Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 25 Ιούν 2019
ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΜΕΝΑ; ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ την Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Μετά την αναβολή της παρουσίασης (την Τρίτη 11 Ιουνίου),  το βιβλίο  παρουσιάζεται  την  Τρίτη 25 Ιουνίου, 8 30 μμ. στον ίδιο χώρο (Πολύεδρο) και με τους ίδιους ομιλητές.

 

Πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες όσοι  έχουν πληγεί από την κρίση; Ο άνεργος, ο άστεγος, ο  μετανάστης, ο χρεωμένος  επαγγελματίας, ο ανάπηρος, ο ηλικιωμένος, ο μοναχικός, ο ανέραστος; Αλλά και οι απογοητευμένοι από την «πρώτη φορά αριστερά»; Τι τρόπους μηχανεύονται για να αντισταθούν, να αποδράσουν, να επιβιώσουν και τι δικαιολογίες εφευρίσκουν όταν υποκύπτουν;

Στα 32 διηγήματα ο συγγραφέας  επιδιώκει να αποτυπώσει τα αθέατα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας σε κρίση. Καταστάσεις και κυρίως πρόσωπα, θύματα και θύτες.

 

Από τη συλλογή των 32 διηγημάτων αναρτώ δύο:

1. ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ   

(Το διήγημα  γράφτηκε για τους μαθητές Β1, Β2, Γ1, Γ2 του Πειραματικού Γυμνασίου Καστριτσίου στα πλαίσια λογοτεχνικού εργαστηρίου. Διαβάστηκε από το συγγραφέα στις 27/4/2015.   Το εργαστήρι οργάνωσαν οι  φιλόλογοι  Μαίρη Σιδηρά, Αγγελική Αργυρίου και Κατερίνα Πλακούδα.) 

 

Το μεσημέρι της Μεγάλης Δευτέρας περίμενε από τη
Θεσσαλονίκη τον Θέμη, τον δεκατριάχρονο γιο του.

Τη νύχτα της Κυριακής των Βαΐων κοιμήθηκε στον ξενώνα
φιλοξενίας. Δικαιούται να κοιμάται εκεί μια φορά
τον μήνα, και είχε κανονίσει να κοιμηθεί την παραμονή
της συνάντησής τους. Το πρωί έκανε μπάνιo – είχε να
πλυθεί είκοσι μέρες – και έβγαλε από τον σάκο του τα
πιο καθαρά του ρούχα. Ήπιε καφέ και πήρε πρωινό στην
τραπεζαρία.

Κατά τις έντεκα, χωρίς τον σάκο του, βγήκε από τον
ξενώνα. Κάτω από έναν ζεστό απριλιάτικο ήλιο ξεκίνησε
με τα πόδια για τον σταθμό των ΚΤΕΛ. Είχε αρκετό χρόνο
μέχρι την άφιξη του γιου του και περπατούσε αργά. Ήταν
ευκαιρία να σκεφτεί, να επανεκτιμήσει τις αποφάσεις του
και τις συνέπειές τους.

Η καμπάνα κάποιας κοντινής εκκλησίας του θυμίζει
συνέχεια πως βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Τα
περισσότερα καταστήματα είναι φωτισμένα και, παρά  την κρίση,

η κίνηση δείχνει να έχει ζωηρέψει. Μια μητέρα
σέρνει από το χέρι δύο δεκάχρονα, μάλλον τρέχει να τους
ψωνίσει. Ένας νεαρός πατέρας με μια μπάλα στο ένα
χέρι κρατά με το άλλο τον πεντάχρονο γιο του. Βαδίζουν
γελώντας και κουβεντιάζοντας. Μάλλον πηγαίνουν στην
παιδική χαρά. Μια τσιγγάνα με ένα μωρό στην αγκαλιά
τον παίρνει από πίσω, κάτι του μουρμουρίζει. Ούτε που
την ακούει.

Πάντα οι μέρες αυτές του φέρνουν μια μελαγχολία.
Αυτό το πρωινό όμως αισθάνεται κάτι πολύ παραπάνω

– αισθάνεται καταραμένος. Μπαίνει στον τρίτο χρόνο
της ανεργίας και, αντί να το έχει συνηθίσει, το βάρος στο
στήθος του μεγαλώνει σταθερά, όπως σταθερά μεγαλώνει
και ο γιος του.
Ντρέπεται να δει τη μάνα του και έχει ξεκόψει από το
πατρικό. Ο πατέρας του έχει πεθάνει – ευτυχώς, να μη
δει την κατάντια του. Ξέκοψε και από κάτι θειάδες. Στην
πρώην γυναίκα του, που με τον νέο της σύζυγο και τον
Θέμη μένουν στη Θεσσαλονίκη, έχει δύο χρόνια να στείλει
διατροφή για τον γιο του, όπως έχει αποφασίσει το
δικαστήριο. Ευτυχώς, η πρώην το πήρε απόφαση και δεν
τον ενοχλεί πια. Από τον γιο του όμως πώς να ξεκόψει;

