«Για να κυβερνήσει κανείς τους ανθρώπους, πιο χρήσιμο από το αίσθημα της δικαιοσύνης και πολύ πιο χρήσιμο από το αίσθημα του αλτρουισμού ή ακόμα και από την εκτεταμένη γνώση ή την ευρύτητα πνεύματος, είναι η οξυδέρκεια, μια γρήγορη διαίσθηση της ψυχολογίας του ατόμου και των μαζών, η δύναμη της θέλησης και, κυρίως, η αυτοπεποίθηση. Δικαίως ο Μακιαβέλλι επαίνεσε τον Κόζιμο των Μεδίκων για το πολυσυζητημένο σχόλιό του, ότι τα κράτη δεν κυβερνούνται με προσευχητάρια»
Gaetano Mosca, Ιταλός κοινωνιολόγος εκ των θεμελιωτών της θεωρίας των ελίτ, 1939.
«Πέρα από τη διάρκεια σύντομων χρονικών διαστημάτων, οι άνθρωποι πάντα κυβερνούνται από μια ελίτ […] Όμως, εξαιτίας ενός σημαντικού νόμου της φυσιολογίας, οι ελίτ δεν διατηρούνται[…] Η νέα ελίτ που αναζητά να αντικαταστήσει την παλιά, ή απλώς να μοιραστεί τη δύναμη και τα προνόμιά της, δεν το παραδέχεται σαν πρόθεσή της ειλικρινά και τίμια. Αντίθετα, αναλαμβάνει την ηγεσία όλων των καταπιεσμένων, διακηρύσσει πως δε θα επιδιώξει το δικό της καλό αλλά το καλό των πολλών […] Φυσικά μόλις η νίκη έχει κατακτηθεί, υποτάσσει τους παλιούς συμμάχους ή στην καλύτερη περίπτωση τους προσφέρει ορισμένες τυπικές παραχωρήσεις».
Vilfredo Pareto, Ιταλός κοινωνιολόγος και οικονομολόγος (1828-1923)
Στις αρχές του Ιουνίου του 2023, λίγο πριν την πραγματοποίηση επαναληπτικών βουλευτικών εκλογών, καθώς οι εκλογές της 21ης Μαΐου δεν είχαν καταλήξει στον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, τονίζαμε, ότι στην πραγματικότητα ο βαθμός ομοφωνίας μεταξύ των διαφόρων κομματιών της κυριαρχίας είναι μεγαλύτερος, όταν συμβαίνουν εκτεταμένες, σοβαρές και ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Προσθέταμε, μάλιστα, ότι μικρή σημασία έχει σε κάθε περίπτωση για τους κυριαρχούμενους, ποιος θα υπηρετήσει το κυρίαρχο αφήγημα, ποια ελίτ, λόγου χάριν, πολιτική (αριστερή, δεξιά, κεντρώα) ή οικονομική, θα πάρει το πάνω χέρι και για πόσο διάστημα. Η εναλλαγή τους άλλοτε απαιτείται από τα συνολικά συμφέροντα να είναι συχνότερη και άλλοτε όχι, αφού προκρίνεται η «σταθερότητα» με την στενότερή της έννοια. Γιατί, σύμφωνα με την ευρεία έννοια της «σταθερότητας» που αφορά τις ελίτ, αυτή εξασφαλίζεται, όσο απουσιάζουν οι κοινωνικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις.
Σημειώναμε, επίσης, ότι τα σύγχρονα πολυσυλλεκτικά κόμματα στοχεύουν στην εκλογική επιτυχία, στην προσάρτηση ολοένα και περισσότερων υποστηρικτών, χωρίς να βασίζονται στην ιδεολογική συγκρότηση και την κινητοποίηση των μελών τους, χωρίς να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ταξικούς προσδιορισμούς. Μ’ άλλα λόγια, δεν καταφεύγουν στην ενδυνάμωση της κομματικής οργάνωσης, αλλά σε επαγγελματίες της επικοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας, μ’ αποτέλεσμα να είναι δεδομένη η ατονία των εσωκομματικών διαδικασιών.
Επανερχόμαστε σ’ αυτά τα ζητήματα θεωρώντας, ότι διανύουμε και πάλι μια ευρύτερη προεκλογική περίοδο κατά την οποία, όπως ήδη φαίνεται, ο «κυρίαρχος λαός» θα κληθεί να νομιμοποιήσει εκ νέου τους δυνάστες του, θα καλεσθεί και πάλι να νομιμοποιήσει δια της ψήφου, όσα δεινά θα επιβληθούν για το «καλό» του και στο όνομα του μπαμπούλα της ακυβερνησίας.
