φυλακές παρά για την εκπαίδευση.
Αυτό δεν σημαίνει πως η αστυνομία είναι απασχολημένη με την καταπολέμηση του εγκλήματος. Παρά τον νέο εξοπλισμό και το προσωπικό της, δεν κάνει σχεδόν τίποτα για να σταματήσει τους μεγάλους εμπόρους ναρκωτικών, τους ιδιοκτήτες που εκβιάζουν ενοίκια για άθλια σπίτια, τους εκμεταλλευτές εργατών, τους μαφιόζους, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους συζύγους που κακοποιούν τις γυναίκες τους, τους παιδόφιλους, τους βιαστές, τους ληστές, τους υποκινητές μίσους και άλλους που εκμεταλλεύονται τους πιο ευάλωτους ανάμεσα μας.
Η πραγματική αποστολή της αστυνομίας είναι ο κοινωνικός έλεγχος. Η δουλειά της είναι να κρατάει υπό έλεγχο εκείνα τα στοιχεία που μπορεί να αποδειχθούν δυνητικά ενοχλητικά για τις εξουσίες. Ρίξτε μια ματιά στα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ με αστυνομικές υποθέσεις που προβάλλονται παντού. Αυτό που επαναλαμβάνεται είναι το πώς η αστυνομία δεν ασχολείται με τους θύτες, αλλά με τα θύματα: τους άπορους και τους ζητιάνους, τους άστεγους, τους φτωχούς και τους ανέργους, τις πόρνες, τους παράνομους μετανάστες, τους αλκοολικούς και τους τοξικομανείς, θύματα που παρουσιάζονται στο τηλεοπτικό κοινό ως εγκληματίες.
Η δουλειά του κοινωνικού ελέγχου της αστυνομίας γίνεται σε τρία επίπεδα εντός των αστικών κοινοτήτων και μεταξύ των δυνητικά «ενοχλητικών» πληθυσμών. Πρώτον, υπάρχει η καταστολή στο επίπεδο του δρόμου που προκαλείται και διαπράττεται από πάρα πολλούς αστυνομικούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα σήματα και τα όπλα τους ως κάλυψη για να εκφράσουν τις ρατσιστικές τους αντιπάθειες και τις προσωπικές τους προκαταλήψεις. Όλα αυτά είναι ευρέως γνωστά, με συνεχείς περιπτώσεις αστυνομικής βίας και αλλεπάλληλες περιπτώσεις νομικών συμβιβασμών. Και για κάθε θύμα βίας που κερδίζει αποζημίωση, υπάρχουν πολλά που δεν φτάνουν ποτέ στο δικαστήριο.
Δεύτερον, υπάρχει η μαζική διακίνηση ναρκωτικών, στην οποία η αστυνομία παίζει ενεργό ρόλο ως διανομέας μαζί με ομοσπονδιακές υπηρεσίες, όπως η CIA, που συνδέονται άμεσα με διακινητές στο εξωτερικό. Και αυτό είναι δημόσια γνωστό, με ευρήματα από τρεις διαφορετικές επιτροπές του Κογκρέσου και ένορκες καταθέσεις πιλότων που έχουν μεταφέρει ναρκωτικά και όπλα για τη CIA.
Στο τρίτο επίπεδο βρίσκονται οι συντονισμένες συστηματικές προσπάθειες των ομοσπονδιακών, πολιτειακών και τοπικών αρχών να υπονομεύσουν τα κοινοτικά κινήματα, επειδή οι εξουσίες προτιμούν έναν αποκαρδιωμένο, διχασμένο, αποδιοργανωμένο και εξαρτημένο από τα ναρκωτικά πληθυσμό από έναν πολιτικοποιημένο πληθυσμό που κινητοποιείται για συλλογική δράση και ριζική αλλαγή.
