Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Journal of Political Ideologies 1. Ο Roger Eatwell είναι ομότιμος καθηγητής πολιτικής του Πανεπιστημίου του Μπαθ.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Δημοσιεύθηκε την
Εισαγωγή
Καθώς ο 20ος αιώνας φτάνει στο τέλος του, συνεχίζουν να υπάρχουν θεμελιώδεις διαφωνίες σχετικά με τον ορισμό του «φασισμού», ακόμη και για το αν είναι καν εφικτό να αναγνωρίσουμε μια μορφή γενικού φασισμού, που να υπερβαίνει το τόπο και το χρόνο. οι ιστορικοί ειδικά έχουν δείξει τις βασικές διαφορές μεταξύ αυτών που τυπικά αντιμετωπίζονται ως τα δυο χαρακτηριστικά του παραδείγματα – ο Ναζισμός και ο Ιταλικός Φασισμός (και οι δυο ξεπήδησαν από κινήματα που δημιουργήθηκαν την ίδια χρονιά, το 1919). Πιο συχνά, η βιολογικά ρατσιστική ιδεολογία των ναζί αντιπαραβάλλεται με την πολιτισμική αποικιοκρατία των Ιταλών φασιστών ηγετών. Ο λιγότερο ολοκληρωτικός, πιο συντηρητικός και οπορτουνιστικός χαρακτήρας του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος διακρίνεται επίσης συχνά από την «σωρευτική ριζοσπαστικοποίηση» του Ναζισμού. Αυτές οι διαφορές συχνά εξηγούνται τονίζοντας εμφατικά τις δήθεν μοναδικές μορφές εθνικής παράδοσης και εξέλιξης. Για πολλά χρόνια αυτό εστίαζε στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη (ειδικά σε ένα υποτιθέμενο γερμανικό Sonderweg), αν και πιο πρόσφατα – και πιο αποκαλυπτικά – ο βαθιά ριζωμένος ευγονικός και ρατσιστικός χαρακτήρας της γερμανικής πολιτικής παράδοσης εμφανίστηκε ξανά στην κεντρική σκηνή.
Αυτά τα συνοπτικά σημεία θέτουν ζητήματα που είναι πολύ μεγάλα για να αναλυθούν σοβαρά σε ένα μόνο άρθρο. Ωστόσο δείχνουν προς ένα σύνολο αναλυτικών διακρίσεων που χρησιμεύουν στο να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα οριστεί ο φασισμός. Πρώτα από όλα είναι χρήσιμο να διακρίνουμε μεταξύ του φασισμού ως καθεστώς, ως κίνημα και ως ιδεολογία. Το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας πάνω στον φασισμό επικεντρώθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο. Κομμάτι αυτής της εστίασης εξηγείται από την τάση (1) του μαρξισμού, (2) της κοινωνικής ιστορίας και (3) της κοινωνικής επιστήμης να αντιμετωπίζουν την μελέτη των «θεμελιωδών» απαρχών και λειτουργειών ως πιο σημαντικών από την ανάλυση «υπερκείμενων» κατασκευών, όπως το δόγμα. Η διαδεδομένη παρανόηση πως δεν υπάρχει ιδιαίτερη βάση στο φασισμό ως ιδεολογία (ακόμη και πως ήταν μια μορφή «αντι-ιδεολογίας» ή μια μορφή βίαιου μηδενισμού) έχει ενθαρρύνει περαιτέρω αυτή τη τάση. Έτσι ένας κορυφαίος μελετητής στης κοινωνικής ψυχολογίας των ναζιστών ακτιβιστών έχει γράψει για το έργο της αναγνώρισης μιας ουσιαστικής ιδεολογίας πως «σπάνια έχει σπαταληθεί τόση σκέψη σε ένα τόσο ανούσιο εγχείρημα». Αυτό σήμαινε πως οι ορισμοί του φασισμού έτειναν να εστιάζουν ουσιαστικά στη κοινωνική του βάση, ή στα υποτιθέμενα αίτια του: οι μαρξιστές τον βλέπουν τυπικά ως μια μορφή «δικτατορίας του κεφαλαίου», ενώ μια σημαντική κοινωνιολογική προσέγγιση έχει ορίσει το φασισμό ως «εξτρεμισμό του κέντρου», ένα καθεστώς που εμφανίζεται όταν η μεσαία τάξη αντιμετωπίζει κρίσεις οικονομίας και θέσης.
Το συνολικό αποτέλεσμα αυτών των τάσεων είναι συχνά μια σύγχυση μεταξύ αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ιδέα (ταξινομική και εννοιολογική βελτιστοποίηση) και θεωρία (δοκιμή της υπόθεσης). Υπάρχει επίσης ένα πρόβλημα κυκλικότητας που ταλανίζει τόσο τη δημιουργία της ιδέας όσο και της θεωρίας. Τι έρχεται πρώτο: ο ορισμός ή η επιλογή των περιπτώσεων πάνω στις οποίες θα δουλέψουμε – ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα με το φασισμό, καθώς ο φασισμός έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως από αντιπάλους παρά ως μορφή αυτοπροσδιορισμού (οι Ναζί σπάνια αποκαλούσαν τους ίδιους ως «φασίστες»). Εν μέρει συνδεδεμένο με αυτό, είναι το εννοιολογικό πρόβλημα της διάκρισης πυρήνα-περιφέρειας: τι είναι απαραίτητο και τι είναι δυνητικό; Ένα σχετικό και τελικό μεθοδολογικό πρόβλημα αφορά την ανάγκη να σκεφτόμαστε εννοιολογικά με όρους ομόκεντρων κύκλων: υπάρχουν πτυχές του φασισμού που μπορούν να εντοπιστούν σε άλλες ιδεολογίες, κινήματα και καθεστώτα, για παράδειγμα: εθνικισμός και κορπορατισμός· παραστρατιωτική οργάνωση και έμφαση στη προπαγάνδα· ή ηγετικές λατρείες και τρομοκρατία.
Το κεντρικό επιχείρημα που διατρέχει αυτό το άρθρο είναι πως ο φασισμός ορίζεται καλύτερα ως ιδεολογία. Η προσπάθεια να βασίσουμε μια ιδιαίτερη φασιστική τυπολογία σε καθεστώτα περιλαμβάνει μια σειρά από προβλήματα. Συγκεκριμένα, υπάρχουν μόνο δύο στην Ευρώπη κατά την ειρήνη του μεσοπολέμου που είναι γενικώς αποδεκτά ως φασιστικά, και τα δυο βραχύβια και προϊόντα ειδικών συνθηκών (αν και τα δυο, ειδικά ο Ναζισμός, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην ιστορία). Ο Ιταλικός Φασισμός, για παράδειγμα, ήταν έντονα περιορισμένος έχοντας να έρθει σε συμβιβασμό με την εξουσία άλλων δυνάμεων, κυρίως της Καθολικής Εκκλησίας. Μοιάζει ορθότερο να καταλήξουμε πως είναι αδύνατο να προτείνουμε ένα γενικό μοντέλο καθεστώτος, πέρα από το να δεχτούμε πως ο φασισμός είχε ισχυρές ολοκληρωτικές τάσεις. Υπάρχουν πολυάριθμα κινήματα για να βασίσουμε πάνω τους έναν ορισμό, αλλά και αυτά επίσης δημιουργούν προβλήματα. Τείνουν να εκτρέπουν τη προσοχή από την πιο λεπτομερή ανάπτυξη της ιδέας και εμφανίζουν γνωρίσματα ειδικά στο χρόνο και το πλαίσιο, ανάμεσα τους μια τάση να κρύβουν το πραγματικό τους πρόγραμμα και να εστιάσουν στην προπαγανδιστική γοητεία, χαρακτηριστικό που είναι ιδιαίτερα εμφανές μετά το 1945. Ωστόσο, τονίζοντας τη σημασία ενός ιδεολογικά εστιασμένου ορισμού δεν σημαίνει πρέπει η εννοιολογική ανάλυση να είναι απλώς μια άσκηση στην στρατόσφαιρα της ιστορίας των ιδεών, αναγνωρίζοντας ένα λόγο που σε γενικές γραμμές είναι αποκομμένος από το κόσμο της πράξης. Οι ιδεολογίες δεν είναι απλώς το άθροισμα των σκέψεων σοβαρών στοχαστών· πρέπει να προσελκύσουν λιγότερο σημαντικούς ανθρώπους, μαζί με τα προγράμματα κινημάτων και τις πράξεις καθεστώτων. Επιπλέον, οι έννοιες θα πρέπει να προσφέρουν γόνιμες θεωρητικές οπτικές, βοηθώντας να εξηγηθούν μεμονωμένες πράξεις, η επιτυχία και η αποτυχία κινημάτων ή ορισμένων πτυχών της φύσης των καθεστώτων. Για παράδειγμα, πρέπει να προσφέρουν μια ματιά στο πως το πλέον όλο και πιο αποδεκτό γεγονός πως ο φασισμός μπορεί να βρει στήριξη από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και δεν ήταν απλώς ένα κίνημα της μέσης τάξης.