Συνεχίζει με κάποια σοφίσματα να τον βλέπει τρεις
φορές τον χρόνο· κάποια πενθήμερα, Πάσχα και Χριστούγεννα,
και ένα δεκαήμερο το καλοκαίρι, σύνολο δηλαδή
είκοσι μέρες. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα για να
τον φιλοξενήσει είχε στήσει ολόκληρο θέατρο. Ζήτησε τη

Ζωγραφική:  Κατερίνα Χριστοπούλου

βοήθεια μιας παλιάς του φίλης. Έκαναν το ζευγάρι, και
η καλή φίλη πρόσφερε φιλοξενία και στους δύο. Αυτή τη
φορά όμως, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να βρει
μια λύση. Λες και οι φίλοι και οι φίλες έχουν εξαφανιστεί,
λες και η μάνα του έχει κι αυτή πεθάνει. Όλα είναι στη
θέση τους και όλοι δηλώνουν πρόθυμοι να βάλουν ένα χεράκι,
αλλά αυτός δεν θέλει βοήθεια από κανέναν. Το μόνο
που θέλει είναι να εξαφανιστεί.

Τις τελευταίες μέρες αυτό ακριβώς το ζήτημα τον απασχολεί:
πώς να εξαφανιστεί από τη ζωή του γιου του.

Όσο κι αν του είναι δύσκολο, πρέπει να βρει έναν τρόπο
να καταφέρει να θέσει το σχέδιό του σε εφαρμογή.
Και ο Θέμης πρέπει να το πάρει απόφαση ότι δεν έχει
πατέρα. Αυτό μάλιστα πρέπει να γίνει άμεσα, πριν συμβεί
το μοιραίο, πριν δηλαδή το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει.
Πιστεύει πως έτσι θα μπορέσει να απαλλαγεί από την
ντροπή που νιώθει απέναντι στον γιο του. Και πως τότε
το βάρος στο στήθος θα μειωθεί.

Αν βέβαια κάποτε τα πράγματα αλλάξουν, τότε θα εμφανιστεί
και πάλι. Αλλά τότε δεν θα είναι άνεργος και
άστεγος.

Είχε σκεφτεί να του πει ψέματα, ότι θα έφευγε για
Κρήτη, ότι δήθεν βρήκε εκεί κάποια δουλειά. Ίσως στην
Κρήτη με τα πολλά τουριστικά κυκλώματα, αν αποφάσιζε
να πάει, θα μπορούσε να επιβιώσει. Φοβάται όμως πως ο
Θέμης θα του ζητήσει το καλοκαίρι να τον επισκεφθεί και
να κάνουν μαζί διακοπές. Τελικά κατέληξε να του πει πως

θα πάει στη Γερμανία. Να δουλέψει για δύο τρία χρόνια,
που μπορεί να γίνουν και πέντε. Θα του υποσχεθεί πως
θα του τηλεφωνεί όσο πιο συχνά γίνεται. Μόνο που θα
πρέπει να του τηλεφωνεί από σταθερό ή κινητό με απόκρυψη,
να μην καταλάβει το παιδί ότι ο πατέρας του βρίσκεται
στην Ελλάδα.

Κι όλα αυτά πρέπει να του τα πει ψύχραιμα και πειστικά.
Χωρίς η φωνή του να σπάσει.

Περπατά με αργό βήμα προς τον σταθμό των ΚΤΕΛ
χωρίς να βιάζεται. Ο Θέμης θα φτάσει κατά τις δύο. Έρχεται
να μείνει μαζί του μέχρι το Μεγάλο Σάββατο και
να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη να κάνει Πάσχα με τη
μάνα του. Παρά τους φόβους και τις αμφιβολίες του, το
έχει αποφασίσει. Θα του ανακοινώσει πως το ίδιο βράδυ
θα φύγει ξαφνικά για τη Γερμανία. Θα του πει πως έλαβε
μια επείγουσα πρόσκληση που δεν σηκώνει αναβολή.
Θα του δικαιολογηθεί πως δεν τον ενημέρωσε γιατί είχε
μεγάλη ανάγκη να βρεθούνε, έστω και για μερικές ώρες.
Τον έχει πονέσει, θα του πει. Και αργά το απόγευμα θα
τον βάλει πάλι στο λεωφορείο για το ταξίδι της επιστροφής.
Ελπίζει μόνο ο Θέμης να έχει μαζί του λίγα χρήματα.