Μέλη διαφόρων αφροαμερικανικών και λατινοαμερικανικών ομάδων, όπως οι Young Lords, οι Black Panthers, οι Brown Berets, οι Black Men Against Crack και οι Cripps και οι Bloods (μετά την πολιτικοποίηση αυτών των συμμοριών), μπορούν να μαρτυρήσουν πως όταν συμμετείχαν σε εγκληματικές δραστηριότητες είχαν λιγότερα προβλήματα με την αστυνομία από ό,τι όταν κινητοποιήθηκαν πολιτικά ενάντια στα ναρκωτικά, την αστυνομική βία και τις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις εντός των κοινοτήτων των πόλεων. Σε επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν από κοινού από τις τοπικές αρχές και ομοσπονδιακούς πράκτορες, τα γραφεία των Μαύρων Πανθήρων σε όλη τη χώρα έγιναν στόχος επιδρομών και καταστροφών, κλάπηκαν τα χρήματά τους και οι ένοικοί τους συνελήφθησαν ή πυροβολήθηκαν. Τουλάχιστον τριάντα τέσσερις Πάνθηρες έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της καταστολής της δεκαετίας του 1970. Εκατοντάδες άλλοι φυλακίστηκαν, πολλοί με ψευδείς κατηγορίες. Μερικοί, όπως ο Geronimo Pratt, βρίσκονται ακόμα στη φυλακή, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά.
Αυτά τα τρία επίπεδα πολιτικής καταστολής λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους. Οι ρατσιστές αστυνομικοί και οι έμποροι ναρκωτικών έχουν την σιωπηρή έγκριση από τα ανώτερα κλιμάκια, και οι αξιωματούχοι εξυπηρετούνται στην ευρύτερη ατζέντα τους από τους ρατσιστές αστυνομικούς και τους εμπόρους ναρκωτικών. Επιπλέον, η ίδια η αστυνομία είναι συχνά πολιτικοποιημένη, ταυτίζεται με μια δεξιά εφαρμογή του νόμου και παίρνει θάρρος από τις δηλώσεις εκλεγμένων αξιωματούχων που εκμεταλλεύονται τους φόβους του λαού για την εγκληματικότητα.
Οικειότητα και το «Μετριοπαθές» Κέντρο
Φαίνεται πως η ικανότητα των περισσότερων λευκών της μεσαίας τάξης να αντιληφθούν τα φασιστικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, όχι μόνο από τις ταξικές τους εμπειρίες, αλλά και από την αύρα οικειότητας και νομιμότητας που περιβάλλει την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα. Όταν συγκρίνουν την κοινωνία τους με άλλες, έχουν τη τάση να χρησιμοποιούν άλλα μέτρα και σταθμά. Έτσι, οι οργανωμένες μορφές αστυνομικής βίας στην Αμερική θεωρούνται μεμονωμένα, ανώμαλα περιστατικά – στις σπάνιες περιπτώσεις που δημοσιοποιούνται – και όχι ως εγγενείς εκδηλώσεις της κοινωνικής μας τάξης. Οι ίδιες πρακτικές όμως σε ορισμένες άλλες χώρες αντιμετωπίζονται ως προβλέψιμα συστατικά των ολοκληρωτικών συστημάτων.
Η ναζιστική εισβολή στην Πολωνία είναι φασισμός σε δράση· η αμερικανική εισβολή στο Βιετνάμ είναι «γκάφα» ή, στη χειρότερη περίπτωση, «ανήθικη εφαρμογή» της εξουσίας. Η κατήχηση των παιδιών στη ναζιστική Γερμανία με τους μύθους και τα τελετουργικά του έθνους-κράτους θεωρείται χαρακτηριστικό του φασισμού· αλλά η δική μας κατήχηση στο δημοτικό σχολείο, γεμάτη με χαιρετισμούς στη σημαία, εθνικούς ύμνους και ιστορικά βιβλία που υποστηρίζουν τους μύθους της αμερικανικής ανωτερότητας, είναι «αγωγή του πολίτη». Πολλές κοινωνικές ρυθμίσεις και γεγονότα που θα προκαλούσαν έντονα αρνητικά συναισθήματα αν ορίζονταν ως προϊόντα ενός ολοκληρωτικού κράτους, λόγω της εγγύτητας τους και της πολιτισμικής τους οικειότητας, δεν προκαλούν ανησυχία όταν εφαρμόζονται στο εσωτερικό.