Σε μια προσπάθεια να αναπτυχθεί αυτό το επιχείρημα σε ένα διαχειρίσιμο χώρο, η βασική εστίαση της συζήτησης θα σταθεί σε τρεις ακαδημαϊκούς που πρόσφατα εκδόθηκαν σημαντικές νέες εργασίες τους σχετικά με τον ορισμό του φασισμού: ο Zeev Sternhell, ο Stanley Payne και ο Roger Griffin. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η έμφαση σε αυτούς τους τρείς δεν σημαίνει την υποβάθμιση της σημαντικής δουλειάς στο πεδίο από προηγούμενους και της τεράστιας μονογραφικής βιβλιογραφίας. Πράγματι με πολλούς τρόπους τα κείμενα αυτών των τριών βασίζονται ιδιαίτερα στις συνεισφορές πολλών άλλων (όπως κάνει και η ανάλυση που παρουσιάζεται εδώ). Όμως οι δημοσιεύσεις των Sternhell, Payne και Griffin έχουν προσελκύσει σημαντική προσοχή και προσφέρουν ένα ιδιαίτερα προσεκτικό πλαίσιο για να διατυπωθεί μέσα του ένας σύντομος ορισμός του «φασιστικού ελάχιστου» – ένας όρος που έγινε κοινός στις φασιστικές σπουδές στη δεκαετία του 1960 και σχετίζεται ιδιαίτερα με την λίστα των έξι σημείων του Ernst Nolte: αντιμαρξισμός, αντιφιλελευθερισμός, Führerprinzip, στρατιωτικοποιημένο κόμμα, τάση για αντισυντηρισμό και ο στόχος του ολοκληρωτισμού.
Zeev Sternhell, ο νέος εθνικισμός και η αναθεώρηση του μαρξισμού
Από το 1945, πάντα υπήρχε ένα μικρό ρεύμα στην ακαδημαϊκή γραφή που θεωρούσε πως ο φασισμός βρίσκεται βαθιά ριζωμένος στη Δυτική πολιτική παράδοση. Ο Karl Popper κατέδειξε μια ανεξέλεγκτη σειρά εχθρών της «ανοιχτής κοινωνίας». Φτάνοντας πίσω ως τον Πλάτωνα. Πιο συχνά, η προσοχή βρίσκονταν σε βασικούς δεξιούς στοχαστές και στην απόρριψη από τη πλευρά τους των κεντρικών δογμάτων του Διαφωτισμού, ειδικά τον οικουμενικό ανθρωπισμό του και την άποψη ο «άνθρωπος» και η κοινωνία θα μπορούσαν να μορφοποιηθούν σε ένα δραστικά καλύτερο καλούπι. Ειδική προσοχή δόθηκε, κυρίως στα εξαιρετικά έργα του George Mosse, στη μορφή της εθνοτικής (völkisch) σκέψης, συνδυάζοντας τον Ρομαντισμό και τον εθνικισμό του αίματος, που έγινε ισχυρή δύναμη στη Γερμανία. Ωστόσο, μερικοί διορατικοί πολιτικοί θεωρητικοί, ανάμεσα τους οι Jacob Talmon και Noël O’Sullivan, διέκριναν μια πιο μπερδεμένη πατρότητα, λέγοντας πως η φασιστική ιδεολογία βασίζονταν επίσης σε σημαντικά εναλλακτικά ρεύματα του Διαφωτισμού, περιλαμβανόμενης μιας ακτιβιστικής ρουσσοϊκής αντίληψης της γενικής θέλησης και άποψης πως η βία μπορούσε να δημιουργήσει μια καλύτερη πολιτική τάξη.
Σε μια σειρά εκδόσεων από τη δεκαετία του 1970, ο Zeev Sternhell έχει υποστηρίξει πως σημαντικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν την φασιστική ιδεολογία έλαβαν χώρα στη Γαλλία στην αυγή του 20ου αιώνα. Πολλοί σχολιαστές, κυρίως ο Nolte, τόνισαν την Action Française, που δημιουργήθηκε το 1899, ως το βασικό πρόγονο των φασιστικών κινημάτων, εστιάζοντας κυρίως στην εχθρότητα του προς τη νεωτερικότητα με τη μορφή του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού. Ο Sternhell ωστόσο δεν ενδιαφέρεται για αυτή τη μικρή οργάνωση καθαυτή, καθώς ξεκάθαρα συμφωνεί με τον Eugen Weber, πως ο εξαιρετικά διανοούμενος ηγέτης του, ο Charles Maurras, και τα περισσότερα μέλη της αποδέχονταν μια μορφή συντηρητικού εθνικισμού παρά φασισμού. Αντίθετα ο Sternhell εντοπίζει τη γέννηση του φασισμού στην αντι-θετικιστική πολιτισμική εξέγερση που άρχισε κατά τον ύστερο 19ο αιώνα σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες, αλλά που πιστεύει πως έγινε πιο ξεκάθαρη στις γαλλικές εξελίξεις – περιλαμβανομένων μιας σειράς από συναντήσεις πριν το 1914 μεταξύ του Georges Valois και κάμποσων άλλων μελών της Action Française και μιας ομάδας επαναστατών συνδικαλιστών υπό την ηγεσία του Georges Sorel.
Ο Sternhell προτείνει την διάσημη διατύπωση του Valois πως «εθνικισμός + σοσιαλισμός = φασισμός» ως το φασιστικό του ελάχιστο. Ωστόσο, ο εθνικισμός που αναφέρεται δεν είναι ο φιλελεύθερος εθνικισμός της καθιερωμένης επαναστατικής παράδοσης της Γαλλίας. Ο Sternhell ενδιαφέρεται για τον νέο εθνικισμό του ύστερου 19ου αιώνα, που επηρεάστηκε από την εμφάνιση της φυλετικής σκέψης και που τυποποιήθηκε στη Γαλλία από τις οργανιστικές εκδόσεις του Maurice Barrès, τον αρχιπροφήτη του ολιστικού «ριζώματος» και της ανάγκης της διαμόρφωσης μιας πιο πολεμικής νεολαίας – και μεταξύ των πρώτων στοχαστών στην Ευρώπη που χρησιμοποίησαν τον όρο «εθνικός σοσιαλισμός». Ο σοσιαλισμός επίσης είναι ειδικού τύπου. Όπως και ο A.J. Gregor, ο Sternhell ενδιαφέρεται ιδιαίτερα στην επίπτωση της αστοχίας της πρόβλεψης του Marx πως μια επαναστατική εργατική τάξη θα εμφανίζονταν αυτόματα στην Δυτική Ευρώπη. Ο Sternhell εστιάζει στην αντιυλιστική αναθεώρηση του μαρξισμού (τονίζει πως δεν είναι μια εκδοχή, ώστε να διαχωρίσει τη θέση του από τα προηγούμενα έργα του Gregor) που υποστηρίχθηκε από τον Sorel και άλλους συνδικαλιστές. Επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από τον Κοινωνικό Δαρβινισμό, την θεωρία των ελίτ του Robert Michels και του Vilfredo Pareto, την μπεργκσονιανή βιταλιστική φιλοσοφία και τις νέες εξελίξεις στην φιλοσοφία, ειδικά από τα κείμενα του Sigmund Freud και του Gustav le Bon. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δόγμα που αποδέχονταν την ιδιωτική ιδιοκτησία ως φυσική και το πιθανότερο ως ιδιαίτερα παραγωγική, αλλά που επεδίωκε να κινητοποιήσει τις μάζες για την βίαιη ανατροπή της εκφυλισμένης ατομιστικής-υλιστικής αστικής τάξης. Το βασικό εργαλείο της κινητοποίησης θα ήταν οι πολιτικοί μύθοι, μια αντανάκλαση της σημαντικής ρήξης μεταξύ αυτής της μορφής σκέψης και του ορθολογικού σοσιαλισμού – αν και το ουσιαστικό ύφος ήταν αντι-ορθολογικό παρά ανορθολογικό με την έννοια πως ενώ απέρριπτε τα κεντρικά δόγματα του οπτιμισμού του Διαφωτισμού, το έκανε στη βάση νέων πνευματικών εξελίξεων. Η ευρυμάθεια του Sternhell είναι εντυπωσιακή και τα επιχειρήματα του περιέχουν πολλές γόνιμες εικόνες που παραλείφθηκαν από εκείνους που θεωρούν το φασισμό ως εντελώς στερημένου μιας ιδεολογικής βάσης. Προσφέρει μια ιδιαίτερα σημαντική κριτική της θέσης πως η Γαλλία στερούνταν ενός σημαντικού ρεύματος αυτόχθονα φασισμού. Η εστίαση του στη κουλτούρα βοηθά να εξηγηθεί γιατί ο φασισμός έτεινε να βλέπει τη πολιτική εν μέρει με στυλιστικούς-αισθητικούς όρους. Επιπλέον, το έργο του εστιάζοντας στην μετά το 1918 περίοδο δείχνει πως ο φασισμός μπορούσε να αναπτύξει μια σχετικά ορθολογική επικοδομητική και λεπτομερή μορφή οικονομικού κορπορατισμού του Τρίτου Δρόμου. Ωστόσο η προσέγγιση του Sternhell έχει μια σειρά από λάθη.