Ήδη οι μηχανές της πολιτικής προπαγάνδας ζεσταίνονται μιλώντας για την επανεμφάνιση μιας πολιτικής «κρίσης» λόγω του «αβέβαιου» εκλογικού αποτελέσματος ως μια ακόμη «καμπή» με άγνωστο χρονικό ορίζοντα, εφ’ όσον ούτε η δεύτερη εκλογική διαδικασία ευοδωθεί ως προς τον σχηματισμό κυβέρνησης, μια «καμπή», που θα απειλήσει την βιωσιμότητα της «ανάπτυξης και της σταθερότητας», μια «καμπή», που θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των «εταίρων» και των «αγορών».
Ένα ξαναζεσταμένο φαγητό που σερβίρεται ξανά και ξανά, μια υποτιθέμενη πολιτική «βλάβη» η οποία θα αντιμετωπιστεί, κυρίως, με τα γνωστά «φθαρμένα» πολιτικά υλικά με ορισμένες ενδεχομένως άφθαρτες προσθήκες λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας και απομάκρυνσης από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς.
Δεν είναι λίγες οι θεωρίες που αφορούν τον ορισμό της περιβόητης πολιτικής ελίτ, τα χαρακτηριστικά της, τους τρόπους συγκρότησής και διαπλοκής της με διάφορα κέντρα εξουσίας, αλλά και γενικότερης μεταβίβασης της εξουσίας της, τις μεθόδους ανανέωσής ή αντικατάστασης της, τις αντιθέσεις που διέπουν το εσωτερικό της, την προσήλωση των μελών της στην κυρίαρχη ιδεολογία κ.ά..
Όπως υποστήριζε ο Ιταλός κοινωνιολόγος και πολιτικός φίλος του Μουσολίνι, Vilfredo Pareto, «Η κυβερνώσα τάξη δεν είναι ομοιογενής, έχει μέσα της μια κυβερνητική αρχή, μια πιο εξειδικευμένη δηλαδή τάξη ή έναν ηγέτη ή ομάδα εξουσίας, που ασκεί τον έλεγχο στην ουσία και στην πράξη[…] Η κυβερνώσα τάξη αναζωογονείται όχι μόνο σε αριθμούς αλλά ακόμα σε ποιότητα με το να στρατολογεί σε αυτήν οικογένειες που ανέρχονται από τα χαμηλότερα στρώματα φέρνοντας μαζί τους την ενέργεια και τα αναγκαία κατάλοιπα για να τους διατηρήσουν στην εξουσία. Επίσης ανανεώνεται με το να χάνει τα πλέον παρακμασμένα στοιχεία της». Για τον Pareto, επομένως η εναλλαγή των ελίτ αποτελεί τον τροχό της ιστορίας, γεγονός, που όπως πίστευε, αποδεικνύεται από την διαρκή και επαρκή κυκλοφορία ταλαντούχων και φιλόδοξων ατόμων από τις μη ελίτ στις ελίτ. Όσον αφορά τα αίτια των φαινομένων «παρακμής», αυτά σύμφωνα με την θεωρία του εντοπίζονταν είτε στην παρεμπόδιση αυτής της κινητικότητας, είτε στην ανεξέλεγκτη αφομοίωση ατόμων από την κατώτερη τάξη.
Στην δεύτερη περίπτωση εμφανίζεται μια τάση, σύμφωνα με τον Ιταλό κοινωνιολόγο, να ενισχύονται τα μέσα επιβολής και οι συνδυασμοί μεταξύ των μέσων της άρχουσας τάξης και άρα να ενισχύεται η θέση της, αντί να συμβαίνει το αντίθετο. Έτσι, όπως πίστευε, το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι τα άτομα από την αμέσως επόμενη τάξη, λόγω της φιλοδοξίας τους να ανέλθουν, να ανατρέψουν την άρχουσα τάξη και να σχηματίσουν μια νέα ελίτ ακόμα πιο ισχυρή, ξεκινώντας τον κύκλο από την αρχή.
Και όμως, τόσες δεκαετίες μετά, η διαδικασία εναλλαγής των ελίτ παρουσιάζεται ως ένα γεγονός συνταρακτικό και καινοτόμο για το πολιτικό σύστημα, ενώ το ίδιο συνταρακτική προβάλλεται ακόμα και η αναμονή των «ραγδαίων» πολιτικών εξελίξεων, δήθεν λόγω της κοινωνικής απαίτησης. Είναι δύσκολο, φυσικά, να κατανοήσει κάποιος καλόπιστος, πως θα αλλάξει η ζωή του, αν αλλάξουν απλά τα «διαπιστευτήρια» όσων επιθυμούν να συμμετάσχουν στην νομή της εξουσίας, ή εξαιτίας της έκβασης του ανταγωνισμού ανάμεσα στα μέλη της σημερινής πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ, ενώ το ίδιο ερώτημα παραμένει και στην περίπτωση διατήρησης της κατοχής της εξουσίας από μια συγκεκριμένη ελίτ. Στην πραγματικότητα δεν έχει την παραμικρή σημασία για τους κυριαρχούμενους, ποιος θα υπηρετήσει το κυρίαρχο αφήγημα, ποια ελίτ, λόγου χάριν, πολιτική ή οικονομική, θα πάρει το πάνω χέρι και για πόσο διάστημα.