Το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα χαρακτηρίζεται συχνά, από όσους το εκπροσωπούν, ως μια δημοκρατική δύναμη που πολεμά σε δύο μέτωπα ενάντια στα άκρα της Δεξιάς και της Αριστεράς. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση της ιστορίας μας δείχνει ότι το Κέντρο έχει την τάση να συμμαχεί με τη Δεξιά ενάντια στην Αριστερά, παρά να αντιτίθεται και στις δύο με την ίδια ένταση. Το Κέντρο, μακριά κάθε άλλο παρά από αθώο θύμα όταν ο φασισμός αναδύεται θριαμβευτικά, είναι συνεργός. Στη Γερμανία, ήδη από το 1918, ο σοσιαλδημοκράτης ηγέτης Ebert σύναψε συμμαχία με τον στρατάρχη von Hindenburg «προκειμένου να πολεμήσει τον μπολσεβικισμό». Καθ’ όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπως καταγράφει ο Franz Neumann στο βιβλίο του Behemoth, «κάθε νόμος που υποτίθεται πως στρεφόταν τόσο κατά των κομμουνιστών όσο και κατά των εθνικοσοσιαλιστών [ναζί] εφαρμόζονταν αδιαλείπτως κατά του Σοσιαλιστικού Κόμματος και ολόκληρης της Αριστεράς, αλλά σπάνια κατά της Δεξιάς». Οι αριστεροί που αντιδρούσαν απέναντι στον παράνομο επανεξοπλισμό της Γερμανίας βρέθηκαν να κατηγορούνται και να δικάζονται για προδοσία, ενώ οι δεξιοί δολοφόνοι και πραξικοπηματίες «είτε δεν διώχθηκαν καθόλου είτε αντιμετωπίστηκαν με επιείκεια».
Η συμπαιγνία μεταξύ Κέντρου και Δεξιάς είναι κατανοητή. Παρά τις διαφορές τους σε έμφαση και μεθόδους (διαφορές που δεν πρέπει πάντα να θεωρούνται ασήμαντες), το Κέντρο και η Δεξιά μοιράζονται μια κοινή δέσμευση στην υπάρχουσα εταιρική ταξική δομή και τη συντηρητική θεσμική εξουσία.
Αν και είναι ικανοί για εκτεταμένες κατασταλτικές ενέργειες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι κεντρώοι συνεχίζουν να θεωρούν τους εαυτούς τους ανίκανους να ασκήσουν τον εξτρεμισμό που αποδίδεται στη Δεξιά και την Αριστερά. Πράγματι, το πολύ γραμμικό μοντέλο που εφαρμόζουν στην πολιτική (ακραία Αριστερά/Αριστερά/Κέντρο/Δεξιά/ακραία Δεξιά), όπως κάθε γραμμή ή φάσμα, μπορεί να επεκταθεί και στα δύο άκρα για να επιτρέψει απεριόριστα άκρα, αλλά δεν προβλέπει χώρο για ένα ακραίο Κέντρο. Το ακραίο, σύμφωνα με το λεξικό Webster’s, είναι «το άκρο, το απόλυτο όριο, μια ακραία κατάσταση». Επομένως, η ίδια η έννοια του ακραίου Κέντρου είναι μια αντίφαση. Τα άκρα του Κέντρου σε ένα γραμμικό πολιτικό φάσμα, στο βαθμό που μπορούν να απεικονιστούν, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αρχή μιας μετριοπαθούς Αριστεράς και μιας μετριοπαθούς Δεξιάς.