Το πρώτο σχετίζεται με τα βασικά συστατικά της εκδοχής του. Είναι μια άποψη της πολιτικής που εν πολλοίς ασχολείται με τα κείμενα ενός μικρού αριθμού στοχαστών. Υπάρχει μια τελεολογική τάση να συγκεντρώνονται μαζί στοχαστές ανεξάρτητα από το αν έβλεπαν οι ίδιοι εκείνη την εποχή κάποια συγγένεια μεταξύ τους, ή με φασιστικά κινήματα και καθεστώτα (αν και ο Sternhell έχει δίκιο στο να τονίζει την πιθανότητα κάποιος να είναι φασίστας δίχως να το συνειδητοποιεί). Πολύ μικρότερη προσπάθεια γίνεται για να αναλυθούν οι χειροπιαστές πολιτικές, ή πως ιδέες σχετίζονται με τη κοινωνία ή την στήριξη για συγκεκριμένες ομάδες. Συγκεκριμένα, δεν αναλύει πλήρως τον αντίκτυπο του 1ου ΠΠ και της Μπολσεβίκικης Επανάστασης και του απόηχου της. Ο πρώτος υπογράμμισε ιδέες όπως η κινητήρια δύναμη του εθνικισμού, ή το ρόλο του κράτους και είχε ιδιαίτερη επίδραση σε πολλούς νέους ανθρώπους. Η Μπολσεβίκικη Επανάσταση τρομοκράτησε τμήματα του Κατεστημένου, ενθαρρύνοντάς το να αναζητήσει επικίνδυνους συμμάχους σε νέα μαζικά κινήματα που ήταν εχθρικά προς την αριστερά· επίσης είχε μια κάποια επιρροή στον ίδιο το φασισμό, για παράδειγμα ο τονισμός της δύναμης της προπαγάνδας.
Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την συνοχή της αντίληψης του Sternhell για την φασιστική ιδεολογία (ένας όρος που δεν ορίζεται ποτέ). Ισχυρίζεται πως είναι δυνατό να μιλήσουμε για μια φασιστική ιδεολογία που δεν είναι λιγότερο νοητικά αυτάρκης από το σοσιαλισμό ή τον φιλελευθερισμό. Αναγνωρίζει όμως δυο πολύ διαφορετικά ρεύματα, ένα βασισμένο κυρίως στο μύθο και τη βία, το άλλο περισσότερο στην ορθολογική σκέψη και την οικονομικά σχεδιασμένη τεχνοκρατία, δίχως να εξηγεί πλήρως τι έχουν κοινό. Ο ορισμός του επίσης ταλαντεύεται μεταξύ της διατύπωσης «εθνικισμός + σοσιαλισμός» του Valois, που είναι πολύ στενός για να συμπεριλάβει όλους τους φασίστες, και ενός πιο διάχυτου ορισμού του φασισμού ως αντιφιλελεύθερου και αντιυλιστικού πολιτιστικού κινήματος, που συμπεριλαμβάνει πάρα πολλά.
Ένα τρίτο πρόβλημα αφορά την κυρίως γαλλοκεντρική εστίαση του έργου του. Οι Walter Adamson και Emilio Gentile έχουν παρουσιάσει στοιχεία που δείχνουν πως μια πιο ισχυρή πρωτοφασιστική κουλτούρα αναπτύσσονταν στην Ιταλία πριν το 1914. Εκεί ήταν ο Friedrich Nietzsche παρά ο Sorel που άσκησε μεγαλύτερη επιρροή στους μελλοντικούς φασίστες, ανάμεσα τους και στον νεαρό Benito Mussolini. Ο μελλοντικός Duce προσελκύονταν ιδιαίτερα από τις νιτσεϊκές ιδέες που αφορούσαν στην εξουσία της ηγεσίας και της θέλησης· θεωρούσε επίσης πως ο Nietzsche τόνιζε την ανάγκη για μια νέα αισθητική και μια νέα πνευματική μορφή πολιτικής σε μια Ευρώπη όπου πλέον ο Θεός δεν υπήρχε και που θα αντιμετώπιζε όλο και περισσότερο πολεμικές προκλήσεις από πιο ολιστικές κοινωνίες. Στο τελευταίο του έργο, ο Sternhell (που βοήθησαν επάξια οι πρώην διδακτορικοί του φοιτητές Mario Sznajder και Maia Asheri) προσπάθησε να ικανοποιήσει τους κριτικούς του επεκτείνοντας το επιχείρημα του νότια των Άλπεων. Ο Sternhell όμως δεν ερευνά ικανοποιητικά την πνευματική ποικιλομορφία των πορειών που οδήγησαν στο φασισμό στην ιταλική περίπτωση.
Ένα τέταρτο πρόβλημα αφορά την μακρόχρονη απόρριψη του ναζισμού ως μορφής του φασισμού από τον Sternhell (αν και την άποψη του μοιράζονται και άλλοι σημαντικοί αναλυτές, όπως ο σημαντικότερος βιογράφος του Mussolini στην Ιταλία, ο Renzo De Felice). Αν και ο Sternhell δέχεται πως οι απόψεις περί γης και αίματος του Barrès και ο αντισημιτισμός του είχαν πολλές συγγένειες πέρα από το Ρήνο, θεωρεί πως ο βιολογικός ντετερμινισμός του Ναζισμού τον έκανε θεμελιωδώς διαφορετικό από το φασισμό. Αυτό μοιάζει να συγχέει κεντρικές και περιφερειακές αρχές, γιατί δεν ήταν όλοι οι Ναζί βιολογικοί ρατσιστές. Επιπλέον, στις περισσότερες άλλες θέσεις ο Ναζισμός είχε πολλά περισσότερα κοινά στην εικόνα του με τον φασισμό. Ήταν σίγουρα αντι-αστικός και αντι-φιλελευθερος· αδιαμφισβήτητα μοιράζονταν την λατρεία της νεότητας και της βίας· παρόμοια η λατρεία της θέλησης και της ηγεσίας βρίσκονταν στη καρδιά του Ναζισμού.