Ισχυρίζονται, βέβαια, ορισμένοι πως όσο πιο ομογενοποιημένες είναι οι πολιτικές ελίτ τόσο πιο ολιγαρχικές τάσεις παρουσιάζουν, ενώ στην περίπτωση της συχνής εναλλαγής των ηγετών γίνεται μεγάλο το ενδεχόμενο παρουσίασης «κρίσης και πολιτικής αστάθειας» στην κοινωνία και ως εκ τούτου η συνθήκη αυτή μπορεί να παρουσιάσει «ευκαιρίες» και «κινητικότητα» στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού. Έτσι προτείνουν, εμμέσως πλην σαφώς, κλείνοντας το μάτι, ότι οφείλουμε και μάλιστα από αγωνιστικής σκοπιάς να πριμοδοτήσουμε λόγου χάριν ένα «αντισυστημικό» αριστερό κόμμα με ήσυχη την αναρχική μας συνείδηση. Φυσικά πρόκειται για τις γνωστές προφάσεις με σκοπό να ψαρεύουν ορισμένοι στα γνωστά κινηματικά νερά.
Οι λογικές αυτές το μόνο που εξυπηρετούν είναι τα εκλογικά συμφέροντα των λεγόμενων μικρών κομμάτων, στην κατεύθυνση πάντα της αποσυμπίεσης της κοινωνικής οργής. Όπως εξηγεί ο ιστορικός Γιώργος Ντερτιλής (Πλέγματα Εξουσίας στην Ιστορία), «Οι διαπραγματεύσεις και οι συγκρούσεις επιφέρουν ορισμένες κοινωνικές μεταβολές· καταλήγουν, επίσης, σε νέες σχέσεις· και καταλήγουν εκεί με νέες κρατικές ρυθμίσεις με τις οποίες οι «νικητές» ανατρέπουν τις σχέσεις που είχαν μέχρι τότε με τους κοινωνικούς τους αντιπάλους επιβάλλοντας νέες. Έτσι, τα αντιμαχόμενα μέρη επιστρέφουν στο κράτος ως πεδίο σχέσεων: για να επιζητήσουν πάλι (ή να υποστούν) την διαμεσολάβηση του κράτους ως εξουσιαστικού οργανισμού που θα επικυρώσει τις νέες σχέσεις και θα τις πιστοποιήσει. Αλλά οι νέες σχέσεις ανοίγουν πάλι τον κύκλο των διαφωνιών, των αναδιαπραγματεύσεων, της διαμάχης ανάμεσα στα ίδια αυτά κοινωνικά υποκείμενα, έτοιμα να ανοίξουν έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων, αντιθέσεων και συγκρούσεων, έτοιμων να μεταφερθούν και πάλι στο κράτος-πεδίο σχέσεων στο κράτος-πεδίο πολέμου».
Είναι φανερό ότι στις περιπτώσεις αυτές οι κανόνες της καταπίεσης κι εκμετάλλευσης δεν αντιμετωπίζονται από άποψη ουσίας, αλλά το βάρος έχει μεταφερθεί στο κατά πόσον εφαρμόζονται σωστά. Μα, αυτό ακριβώς αναζητά και η εξουσία και οι πάσης λογής εκπρόσωποι και εκφραστές της! Να διατηρείται, να αναμορφώνεται και να αναγνωρίζεται η συνθήκη καταπίεσης και εκμετάλλευσης με το να στρεφόμαστε ενάντια στους «διεφθαρμένους» πολιτικούς, αναζητώντας και ξεχωρίζοντας τους «ακέραιους», με το να αγωνιζόμαστε να διώξουμε τους «ανίκανους», αλλά να ανεχόμαστε τους «ικανούς» διαχειριστές του ενός ή του άλλου κοινωνικού προβλήματος ή της περιβόητης «κάθαρσης».