Όταν είδε τον γιο του να κατεβαίνει από το λεωφορείο
η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Αυτό το παλικάρι
ήταν μόνο δεκατριών χρονών; Μοιάζει πραγματικό
αντράκι.

Αγκαλιάστηκαν ζεστά. Φορτώθηκε το σακίδιο του γιου
του και, κάτω από τον ήλιο που έκαιγε σαν να ήταν καλοκαίρι,
άρχισαν να περπατούν προς το καφενείο του σταθμού.
Κάτω από τη μεγάλη λεύκα είχε εντοπίσει κάποια
τραπεζάκια άδεια. Μακριά από τους λιγοστούς θαμώνες,
να είναι μόνοι τους. Έπιασε τον γιο του από το χέρι να
τον οδηγήσει σε ένα μοναχικό τραπέζι ενώ σκεφτόταν
πώς να ξεκινήσει το παραμύθι του.

Ξαφνικά ο Θέμης τού έσφιξε το χέρι και τον υποχρέωσε
να σταματήσει.

Ζωγραφική: Κατερίνα Χριστοπούλου

– Πατέρα, δεν χρειάζεται να κρύβεσαι, του είπε με
σταθερή φωνή.
– Τι εννοείς; ρώτησε ανήσυχος.
– Ξέρω τις δυσκολίες σου και σου προτείνω να ανέβουμε
μαζί στη Θεσσαλονίκη.
– Να κάνουμε τι;
– Μένω μόνος στο υπόγειο του διώροφου. Το έχω όλο
για πάρτη μου. Θα μένουμε μαζί. Θα με βοηθάς στα μαθήματα.
Θα φροντίζεις και τον κήπο. Μπορείς, αν θέλεις,
να κάνεις και κάποια μεροκάματα στη γειτονιά. Μέχρι να
βρεις κάτι καλύτερο. Τι λες; Το έχω συζητήσει με τη μαμά
και τον άντρα της. Δεν έχουν αντίρρηση.
Αμίλητος και ταραγμένος, με τα βήματά του να τρέμουν,
κατάφερε να οδηγήσει τον γιο του στο μοναχικό
τραπεζάκι. Κάθισαν, και, όταν συνήλθε, άρχισε να σκέφτεται
την πρότασή του. Έπρεπε να ξεκινήσει τη ζωή του
από την αρχή και να τη στήσει πάνω στην αλήθεια. Πάνω

στις επιλογές που είχε. Και ο Θέμης του πρόσφερε μία
σίγουρη επιλογή.

Κάτω από τον ίσκιο της λεύκας για πρώτη φορά συζήτησαν
όχι σαν πατέρας με γιο, αλλά σαν δυο άντρες.
Ύστερα από λίγο τα συμφώνησαν. Να βαδίσουν μαζί τον
ίδιο δρόμο για όσο χρειαστεί.

Το απόγευμα πήγαν μαζί στο κέντρο φιλοξενίας και
πήρε τον σάκο του. Μετά μπήκαν στο λεωφορείο για
Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς, ο Θέμης είχε χρήματα και για τα
δύο εισιτήρια.

 

2. Οι ΠΙΛΟΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΙΑΣ

(Το διήγημα  σε μια πρώτη μορφή περιέχεται στο συλλογικό Έλα στη θέση μου, 20 διηγήματα για την αλληλεγγύη,  εκδόσεις Ταξιδευτής, 2015 και Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής. Η  παρούσα μορφή του  έχει διαμορφωθεί  από το συγγραφέα και επιμεληθεί από τον εκδότη

Όταν το απόγευμα της Κυριακής, 16ης Νοέμβρη,
στην Εσπερία ξεκίνησε η βροχή, οι πρόσφυγες του καταυλισμού
αναστατώθηκαν. Πριν από δεκαπέντε μέρες
το ρέμα του Γύφτου ή Διακονιάρη είχε πάλι φουσκώσει.
Φραγμένο από κλαδιά, σκουπίδια και ξύλα παρασυρμένα
από τις γύρω οικοδομές έσπασε το μικρό ανάχωμα. Τα
νερά υπερχείλισαν και γρήγορα ο καταυλισμός έγινε μια
μικρή λίμνη. Για μέρες οι περισσότερες από τις διακόσιες
καλύβες που ήταν στημένες κάτω από τα μεγάλα δέντρα
του πάρκου ήταν ακατοίκητες. Για να τις πλησιάσουν
έπρεπε να βραχούν μέχρι το γόνατο.