Αλλά το ακραίο έχει και μια άλλη έννοια, σύμφωνα με το λεξικό Webster’s, «ένα υπερβολικό ή υπερμετρο βαθμό, κατάσταση ή μέτρο». Η δεύτερη έννοια υπονοεί την εικόνα του αδιάλλακτου, δογματικού και βίαιου εξτρεμιστή, και στην κοινή πολιτική ορολογία αυτή η δεύτερη έννοια συχνά συγχέεται με την πρώτη, έτσι ώστε η γραμμική σχέση, το φάσμα, να αποκτά μια δική της ηθική ποιότητα. Χάρη σε ένα λογοπαίγνιο το Κέντρο έτσι γίνεται ανίκανο για πολιτικό εξτρεμισμό.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα, δεν συνάγεται πως όσοι καταλαμβάνουν τα άκρα ενός γραμμικού μοντέλου (μια τοποθέτηση που γίνεται σύμφωνα με τις πεποιθήσεις για την επίτευξη της αλλαγής της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης) πρέπει αναγκαστικά να είναι εξτρεμιστές με την αρνητική έννοια του όρου. Εμείς που χαρακτηριζόμαστε «ακραίοι αριστεροί» στην πραγματικότητα θέλουμε μάλλον μετριοπαθή και πολιτισμένα πράγματα: ένα καθαρό περιβάλλον, μια δίκαιη φορολογική δομή, τη χρήση της κοινωνικής παραγωγής για κοινωνικές ανάγκες, την επέκταση της παραγωγής του δημόσιου τομέα, σοβαρές περικοπές στον φουσκωμένο στρατιωτικό προϋπολογισμό, προσιτή στέγαση, αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ίση δικαιοσύνη για όλους και άλλα παρόμοια. Δεν υπάρχει τίποτα ηθικά ακραίο σε τέτοια πράγματα. Είναι «ακραία» μόνο με την έννοια ότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα κυρίαρχα συμφέροντα του status quo. Μπροστά σε τέτοια κατάφωρη αδικία και ταξικά προνόμια, οι σκέψεις για κοινωνική δικαιοσύνη και βελτίωση παίρνουν τη μορφή «ακροτήτων».
Ούτε σημαίνει πως όσοι βρίσκονται στο κέντρο οποιουδήποτε πολιτικού φάσματος είναι ανίκανοι να προβούν σε βίαιες, κατασταλτικές, καταστροφικές και αδιάλλακτες ενέργειες που συνήθως συνδέονται με φασίστες εξτρεμιστές. Δεν ήταν η John Birch Society που προσπάθησε να βομβαρδίσει την Ινδοκίνα και να την στείλει πίσω στην Λίθινη Εποχή, ούτε ήταν το Αμερικανικό Ναζιστικό Κόμμα που τελειοποίησε το ναπάλμ και έβαλε θαλιδομίδη στα αποφυλλωτικά που χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την Ινδοκίνα. Σήμερα δεν είναι οι σκίνχεντς και η ΚΚΚ που συντηρούν ομάδες θανάτου και άλλες δολοφονικές επιχειρήσεις σε μεγάλο μέρος του Τρίτου Κόσμου. Είναι οι καλύτεροι και οι σπουδαιότεροι του πολιτικού Κέντρου (με μεγάλη βοήθεια από τους δεξιούς).
Αναζητώντας Εξιλαστήρια Θύματα
Ο τρόπος με τον οποίο η κυρίαρχη τάση μετατρέπεται σε φασιστική Δεξιά είναι αρκετά εμφανής στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η κοινωνικοοικονομική ατζέντα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν διαφέρει πολύ από αυτή που προωθούσαν ο Mussolini και ο Hitler: διάλυση των συνδικάτων, μείωση των μισθών, επιβολή ενός δεξιού ιδεολογικού μονοπωλίου στα μέσα ενημέρωσης, κατάργηση των φόρων για τις μεγάλες εταιρείες και τους πλούσιους, κατάργηση των κυβερνητικών κανονισμών που αποσκοπούν στην ασφάλεια των εργαζομένων και των καταναλωτών και στην προστασία του περιβάλλοντος, λεηλασία δημόσιων εκτάσεων, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων, κατάργηση των περισσότερων κοινωνικών υπηρεσιών και πολιτική και φυλετική υποκίνηση εναντίον όσων αντιτίθενται σε τέτοια μέτρα.
Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, μία από τις κύριες τακτικές του φασισμού είναι να κατευθύνει τα δίκαια παράπονα του λαού προς άσχετους εχθρούς: Εβραίους, κομμουνιστές, τσιγγάνους, συνδικάτα. Έτσι, σήμερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, βλέπουμε τους μεσαίους Αμερικανούς να αντιμετωπίζουν πραγματικές οικονομικές δυσκολίες και κοινωνικές απογοητεύσεις ως φορολογούμενοι, μισθωτοί και πολίτες, αλλά να είναι πολύ καλά κατηχημένοι και πολύ αφοσιωμένοι στην συμβατική κοινωνική τάξη για να κάνουν οποιαδήποτε ρεαλιστική καταγγελία του συστήματος των πολυεθνικών. Τους λένε πως ο στρατός και οι μεγάλες εταιρείες είναι οι στυλοβάτες του αμερικανισμού. Και καλούνται να στρέψουν την οργή τους προς άσχετους και συχνά φανταστικούς εχθρούς, όπως οι Αφροαμερικανοί, οι Λατίνοι, οι Εβραίοι, οι φτωχοί, οι «απατεώνες των επιδομάτων», οι μετανάστες, οι φεμινίστριες, οι ομοφυλόφιλοι, οι υποστηρικτές των νόμιμων αμβλώσεων, οι άθεοι, τα υποτιθέμενα «φιλελεύθερα» μέσα ενημέρωσης και άλλες «πολιτιστικές ελίτ» (όποιες και αν είναι αυτές), ο κρυφός στρατός των Ηνωμένων Εθνών που καταλαμβάνει μυστικά τις ΗΠΑ, και διάφοροι πραγματικοί και φανταστικοί παραβάτες του νόμου και της τάξης.
Ενώ οι ηγέτες των ΗΠΑ και τα μεγάλα εταιρικά μέσα ενημέρωσης αγνοούν συστηματικά τα νόμιμα και επείγοντα παράπονα των κοινωνικά αδικημένων ομάδων, δεν φαίνεται να υπάρχει όριο στην συμπονετική προσοχή που δίνουν στα οργισμένα μέλη της ΚΚΚ, στους ανήσυχους Ναζί και στους όλο αγωνία πολιτοφύλακες – οι οποίοι είναι σχεδόν όλοι δεξιοί, ρατσιστές και οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Και σπάνια, αν όχι ποτέ, καλούν το κοινό να σκεφτεί αν είναι πραγματικά οι μητέρες που λαμβάνουν κοινωνικά επιδόματα και οι παράνομοι μετανάστες που μας φέρνουν ρεκόρ ελλειμμάτων, πόλεμο, διογκωμένους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, υψηλούς φόρους, φτώχεια, αστική παρακμή, πληθωρισμό, εγκληματικότητα, ανεργία και περιβαλλοντική καταστροφή.
Όπως όταν ο φασισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία και τη Γερμανία, το Κέντρο δείχνει μια κατανοητική ανοχή προς την ακροδεξιά, ενώ επιδιώκει να ασκήσει εκφοβιστικό και κατασταλτικό έλεγχο πάνω στην Αριστερά. Δεν είναι έκπληξη πως πολλοί από τους ίδιους ανθρώπους που υποστηρίζουν αυτά τα αυταρχικά, κρατιστικά μέτρα κατά διαφωνούν δημοκρατικά είναι οι πρώτοι που αρνούνται πως ο φασισμός αποτελεί απειλή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά όλο και περισσότεροι από εμάς έχουμε χάσει τον σκεπτικισμό μας. Αυτό που φοβόμαστε δεν είναι ο κατακλυσμός, αλλά η μετατόπιση. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται τόσο για μετατόπιση προς τον φασισμό, όσο για μια συντονισμένη προσπάθεια των φορέων της κρατικής εξουσίας. Οι ανώτεροι κύκλοι δεν επιτίθενται μόνο στο βιοτικό επίπεδο του λαού, αλλά και στα δημοκρατικά δικαιώματα που μας επιτρέπουν να κάνουμε οποιαδήποτε αντεπίθεση για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας από την κατάρρευση στον Τρίτο Κόσμο. Σε τελική ανάλυση, ο κίνδυνος του φασισμού δεν προέρχεται από μερικούς σκίνχεντς ή πολιτοφυλακές, αλλά από τις διάφορες υπηρεσίες επιβολής του νόμου του κράτους εθνικής ασφάλειας, εκείνους που θα μας στερήσουν ό,τι έχει απομείνει από τα μέσα διαβίωσής μας και τα δημοκρατικά μας δικαιώματα με το πρόσχημα ότι «κάνουν ό,τι είναι καλύτερο για την Αμερική».
Ακούστε παρακάτω το κείμενο σε ηχητική μορφή στα αγγλικά στο YouTube