Στο βιβλίο του Μεταδημοκρατία ο κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας Colin Jhon Crouch (2003) μεταξύ άλλων, τονίζει, ότι «όλα τα κόμματα είναι εκτεθειμένα στους κινδύνους που ελλοχεύουν, γεγονός που εξηγεί πολλά από τα σκάνδαλα διαφθοράς που ξέσπασαν σε κόμματα όλων των αποχρώσεων σε διάφορες προηγμένες κοινωνίες. Από την στιγμή που η ιδέα ότι οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γελοιοποιείται και αντιμετωπίζεται με κυνισμό, ενώ η επιδίωξη του προσωπικού κέρδους αναγορεύεται σε ύψιστη αξία, είναι απόλυτα φυσικό οι πολιτικοί, οι σύμβουλοι και άλλοι παράγοντες να θεωρούν ότι αποκομιδή προσωπικών οφελών από την πολιτική τους επιρροή είναι μια βασική και τελείως νόμιμη διάσταση της πολιτικής τους δραστηριότητας».
Ο συγγραφέας της Μεταδημοκρατίας δεν συγκαταλέγεται φυσικά στους λεγόμενους αντισυστημικούς, κάθε άλλο, παρ’ όλα αυτά είναι φανερό, ότι δεν περιγράφει κάποια «παθογένεια» του πολιτικού συστήματος που διορθώνεται αλλά την «κανονικότητα» που διέπει την λειτουργία του. Επομένως, είναι τουλάχιστον ανάξιες λόγου οι υποτιθέμενες διαιρέσεις που διέπουν τις ελίτ και το ίδιο το πολιτικό σύστημα, και ανούσιο το ζήτημα αν οι ενωμένες ελίτ διαχωρίζονται σε συγκαταβατικές και σε ιδεολογικά ενωμένες ή συναινετικές. Στο εξουσιαστικό γλωσσάρι, το «παλαιό» και το «νέο» παραμένουν τα φτιασίδια μιας εξουσίας που αναδιανέμεται μέσω ανταγωνισμών, σκοπιμοτήτων, ψεύδους, και εξαπάτησης.
Το 2008 ο Γιάννης Μηλιός (διετέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Συριζα και μέλος του Πολιτικού Γραφείου, ενώ από το 2012 ως το 2015 διετέλεσε επικεφαλής του οικονομικού τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ) έγραφε χαρακτηριστικά, ότι «Η Αριστερά ως «αντιεξουσία» είναι η μόνη εφικτή πολιτική στρατηγική μεταρρύθμισης του συστήματος επιβολής μέτρων που βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης των υπό εκμετάλλευση τάξεων και διευρύνουν τη δημοκρατία. Ταυτόχρονα, είναι η πολιτική στρατηγική που υποδεικνύει ότι «ένας άλλος (σοσιαλιστικός) κόσμος είναι εφικτός […] Η στρατηγική της «αντιεξουσίας» εκφράστηκε και στις πρόσφατες Δημοτικές και Νομαρχιακές Εκλογές: Όσοι και όσες στρατευθήκαμε στο συνδυασμό της «Ανοιχτής Πόλης» (και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει επίσης για όλα τα ενωτικά ψηφοδέλτια της ριζοσπαστικής και οικολογικής Αριστεράς) θεωρούμε ότι η εκλογική επιτυχία πηγάζει αποκλειστικά από το ότι μπορέσαμε, σε έναν βαθμό, να εκφράσουμε αυτή τη λογική αμφισβήτησης του συστήματος και του νεοφιλελευθερισμού, που εδώ περιέγραψα με τον όρο η Αριστερά ως «αντιεξουσία». Σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε».
Και φυσικά συνέχισαν.
Οι κάθε λογής εξουσιαστές, λοιπόν, για μιαν ακόμη φορά σχεδιάζουν, εκτός των άλλων, τις εναλλακτικές λύσεις όσον αφορά την διαδοχή στη διαχείριση των κοινών τους συμφερόντων. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση η αριστερά ήταν ανέκαθεν πολύτιμος εταίρος και αναντικατάστατο αποκούμπι σε κάθε «κρίση» και αδιαμφισβήτητα μοχλός αποσυμπίεσης και αφομοίωσης των κοινωνικών εντάσεων.
Όσο για το «πρόβλημα» της «ελλειπτικής» πολιτικής ηγεσίας, ή των «σκανδάλων διαφθοράς», θα λυθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ενώ το ίδιο θα συμβεί και με τα «κενά» στο πολιτικό σκηνικό, τα οποία θα γεμίσουν, όπως πάντα μέσω της κατασκευής, της χρήσης και της απόσυρσης κομμάτων και κομματιδίων μιας ή περισσότερων χρήσεων.
Συσπείρωση Αναρχικών
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.266, Ιανουάριος 2026
ΠΗΓΗ:https://anarchypress.wordpress.com