Έτσι, με τις πρώτες ψιχάλες της Κυριακής άρχισαν να
ελέγχουν τις πρόχειρες καλύβες τους και το χαμηλό ανάχωμα.
Κυρίως ανησύχησαν αυτοί που είχαν στήσει καλύβες
δίπλα στο ρέμα.

Η Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε από μέρες προβλέψει
πως τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Νοέμβρη ισχυρές
καταιγίδες θα πλήξουν τη Δυτική Ελλάδα. Μόνο που οι
πρόσφυγες δεν παρακολουθούν τα δελτία καιρού.
Οι κάτοικοι, όμως, των πολυκατοικιών γύρω από τον
καταυλισμό ήταν από μέρες ενημερωμένοι. Και είχαν
αναστατωθεί. Κυρίως αυτοί που κατοικούν στις νέες
πολυκατοικίες, με τις πιλοτές. Δεν ξεχνούσαν πως στην
προηγούμενη κακοκαιρία οι πιλοτές τους είχαν μετατραπεί
σε κέντρα προσωρινής διανυκτέρευσης. Αποφάσισαν,
λοιπόν, να κάνουν έκτακτες συνελεύσεις για να δουν πώς
θα περιφρουρήσουν τις πολυκατοικίες τους.

Την Παρασκευή, 14 Νοέμβρη, το απόγευμα, σχεδόν σε
όλες τις πολυκατοικίες της περιοχής έγιναν συνελεύσεις.
Πολλοί πρότειναν να περιφράξουν με κάποια μόνιμη περίφραξη
τις πιλοτές, αλλά η πρόταση σε καμία συνέλευση
δεν πλειοψήφησε. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως με την περίφραξη
θα αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική των κτιρίων. Εξάλλου
και ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο βασικός όμως λόγος
ήταν πως η δαπάνη θα ήταν μεγάλη. Και συμφώνησαν
πως δεν είναι σωστό να χαλάσουν τόσα χρήματα μέσα
στην οικονομική κρίση. Έτσι οι συνελεύσεις αποφάσισαν
νυχτερινή περιφρούρηση – σκάντζα βάρδια.
Οι περισσότερες προτίμησαν τις τρεις νυχτερινές βάρδιες:
10-1, 1-4 και 4-7.
Τα ίδια αποφάσισαν και άλλες πολυκατοικίες, που δεν
είχαν πιλοτή, αλλά διέθεταν μεγάλα στέγαστρα και κάποιες
στεγασμένες εσοχές.

Ο Βαγγέλης Κολύρος σκεφτόταν από χρόνια να αγοράσει
ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με πιλοτή στην
περιοχή. Όταν απέκτησε το διαμέρισμα, ποιος να το φανταζόταν
ότι σύντομα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα τέτοιο
τίμημα: τις νύχτες του χειμώνα να μένει ξάγρυπνος
φύλακας της παγωμένης πιλοτής. Πολλές φορές το είχε
σκεφτεί: στάθηκε άτυχος στην αγορά του. Γιατί τον επόμενο
κιόλας χρόνο μετά την αγορά οι Αφγανοί είχαν αρχίσει
να συγκεντρώνονται στην Εσπερία και στο λιμάνι της.
Και η μεγάλη ζημιά έγινε όταν έστησαν τον καταυλισμό
τους. Μέχρι να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, βασανίστηκε
πολύ από την άτυχη επιλογή του. Τόσο μεγάλη πόλη,
τόσα προάστια και εξοχές, και αυτός πήγε και διάλεξε την
περιοχή του Γύφτου. Γαμώ την ατυχία μου.

Για εκείνη τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα, με
απόφαση της συνέλευσης, είναι ένας από τους τρεις
άγρυπνους φρουρούς της. Ένας πιλοτοφύλακας στην πιο
σκληρή βάρδια: 4-7 στην άγρια νύχτα.
Μέχρι τις τέσσερις, που άρχιζε η βάρδια του, δεν μπόρεσε
να κλείσει μάτι. Τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν δαιμονισμένος.
Έπινε καφέδες να κρατηθεί και φρόντιζε τον
εξοπλισμό του: χοντρά ρούχα, διπλό μάλλινο σκουφί, δερμάτινα
γάντια, δυνατός φακός, ένα θερμός με καφέ, ένα
χορταστικό σάντουιτς, δύο πακέτα τσιγάρα, αναπτήρας
θυέλλης κι ένα χοντρό σκουπόξυλο, να το ’χει δίπλα του
για κάθε ενδεχόμενο. Κατά τις τέσσερις παρά, κατέβηκε
και παρέλαβε από τον προηγούμενο, που είχε φυλάξει το
νούμερο 1-4.