Αν και λιγότερο εμφανές στο κείμενο του, η άποψη του Sternhell για τον Ναζισμό αντικατοπτρίζει επίσης τον ισχυρισμό του πως ο φασισμός είχε σημαντικές αριστερές ρίζες, ένα επιχείρημα που φέρνει στο προσκήνιο ένα τρίτο πρόβλημα. Η άποψη του Sternhell για την κρίση του σοσιαλισμού στην αλλαγή του αιώνα είναι προβληματική με ποικίλους τρόπους. Ο ένας αφορά το τρόπο με τον οποίο βλέπει τους συνδικαλιστές όπως ο Sorel ως αναθεωρητές και όχι ως αποστάτες. Πιο σημαντικό, ο Sternhell αποτυγχάνει να δει πως ο φασισμός δεν βασίζονταν τόσο σε μια μοναδική σύνθεση εθνικισμού + σοσιαλισμού, όσο μιας σειράς συνθέσεων. Μεταξύ των σημαντικότερων ήταν: μεταξύ μιας συντηρητικής άποψης του ανθρώπου περιορισμένου από τη φύση και την πιο αριστερή άποψη των δυνατοτήτων της δημιουργίας ενός «Νέου Άνδρα» (ο φασισμός παραδοσιακά ήταν ανδροκεντρική ιδεολογία)· μεταξύ της αφοσίωσης στην επιστήμη, ειδικά με όρους κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, και ενός πιο αντι-ορθολογικού, βιταλιστικού ενδιαφέροντος για τις πιθανότητες της θέλησης· μεταξύ της πίστης και της υπηρεσίας του Χριστιανισμού και του ηρωισμού της Κλασικής σκέψης· μεταξύ των σχέσεων ιδιωτικής ιδιοκτησίας πιο τυπικών της δεξιάς και μιας μορφής κράτους πρόνοιας πιο τυπικής της αριστεράς (αν και η αντίληψη των κοινωνικών δικαιωμάτων του φασισμού μπορούσαν να είναι αποκλειστικά). Ο συγκριτισμός μπορούσε να οδηγήσει στην ολοκληρωτική απόρριψη των εναλλακτικών, αλλά δεν αποκλείει κάποια αποδοχή διαφορετικών εμφάσεων ή τρόπων – για παράδειγμα στη τέχνη. Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την Ιταλική Έκθεση του 1932 που γιόρταζε τη δέκατη επέτειο από την Πορεία στη Ρώμη. Ο νεοκλασικός κομφορμισμός του Ναζισμού έχει επίσης υπερτονιστεί· και πράγματι μια πρόσφατη μελέτη της ναζιστικής τέχνης υποστηρίζει πως ο νεωτερισμός «συνέβαλε καίριας σημασίας αισθητικά παραδείγματα στην Εθνικοσοσιαλιστική πολιτική μετά το 1934».
Οι τρείς πτυχές του φασισμού κατά τον Stanley Payne
Ο Stanley Payne. Που αντίθετα από τον Sternhell είναι τυπικός ιστορικός αντί ιστορικός ιδεών, έχειπροτείνει έναν αξιοθαύμαστα ξεκάθαρο και ιδιαίτερα επιδραστικό ορισμό των φασιστικών κινημάτων. Η προσέγγιση, αρχικά διαμορφωμένη τη δεκαετία του 1970, έχει τρία σημεία που τονίζουν στον φασισμό:
(Ι) τις αρνήσεις, όπως αντιμαρξισμός, αντιφιλελευθερισμός και αντισυντηρισμός·
(ΙΙ) την ιδεολογία και το πρόγραμμα, όπως ο εθνικισμός, μια θετική αποτίμηση του πολέμου, ιμπεριαλισμό και κορπορατισμό·
(ΙΙΙ) το ύφος, όπως το οργανωμένο κίνημα του μαζικού κόμματος και την ευρεία χρήση του συμβολισμού.
Στο τελευταίο του έργο προσφέρει επίσης έναν ορισμό της μιας πρότασης που επιδιώκει το να αποστάξει κάποια ουσία από αυτούς τους διάφορους φασισμούς, λέγοντας πως
«είναι μια μορφή επαναστατικού υπερεθνικισμού για την εθνική αναγέννηση που βασίζεται σε μια κυρίως βιταλιστική φιλοσοφία, είναι δομημένος πάνω στον ακραίο ελιτισμό, την μαζική κινητοποίηση και την Führerprinzip, αξιολογεί θετικά τη βία ως σκοπό και ως μέσο και έχει τη τάση να κανονικοποιεί το πόλεμο και/ή τις πολεμικές αρετές».
Γενικά δεν υπάρχει αμφιβολία πως το τελευταίο βιβλίο του Payne είναι η καλύτερη γενική ιστορία του φασισμού την περίοδο του μεσοπολέμου. Προτείνοντας μια εξαιρετικά προσεγμένη θέση του πως οι εθνικές διαφορές μεταξύ των διάφορων φασιστικών κινημάτων δεν ακυρώνουν την προσπάθεια δημιουργίας ενός γενικού μοντέλου. Και ο τρίπτυχος ορισμός προσφέρει τα πιο αναλυτικά, και ωστόσο συνοπτικά, μέσα αναγνώρισης των κλασικών φασιστικών κινημάτων. Επιπλέον η ανάλυση του συνδέεται με μια τυπολογία που επιδιώκει να κάνει σαφές πως ο φασισμός διέφερε από αυτό που ονομάζει «ριζοσπαστική δεξιά» και «μετριοπαθή αυταρχική δεξιά». Καθώς είναι παγκόσμια αυθεντία στην πρόσφατη ιστορία της Ιβηρικής, είναι ενδιαφέρον απορρίπτει πως το ισπανικό καθεστώς του Franco και το πορτογαλικό του Salazar ήταν φασιστικά με βάση πως ήταν υπερβολικά συντηρητικά. Τελικά (όπως και ο Sternhell) θεωρεί το φασισμό ως μια ριζοσπαστική δύναμη που επιδιώκει να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική τάξη. Απορρίπτει έτσι την κοινή άποψη – ιδίως μεταξύ των αριστερών ακαδημαϊκών – πως αυτές οι δικτατορίες ήταν φασιστικές. Παρόλα αυτά η προσέγγιση του Payne εμπεριέχει μια σειρά από αδυναμίες.
Η πρώτη αφορά το πως αντιμετωπίζει την ιδεολογία, που σε γενικές γραμμές αγνοεί βασικές διαστάσεις όπως η σύνθεση και τελικά κάνει ελάχιστα περισσότερα από το να υπογραμμίσει μερικούς βασικούς όρους. Ως ευρετική αφετηρία έχει τη χρησιμότητα του, αλλά η προσέγγιση λίστας δεν κατορθώνει να αναδείξει πλήρως τη σοβαρή διανοητική βάση του φασισμό, και ιδιαίτερα τις διαφορετικές συνδηλώσεις των βασικών λέξεων και την ικανότητα του φασισμού να εξελίσσεται ως ιδεολογία. Για παράδειγμα, μια θετική αποτίμηση του πολέμου δημιουργεί εικόνες ανδρών σε στολές, επιθετικότητα και μακρινούς πολέμους, και σίγουρα αυτό ήταν κομμάτι της κλασικής φασιστικής εικονογραφίας. Μπορεί όμως να συμβολίζει επίσης τον «σοσιαλισμό του αίματος» που ήταν τόσο σημαντικός για στοχαστές όπως ο Ernst Jünger, που σκέφτονταν περισσότερο με όρους κοινότητας και θυσίας: ήταν μέρος της άμεσης συλλογικής μνήμης που σε κάποιες χώρες, όπως η Βρετανία, βοήθησε στο να αποσβεστούν οι ταξικές εντάσεις αλλά που σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία έτεινε να εκδηλώνεται περισσότερο στην αντιπάθεια προς τις αστικές αξίες και το Κατεστημένο. Παρομοίως, η έμφαση στον ιμπεριαλισμό και στον πόλεμο παραβλέπει το γεγονός πως αυτά τα θέματα λείπουν σχεδόν εντελώς από τους περισσότερους σοβαρούς Δυτικοευρωπαίους φασίστες στοχαστές μετά το 1945 (από τους οποίους υπήρξαν μερικοί, όπως ο Maurice Bardèche και ο Alain de Benoist). Στο τελευταίο του έργο, ο Payne μετακινεί την ιδεολογία στην αρχή της τρίπτυχης τυπολογίας, μια αντανάκλαση της αυξανόμενης επίγνωσης της σημασίας του, αλλά ουσιαστικά δεν έχει να πει κάτι νέο για την ιδεολογία καθαυτή.
Ένα δεύτερο πρόβλημα με την προσέγγιση του Payne αφορά στην έμφαση του στις αρνήσεις (ακολουθώντας το μονοπάτι του Nolte). Είναι πιο χρήσιμο να δούμε πως οι αρνήσεις του φασισμού ήταν εν μέρει προπαγανδιστικές και πήγαζαν από το γεγονός πως – ως «αργοπορημένος» στο πολιτικό φάσμα για να υιοθετήσουμε τον χρήσιμο όρο του Juan Linz – ο φασισμός είχε την τάση να επιτίθεται στις υπάρχουσες ιδεολογίες και ομάδες ως μέθοδο ορισμού «χώρου» για τον ίδιο. Επιπλέον, οι αρνήσεις δεν είναι αποκλειστικές του φασισμού, ωστόσο δεν είναι κανονικό να ορίζουμε το μαρξισμό ή το κομμουνισμού με όρους πως είναι: αντίθετος των ατομικών δικαιωμάτων, αντίθετος στο κράτος δικαίου, αντι-αστικός ή αντίθετος των σοσιαλδημοκρατών στην καταστροφική φάση του «σοσιαλφασισμού» στη Κομιντέρν μετά το 1928. Στο βαθμό που οι αρνήσεις του φασισμού χρειάζονται τονισμό, είναι καλύτερο να ιδωθούν ως κομμάτι του ύφους του και πιο συγκεκριμένα ως ένα πιο ουσιαστικό κομμάτι της ιδεολογίας του, που περιλαμβάνει μια μανιχαϊκή τάση να χωρίζει το κόσμο σε «εμείς» και «αυτοί», για να δημιουργήσει μια αίσθηση ταυτότητας με το να ορίζει ξεκάθαρα ποιος είναι ο εχθρός. Φυσικά αυτό ήταν κεντρική ιδέα στη σκέψη του Carl Schmitt που την περίοδο 1933-1935 ήταν ο «Νομικός του Στέμματος» του ναζιστικού καθεστώτος και ένας άνθρωπος που από τη δεκαετία του 1980 αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως μεγάλος πολιτικός φιλόσοφος (αν και με κάποιους τρόπους ήταν περισσότερο συντηρητικός οπορτουνιστής παρά φασίστας).
Αυτό το τελευταίο σημείο οδηγεί σε ένα τρίτο πρόβλημα στη προσέγγιση του Payne: δηλαδή, την αχρείαστη εστίαση της στα χρόνια του μεσοπολέμου και συγκεκριμένα πλαίσια που συνδέονται με αυτή τη περίοδο. Υπάρχει, πράγματι, μια αίσθηση κατά την οποία το κενμτρικό του επιχείρημα πως ο φασισμός ήταν ουσιαστικά ένα κίνημα της περιόδου του μεσοπολέμου στην Ευρώπη τείνει στη ταυτολογία. Λέγοντας πως το μοντέλο του φασισμού πρέπει να προέρχεται από χειροπιαστά παραδείγματα κινημάτων μέσα στην Ευρώπη αυτής της περιόδου, δυνητικές πτυχές μετατρέπονται σε απαραίτητες. Το στρατιωτικοποιημένο πολιτικό κόμμα είναι ξεκάθαρα ένα παράδειγμα: βασίζεται πολύ στο συνδυασμό των καταστροφικών συνεπειών του 1ου ΠΠ σε κάποιες χώρες που επικάθησαν πάνω στη ξαφνική είσοδο στη πολιτική των μαζών (αν και πρέπει να σημειωθεί πως η εμφάνιση της κομματικής πολιτοφυλακής προϋπήρχε του πολέμου και ήταν έντονη στην αριστερά). Η έμφαση στον αντισημιτισμό και ακόμη και στον αντικομμουνισμό πρέπει επίσης να μελετηθεί εντός συγκεκριμένων πλαισίων. Ο πρώιμος Ιταλικός Φασισμός δεν ήταν με κάποια ιδιαίτερη έννοια αντισημιτικός. Ακόμη και η κεντρικότητα του αντικομμουνισμού διέφερε ανά την Ευρώπη, ανάλογα με την άμεση σημασία του: για παράδειγμα, δεν ήταν στο επίκεντρο του πρώιμου μοσλεϊκού φασισμού (αν και επιθέσεις από τους κομμουνιστές οδήγησαν σε αυξανόμενες συγκρούσεις στο δρόμο). Ούτε και έβλεπαν τη βία ως εξαγνιστική οι περισσότεροι Βρετανοί και Γάλλοι φασίστες. Μερικές μορφές του γαλλικού φασισμού δεν τονίζουν καν την αρχή του αρχηγού – πιο χαρακτηριστικά το Faisceau του Georges Valois που ίδρυσε όταν εγκατέλειψε το αντιδραστικό δεξιό Action Française.
Ο Roger Griffin και η λαϊκίστική μυθολογία της «παλιγγενεσίας»
Ο Roger Griffin προσπάθησε σε δυο σημαντικά βιβλία στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 να εξάγει την ουσία του φασισμού από τις ιδεολογικές, κινηματικές και καθεστωτικές του μορφές. Αν και λιγότερο βυθισμένος μιας συγκεκριμένης εποχής ή χώρας σε σχέση με τον Sternhell και τον Payne, ο Griffin παρουσιάζει μια εντυπωσιακή επισκόπηση του φασιστικού λόγου σε όλες τις βασικές του μορφές, αποφεύγοντας την τυπική τάση της ιστορίας των ιδεών να βασίζεται μόνο με «μεγάλους στοχαστές». Πράγματι το τελευταίο του βιβλίο συμπληρώνει και επεκτείνει αποτελεσματικά τα υπάρχοντα δημοσιευμένα ντοκουμέντων που προσπάθησαν να δείξουν το εύρος της φασιστικής και πρωτο-φασιστικής προπαγάνδας και σκέψης.
Το τελευταίο του έργο εμφανίζει μια κάποια αλλαγή έμφασης σε σχέση με προηγούμενες δημοσιεύσεις. Για παράδειγμα η λέξη «σύνθεση» έχει 17 καταχωρήσεις στο ευρετήριο, ενώ λείπει εντελώς από το προηγούμενο κεντρικό έργο του. Ωστόσο το φασιστικό του ελάχιστο ποαραμένει ουσιαστικά το ίδιο. Θεωρεί πως «ο μυθικός πυρήνας [του φασισμού] στις διάφορες μεταλλαγές του είναι μια παλιγγενετική μορφή λαϊκίστικου υπερεθνικισμού». Το ζήτημα της αναγέννησης (παλιγγενεσίας) παρατηρήθηκε και από άλλους σημαντικούς αναλυτές, ανάμεσα τους οι Gregor, Mosse και Sternhell. Ο Griffin είναι όμ,ως μοναδικός τοποθετώντας την στην καρδιά του ορισμού του και αναμφισβήτητα αναγνωρίζει μια συχνή φασιστική μεταφορά. Η έμφαση του στο μύθο διορθώνει επίσης μια τάση μεταξύ των πολιτικών φιλοσόφων να αγνοούν αυτή τη σημαντική διάσταση της σκέψης (για παράδειγμα, στο έργο του Πλάτωνα). Ο ορισμός του επίσης έχει το πλεονέκτημα να μην είναι εγκλωβισμένος σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αποφεύγοντας έτσι το σφάλμα του να αντιμετωπίζεται ο φασισμός πρακτικά ως φαινόμενο του μεσοπολέμου. Εν μέρει, ως αποτέλεσμα αυτού, ένας από τους πρωτοπόρους στην ακαδημαϊκή μελέτη του φασισμού, ο Walter Laqueur, έγραψε πρόσφατα πως ο ορισμός του Griffin «μπορεί να είναι δύσκολο να ξεπεραστεί». Παρόλα αυτά η κεντρική ιδέα του Griffin – και οι ευρύτερες επιπτώσεις του – περιέχουν μια σειρά από προβλήματα και με πολλούς τρόπους είναι λειτουργικά λιγότερο χρήσιμος από του Payne.
Αρχικά, η έμφαση στο μύθο υποβιβάζει την ορθολογική πλευρά της ιδεολογίας του φασισμού. Ο Sorel για παράδειγμα έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο μύθο από σε σχέση με τους περισσότερους συνδικαλιστές που πέρασαν στο φασισμό: οι δικές τους ανησυχίες επικεντρώνονταν στην δημιουργία ενός χειροπιαστού δόγματος για την κοινωνικοοικονομική οργάνωση. Είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ένας από τους λόγους που ο Adolf Hitler απεχθάνονταν το βιβλίο του Alfred Rosenberg, Ο Μύθος του Εικοστού Αιώνος – το δεύτερο σε πωλήσεις βιβλίο στη Ναζιστική Γερμανία – ήταν επειδή πίστευε πως η θέση των Ναζί για τη φυλή δεν ήταν μυθικό δόγμα: ήταν επιστημονικό (αν και είναι αμφίβολο πως ο Hitler διάβασε το βιβλίο). Γενικότερα, ο Griffin μοιάζει ιδιαίτερα επηρεασμένος από την θέση του Benedict Anderson για τον εθνικισμό ως μια μυθική «φανταστική κοινότητα»· δυσκολεύεται να έρθει σε συμβιβασμό με κάποια από τα νέα κείμενα πολιτικών φιλοσόφων, που άρχισαν να βλέπουν τον εθνικισμό πιο σοβαρά ως ιδεολογία.
Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά στην εστίαση στη «παλιγγενεσία». Αν και σημαντική οπτική, εισάγει μια σύγχυση μεταξύ ιδεολογίας και προπαγάνδας. Η ιδέα της «αναγέννησης» είναι κεντρικό ζήτημα στην Δυτική κουλτούρα και η φασιστική εικονογραφία συχνά χρησιμοποιούσε εικόνες και μεταφορές όπως ο φοίνικας, ή μια επιστροφή όπως του Χριστού (δείτε τις αρχικές σκηνές του Θρίαμβου της Θέλησης, της ταινίας της Leni Riefenstahl για την συγκέντρωση στη Νυρεμβέργη το 1934), ως τρόπο επικοινώνησης οικειότητας και εγκυρότητας. Επιπλέον, το θέμα της αναγέννησης ήταν σημαντικό επειδή επέτρεπε στη φασιστική προπαγάνδα να υπεκφεύγει για το αν αυτό που πράγματι επιδιώκονταν ήταν μια ριζικά νέα κοινωνία ή ουσιαστικά μια αποκατάσταση της παλιάς. Η χρήση της αναγέννησης ως καθοριστικό για τον πυρήνα του γνώρισμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός πως μπορεί να βρεθεί σε μια σειρά από άτομα, κινήματα και καθεστώτα που δεν είναι πραγματικά φασιστικά – όπως οι προπολεμικές Γερμανικές Ενώσεις ή το γαλλικό Croix de Feu κατά το μεσοπόλεμο. Ο Griffin ξεκαθαρίζει αυτό το σημείο στο ευρύτερο πλαίσιο του τονίζοντας πως ο φασισμός ήταν ουσιαστικά μια ριζοσπαστική παρά μια συντηρητική δύναμη. Αφήνει όμως ένα άλλο πρόβλημα. Η αναγέννηση είναι ένα φιλοσοφικά κοινότοπο θέμα, που κάνει τη κεντρικότητα του σε μια προσέγγιση που αποδέχεται τη σχετικά σοβαρή φύση της φασιστικής ιδεολογίας κάπως παράξενη. Για παράδειγμα, ο σημαντικός φιλόσοφος Martin Heidegger – πλέον ευρέως αποδεκτός ως πραγματικός φασίστας – γίνονταν αρκετά αδιάφορος όταν μιλούσε για την αναγέννηση, συγκριτικά με την δυσνόητη αλλά ουσιαστική ανάλυση του για τη φύση του είναι που μπορούσε να ενώσει τη φύση και την επιστήμη σε μια μορφή βαθύτερου οικολογισμού, την επιδίωξη του να βρει ένα νέο νόημα για τη δουλειά που να ενώνει το χέρι με το μυαλό, ή ο συλλογισμός του για τη σχέση μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής σκέψης.
Ένα τρίτο πρόβλημα για την εννοιολογική διατύπωση του Griffin αφορά την συμπερίληψη του όρου «λαϊκισμός». Ο όρος αυτός δημιουργεί τρομερές δυσκολίες για κάθε ορισμό, καθώς ο «λαϊκισμός» είναι ακόμη πιο ασαφής από το «φασισμό». Μια ερμηνεία που αποδίδεται στον «λαϊκισμό» είναι η εξύμνηση ενός συγκεκριμένου (συνήθως περασμένου) τρόπου ζωής, που επιτομή του είναι μια ορισμένη ομάδα – συνήθως οι αγρότες ή ο «απλός άνθρωπος». Αυτό συχνά συνδέεται με μια αντικολεκτιβιστική εστίαση στην κοινοτική συνεργασία μεταξύ ατόμων. Αν και η φασιστική προπαγάνδα είχε στοιχεία του μέσα της, στην ουσία ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική κουλτούρα. Σε άλλες περιπτώσεις, ο «λαϊκισμός» χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια δημοφιλής, μερικές φορές με την συνδήλωση πως χρησιμοποιεί απόψεις ενάντια στο Κατεστημένο για να επιτύχει την κινητοποίηση. Και αυτό δημιουργεί προβλήματα ορισμού. Κάποιοι ναζί απεχθάνονταν τις μάζες, που εν μέρει εξηγεί το γεγονός πως οι Ναζί πριν το 1924 ήταν πραξικοπηματίες: ο Joseph Goebbels, για παράδειγμα, περιέγραφε τις γερμανικές μάζες ως «ηλίθιες, λαίμαργες και αμελείς». Επιπλέον, πολλοί φασίστες επεδίωξαν να καθοδηγήσουν παρά να ακολουθήσουν τις μάζες – αν και αναπόφευκτα κάθε πετυχημένο πολιτικό κίνημα σε μια δημοκρατία πρέπει σε μεγάλο βαθμό να κάνει τον εαυτό του να μοιάζει ο εκπρόσωπος των λαϊκών συναισθημάτων.
Ένα τελευταίο πρόβλημα αφορά το γεγονός πως ο ορισμός της μιας πρότασης δεν λέει τίποτα για την οικονομία, ένα σημείο που υπογραμμίζεται από την απουσία κάποιας σημαντικής οικονομικής διάστασης στο σύνολο του έργου του Griffin. Αν και αυτή η παραμέληση είναι κοινή σε πολλές άλλες σημαντικές προσεγγίσεις, όπως του Nolte, κάποιοι φασίστες είχαν ξεχωριστές ιδέες για την οικονομική πολιτική. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθές για θεωρητικούς όπως ο Henri de Man και ο Marcel Déat, αν και ο Σερ Oswald Mosley έδωσε στην Βρετανική Ένωση Φασιστών αξιοσημείωτα ξεκάθαρες πολιτικές. Ωστόσο, είναι επίσης δυνατό να διακρίνουμε την οικονομική πολιτική του ναζιστικού καθεστώτος. Αν και βασισμένη στην αποδοχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, δεν υπήρχε ναζιστικό ανάλογο του αποφθέγματος «΄Ότι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική». Η επιχειρηματικότητα, όπως οι κοινωνικές αξίες γενικότερα, χρειάζονταν αναδιαμόρφωση για να γίνουν λιγότερο υλιστική, περισσότερο εστιασμένη με τη μακροπρόθεσμη και εθνική κοινωνική σταθερότητα. Αυτό όμως δεν ήταν αντινεωτεριστική φιλοσοφία, όπως έχουν ισχυριστεί αναλυτές όπως ο Nolte και αποδώσει συνοπτικά στην αινιγματική του διατύπωση πως ο φασισμός ήταν «αντίσταση στην υπέρβαση». Αντίθετα, ο σκοπός ήταν να αναμειχθεί ο οικονομικός δυναμισμός και η νέα τεχνολογία με μια λιγότερο αλλοτριωτική αντίληψη της εργασίας και της κοινωνικής δομής: το προσωπικό ενδιαφέρον του Hitler για το σχεδιασμό του Volkswagen και ο ενθουσιασμό του για δυναμικούς επιχειρηματίες όπως ο Ferry Porsche υπογραμμίζουν αυτή τη πλευρά.
Προχωρώντας
Μια επισκόπηση αυτών των τριών σημαντικών προσεγγίσεων φωτίζει την όλο και μεγαλύτερη προθυμία να γίνει αποδεκτός ο φασισμός ως σοβαρή ιδεολογία και την απομάκρυνση από ορισμούς που βλέπουν το φασισμό με κοινωνικο-οικονομικούς όρους. Ωστόσο, ο καθένας έχει συγκεκριμένα μειονεκτήματα. Θα χρειάζονταν ένα βιβλίο για να οριστεί μια εντελώς εναλλακτική αντίληψη του φασισμού, κυρίως γιατί θα χρειάζονταν τον προσεκτικό ορισμό ενός πλήθους άλλων όρων, ειδικά της «ιδεολογίας» και της «προπαγάνδας» και της διατύπωσης μιας συγκεκριμένης τυπολογίας της δεξιάς. Θα χρειάζονταν επίσης να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά σε διακρίσεις εντός του φασισμού, τόσο του Ανατολικοευρωπαϊκού φασισμού όσο και του Ναζισμού και του Φασισμού, και γιατί ο όρος «νεοφασισμός» δεν αποτελεί οξύμωρο. Για αυτό η προσέγγιση που αναπτύσσεται παρακάτω εστιάζοντας στη κατασκευή του «φασιστικού ελάχιστου», παρουσιάζεται με δυο συμπληρωματικούς τρόπους:
(Ι) έναν ορισμό μιας πρότασης, που επιδιώκει να ισορροπήσει καίριες βασικές και περιφερειακές πτυχές, και
(ΙΙ) ένα κεντρικό σετ τεσσάρων σημείων, ένα μηχανισμό που χρησιμοποιείται για να ελαχιστοποιήσει τα προβλήματα μιας απλής λίστας και ορισμών της μιας πρότασης.
Ο ορισμός της μιας πρότασης
Αν και δεν μπορούμε να ελπίζουμε πως ορισμοί της μιας πρότασης θα αποκαλύψουν την πλήρη πολυπλοκότητα του πολιτικού φαινομένου, ή προβλήματα στην εννοιολογικοποίηση τους, ο φασισμός μπορεί να οριστεί ως
Μια ιδεολογία που επιδιώκει να σχηματοποιήσει την εθνική αναγέννηση βασισμένη σε ένα ολιστικό-εθνικό ριζοσπαστικό Τρίτο Δρόμο, αν και στη πράξη ο φασισμός έτεινε να τονίζει το ύφος, ειδικά την δράση και τον χαρισματικό ηγέτη, περισσότερο από ένα λεπτομερές πρόγραμμα, και να προχωρά σε μανιχαϊκή δαιμονοποίηση των εχθρών του.
Τα τέσσερα βασικά σημεία
Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως καμιά από τις τέσσερις λέξεις κλειδιά που ακολουθούν απεικονίζουν μια αρχή αποκλειστική στο φασισμό. Οι ιδεολογίες αλληλοεπικαλύπτονται σε ομόκεντρους κύκλους, έχουν ασαφή όρια. Τα τέσσερα όμως αυτά σημεία διαμορφώνουν τη βάση της κεντρικής φασιστικής κοσμοθεωρίας:
(Ι) Εθνικισμός. Η πίστη πως ο κόσμος είναι χωρισμένος σε έθνη είναι κεντρική στο φασισμό, αν και το έθνος δεν πρέπει να ισοδυναμεί απαραίτητα με υπαρκτά κράτη ή εθνικές ομαδοποιήσεις. Η αρχή είναι συνεπής, για παράδειγμα, με την προσήλωση στο μεταπολεμικό σύνθημα του Oswald Mosley, «Ευρώπη ένα Έθνος», μια ιδέα που ήταν έντονη στα Waffen-SS. Αν και κάποιες μορφές του φασισμού βασίζονταν στο βιολογικό ρατσισμό, η κεντρική μορφή του εθνικισμού ήταν πολιτισμική, που σήμαινε πως ήταν δυνατό να «οραματιστούν» νέα έθνη – αν και βασισμένα σε προϋπάρχοντες δεσμούς και μύθους.
(ΙΙ) Ολισμός. Ο φασισμός μερικές φορές αποκαλείται «ιντεγκραλιστική» μορφή του εθνικισμού αλλά ο όρος «ολισμός» – που σημαίνει πως το όλο είναι μεγαλύτερο από τα κομμάτια του – είναι πιο ακριβής όρος. Ο φασισμός βασίζεται στην άποψη πως τα συλλογικά κυριαρχούν επί των ατομικών δικαιώματα και συμφέροντα. Αυτό χρησιμεύει στο να εξηγηθεί η εχθρικότητα προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ωστόσο, η αρχή έχει επίσης μια ατομική πλευρά με την έννοια πως απεικονίζει τον άνθρωπο ως θύμα της αλλοτρίωσης, αποκομμένο από τα άλλα μέλη της πραγματικής κοινότητας και ανίκανο να βρει ικανοποίηση μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικο-οικονομικές δομές. Το άτομο απελευθερώνονται πραγματικά όταν αποτινάζει την επιρροή της αστικής κοινωνίας – μια πίστη που μπορεί να υποστηρίξει μια βίαιη αντίληψη της πολιτικής.
(ΙΙΙ) Ριζοσπαστισμός. Ο φασισμός δεν είναι μορφή του συντηρητισμού. Περιλαμβάνει την απόρριψη της υπάρχουσας κοινωνίας και την εξουσία των Κατεστημένων ομάδων, είτε καπιταλιστών, είτε γαιοκτημόνων (αν και στη πράξη μπορεί να συμβιβαστεί με τέτοιες ομάδες ενώ μάχεται για την εξουσία). Ο φασισμός περιλαμβάνει την επιθυμία να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική κουλτούρα, εν μέρει μέσω της κινητοποίησης και κάποιες φορές μέσω εξαγνιστικής βίας. Αν και η ιδέα της αναγέννησης κυριαρχεί στη προπαγάνδα, δεν υπάρχει αντιδραστική ή λαϊκίστική επιθυμία για επιστροφή σε μια προηγούμενη κοινωνία ή μυθικό παρελθόν (αν και υπάρχει η επιθυμία για να διατηρηθούν πτυχές του παρελθόντος). Ο φασισμός είναι μια εναλλακτική μορφή της νεωτερικότητας, αν και συνδυάζει τον οπτιμισμό των περισσότερων μοντερνιστών με την απαισιοδοξία του συντηρητισμού.
(ΙV) Ο Τρίτος Δρόμος. Ο φασισμός είναι εχθρικός και προς τον καπιταλισμό και προς το σοσιαλισμό, αλλά αντλεί στοιχεία και από τους δυο. Βλέπει τον καπιταλισμό ως πολύ ατομικιστικό, πολύ υποταγμένο στο βραχυπρόθεσμο και τελικά μη πιστό στη κοινότητα. Βλέπει το σοσιαλισμό ως πολύ διεθνιστικό και βασισμένο σε ψευδείς ιδέες της ισότητας. Η ακριβής φύση του Τρίτου Δρόμου μπορεί να ποικίλει, αν και ιστορικά ο κορπορατισμός ήταν ο πιο κοινός στόχος. Με πολιτικούς όρους, ο φασισμός είχε ολοκληρωτικές τάσεις, αλλά δεν ήταν απαραίτητα απόλυτα κρατιστικός. Προσπαθεί να αντλήσει συνδυαστικά από αυτό που θεωρείται το καλύτερο του καπιταλισμός (η φυσικότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, ο δυναμισμός του) και του σοσιαλισμού (το ενδιαφέρον του για την κοινότητα και η πρόνοια). Κάθε άλλο από ανορθολογιστικός, ο φασισμός αντιμετωπίζει τέτοιες αρχές ως βασισμένες σε μια επιστημονική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης (αν και είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως «ορθολογικός» στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το «σωστό» ή το «ηθικό»).
Συμπέρασμα
Η τελική εννοιολογική εστίαση στην ιδεολογία αντί στο ύφος ή σε πιο «θεωρητικές» προσεγγίσεις βοηθά στο να κοπεί ο κυκλικός δεσμός. Στην αρχή ήταν η ιδέα. Το γεγονός πως ο όρος «φασισμός» δεν επινοήθηκε παρά μόνο το 1919 δεν σημαίνει πως δεν υπήρχε σε εμβρυικό στάδιο φασιστική ιδεολογία πριν από αυτή τη στιγμή· οι ακαδημαϊκοί σταθερά εντοπίζουν τις ρίζες του φιλελευθερισμού πίσω σε στοχαστές όπως ο John Locke, ο οποίος ποτέ δεν χρησιμοποίησε τον όρο και που με ορισμένους τρόπους διέφερε από τους επόμενους αυτοαποκαλούμενους «φιλελευθέρους». Ούτε και σημαίνει πως ο πρωτοφασισμός ήταν απλά το ενδιαφέρον μεγάλων στοχαστών και άλλων που η σχέση τους με το φασισμό είναι τουλάχιστον αδύναμη. Ο Mussolini ήταν αδιαμφισβήτητα επηρεασμένος από την πνευματική εξέλιξη της εποχής του. Και ο Hitler μοιάζει να ήταν πολύ πιο ενήμερος για τις ιδέες της εποχής του από ότι παραδέχονται πολλοί κριτικοί του, και διάβαζε αρκετά (αν και συνήθως εκλαϊκεύσεις ιδεών που επιβεβαίωναν τις δικές του). Το γεγονός πως οι περισσσότεροι φασίστες ηγέτες δεν μπορούσαν να αναπτύξουν κάποιο σοβαρό επίπεδο ιδεολογικού διαλόγου δεν υπονομεύει αυτή τη προσέγγιση: ο Ronald Reagan ήταν κάθε άλλο παρά διανοούμενος, αλλά ο συντηρητισμός υπάρχει (και υπάρχει ένας ενδιαφέρον παραλληλισμός στον τρόπο με τον οποίο ο Reagan επηρεάστηκε από την σκέψη της Νέας Δεξιάς μετά τη δεκαετία του 1960, αν και μάλλον δεν διάβασε τίποτα από αυτή: οι ιδέες της Νέας Δεξιάς εμφανίστηκαν πριν τα κόμματα και τις κυβερνήσεις της Νέας Δεξιάς).
Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως κάθε ορισμός του φασισμού είναι ουσιαστικά ευρητικός, ένας ιδανικός τύπος. Δεν θα ενσωματωθεί ποτέ στον πραγματικό κόσμο, όχι τουλάχιστον όσο τα φασιστικά κινήματα και καθεστώτα (όπως και να ορίζονται) αποτελούνται από διαφορετικές ομάδες και αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει πως η εννοιολογική ανάλυση είναι σε γενικές γραμμές ακαδημαϊκό παιχνίδι, μια άσκηση στην επίτευξη σημειολογικών στόχων ή η δημιουργία πλαισίων ανεξάρτητων από τόπο και χρόνο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πραγματικό κόσμο. Υπάρχει μια σημαντική μεθοδολογική σχέση μεταξύ έννοιας και θεωρίας που μέχρι στιγμής δεν έχει αναπτυχθεί. Αυτό είναι το γεγονός πως μια καλή ιδέα πρέπει να δείχνει προς τις πιο γόνιμες διόδους της θεωρίας. Υπάρχει η σημαντική θέση κατά την οποία πρέπει να ενισχύουν η μια την άλλη – πρέπει να σχηματίζουν μαζί ένα μοντέλο, που αν και δεν είναι ικανό από μόνο του να δοκιμαστεί, περιέχει θεωρητικές πλευρές που είναι: για παράδειγμα, ο ισχυρισμός πως ορισμένος τύπος ψηφοφόρου προσελκύονταν στο φασισμό.
Το τελευταίο σημείο μπορεί να φανεί επιστρέφοντας για λίγο στη προσέγγιση του Payne. Η έμφαση του στις αρνήσεις και το ύφος, ή σε γνωρίσματα όπως η βία και ο πόλεμος στον δικό του συνοπτικό ορισμό, μοιάζει να δείχνει προς το ότι ο φασισμός βρίσκει στήριξη σε ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, η εστίαση είναι ξεκάθαρα πάνω στο ρόλο της τραυματικής αλλαγής, και η προέκταση είναι πως ο φασίστας ψηφοφόρος είναι καλύτερα αντιληπτός με τους όρους κάποιας ψυχολογικής διαταραχής, ή παθολογίας – για παράδειγμα, νέοι άνθρωποι που συμμετείχαν στις μάχες του πολέμου. Η προσέγγιση του Griffin είναι προσεγμένος ακριβώς επειδή βλέπει πως η ιδέα δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θεωρία, αλλά και για την δημιουργία ενός ελλαττωματικού σύντομου ορισμού, η βασική του εστίαση επίσης δείχνει προς τη κατεύθυνση του Payne. Η ιδέα της αναγέννησης υπονοεί στήριξη από ανθρώπους που υποφέρουν από την απώλεια θρησκευτικής πίστης, ή που επιχειρούσαν κάποια μορφή αυτόπραγμάτωσης ενάντια σε μια ακατανίκητη αίσθηση ολέθρου ή κρίσης (μια γραμμή που αναπτύχθηκε στα ογκώδη γραπτά του Robert Lifton πάνω στη δύναμη της αναγέννησης). Η ιδέα του λαϊκισμού επίσης δείχνει προς τη δύναμη των χαρισματικών ηγετών, ιδιαίτερα μεταξύ ανθρώπων που βιώνουν ανομία λόγω της ταχείας κοινωνικής αλλαγής και άλλων κρίσεων.
Αυτά ήταν δίχως αμφιβολία σημαντικά στην Γερμανία και στην Ιταλία μετά το 1918 και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πως σε αυτές τις συνθήκες οι χαρισματικοί ηγέτες απέκτησαν μια ιδιαίτερη γοητεία και η προπαγάνδα έπαιξε σημαντικό ρόλο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να υιοθετηθεί απόλυτα μια εξήγηση ορθολογικής επιλογής για την άνοδο του φασισμού στην εξουσία για να δει κανείς πως πολλοί που ψήφισαν για το φασισμό το έκαναν για ισχυρούς οικονομικούς λόγους, ακόμα και έβλεπαν το φασισμό ως ένα σχετικά αποδεκτό πολιτικό κίνημα που πρόσφερε μια εναλλακτική στην συντηρητική αντίδραση ή στη κομμουνιστική επανάσταση. Πολλοί που στράφηκαν στο φασισμό δεν αναζητούσαν την προσωπική αναγέννηση· και πολλοί ψηφοφόροι στην Ιταλία δεν έλκονταν από το προσωπικό χάρισμα του αρχηγού, που στην Ιταλία ήταν ένα γνώρισμα που κατασκευάστηκε σε γενικές γραμμές μετά την άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Πράγματι και στην Ιταλία και στη Γερμανία ο φασισμός άρχισε να αναδεικνύεται αρχικά σε αγροτικές περιοχές αμέσως μετά την υιοθέτηση ενός νέου προγράμματος που υπόσχεται συγκεκριμένα υλικά κέρδη και προστασία για πολλούς μέσα σε αυτή τη κοινότητα. Το πλεονέκτημα του να θεωρούμε τον φασισμό ως ολιστικό-εθνικό ριζοσπαστικό Τρίτο Δρόμο είναι αυτό που επιτρέπει διαφορετικούς τύπους του φασίστα οπαδού, πιο συγκεκριμένα συναισθηματικού-εθνικιστή και πιο οικονομικού-ορθολογιστή – μια συγκριτική στήριξη όπως και ιδεολογία.
Εστιάζοντας σε έναν ιδεολογικά βασισμένο ορισμό επίσης κατευθύνει σε σημαντικές οπτικές για την κατανόηση των φασιστικών καθεστώτων. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ πως ένας μεγάλους πρώιμους υποστηρικτές της προσέγγισης του Ναζισμού μέσω της κοινωνικής ιστορίας, ο Tim Mason, εξομολογήθηκε πως είχε αποτύχει να εξηγήσει «το γεγονός πως το καθεστώς κράτησε ενωμένο το ίδιο και το γερμανικό λαό μέχρι το ολέθριο τέλος το 1945· και το γεγονός πως το Τρίτο Ράιχ άσκησε πολιτικές γενοκτονίας». Ελάχιστη αμφιβολία υπάρχει πως ο χιτλερικός μύθος και οι αξίες που ενσωμάτωνε ήταν καίριες για το πρώτο, ενώ για το δεύτερο είναι αναγκαία η εξήγηση κυρίως με όρους μιας βαθιά ριζωμένης εθνικής παράδοσης αντισημιτισμού και ειδικά την μανιχαϊκή ιδεολογική και προπαγανδιστική μορφή που αυτή πήρε μέσα στην ναζιστική ιδεολογία. Προσπάθειες να εξηγηθούν οι μαζικοί φόνοι του Ολοκαυτώματος με όρους με όρους ενός συνόλου σταδιακών, λειτουργικών αποφάσεων ή η ομοιομορφία που προκάλεσε η νεωτερικότητα, αγνοούν εντελώς την ιδεολογική διάσταση του Ναζισμού, σύμφωνα με την γραμμή του Sternhell. Ωστόσο, όπως και το γεγονός πως ο αντισημιτισμός μπορεί να εντοπιστεί σε μια σειρά από άλλους φασισμούς (και εθνικές παραδόσεις) υπάρχει η αίσθηση κατά την οποία η αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση του ναζιστικού καθεστώτος είχε αναλογία στην Ιταλία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και μετά υπήρχαν σημάδια πως ο Mussolini επεδίωκε μια νέα «επανάσταση» και η τελική Φασιστική Δημοκρατία του Σαλό, αν και από πολλές απόψεις χαοτική και υπό έντονη γερμανική κηδεμονία, δείχνει μια ξεκάθαρη ιδεολογική επιθυμία για επιστροφή σε ριζοσπαστικές ρίζες.
Αν και η ακριβής σχέση μεταξύ ιδεολογίας, κινημάτων και καθεστώτων χρειάζεται έρευνα πολύ πιο προσεκτική από αυτή που έγινε εδώ, φαίνεται βέβαιο πως η ιδεολογία πρέπει να ακταλάβει την κεντρική θέση σε κάθε μελλοντική προσπάθεια να δημιουργηθεί μια πλήρης εικόνα του φασισμού – και ιδιαίτερα στον ορισμό του «φασιστικού ελάχιστου».
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