Το κύμα κακοκαιρίας είχε ξεκινήσει. Φυσούσε δαιμονισμένα,
ακούγονταν μπουμπουνητά, αστραπές αυλάκωναν
τον ουρανό και έπεφτε δυνατή βροχή. Η θερμοκρασία κατέβαινε
συνεχώς, και στα ψηλά σίγουρα είχε αρχίσει να
πέφτει χιόνι. Η πρώτη του φροντίδα ήταν να ανάψει όλα
τα φώτα και να κάνει έναν εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά την επιθεώρηση διάλεξε ένα ακρινό πεζούλι, απ’
όπου μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση, και το έκανε
παρατηρητήριο. Κάθισε, με τα μάτια πάντα καρφωμένα
πάνω στους σκούρους όγκους των ψηλών δέντρων. Το
μυαλό του δούλευε πυρετωδώς.

Καλή η πιλοτή, αλλά θέλει θυσίες, σκεφτόταν. Παίζουν
τα παιδιά, καθόμαστε κι εμείς στα πεζούλια της το καλοκαίρι
και λέμε καμιά κουβέντα. Αλλά η πιλοτή κάνει την
πολυκατοικία γυναίκα με ανοιχτά φουστάνια. O καθένας
θέλει να χωθεί μέσα στα φουστάνια της, μέσα στα γυμνά
της μπούτια.

Η σκέψη αυτή τον γέμισε με οργή. Κοίταξε προς την
πλευρά του καταυλισμού. Μέσα στην άγρια νύχτα, οι σκιές
των ψηλών δέντρων φάνταζαν σαν πελώριοι γίγαντες
σε έναν ουρανό που κάθε τόσο φωτιζόταν από τις λάμψεις
των αστραπόβροντων. Ο δυνατός αέρας τους κινούσε
σαν να τους έσπρωχνε απειλητικά προς το μέρος του.
Τα βογκητά του ανέμου ήταν οι φοβερές κραυγές τους.

Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ο άνεμος και η βροχή
σκέπαζαν τις συνομιλίες και τα σχέδια των μεταναστών.
Ήταν σίγουρος πως αυτή την ώρα συνωμοτούσαν εναντίον
της πολυκατοικίας του. Μια ανησυχία τον κατέλαβε
και ενστικτωδώς έκανε τον σταυρό του. Άνοιξε το θερμός,
ήπιε μια γουλιά καφέ, άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Κάτι
από τα τρία – σταυρός, καφές, τσιγάρο – ή και τα τρία
κατάλαβε να τον οπλίζουν με δύναμη. Ένιωσε αποφασισμένος
να εκπληρώσει με επιτυχία τη νυχτερινή αποστολή του.

Ταυτόχρονα με ένα ερωτικό σκίρτημα σκέφτηκε τη γυναίκα
του, καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Κοιμόταν μόνη στο
ζεστό τους κρεβάτι. Ασφαλή ήταν και τα δύο αγόρια τους,
δέκα και δώδεκα χρόνων, χωμένα κι αυτά στα ζεστά τους
παπλώματα.

Ευτυχώς, η Δευτέρα, 17 Νοέμβρη, είναι σχολική αργία,
και οι τρεις τους δεν θα σηκωθούν πρωί. Θα χορτάσουν,
τουλάχιστον αυτοί, ύπνο, σκέφτηκε με τρυφερότητα.
Αναγνώρισε πως με τη νυχτερινή προετοιμασία του
τους είχε κρατήσει ξάγρυπνους.
Αυτές τις μέρες η οικογένεια φιλοξενούσε την πεθερά
του, την κυρα-Κατερίνα, από τη Λευκάδα. Όταν το απόγευμα
η κυρα-Κατερίνα άκουσε την απόφαση της συνέλευσης
έδειξε ανήσυχη. Όλο κάτι μουρμούριζε, αλλά δεν
τολμούσε να το πει μπροστά του. Την άκουσε, όμως, που
κάτι ψιθύριζε στην κόρη της.
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο, έπιασε το αυτί του.
Ο Βαγγέλης την κοίταξε αγριεμένος, αλλά δεν έδωσε
συνέχεια. Τώρα που το σκέφτεται θυμώνει:
– Αυτό έλειπε, να κάνουμε την πιλοτή ξενοδοχείο,
μουρμούρισε. Ήρθε από την Εγκλουβή να μας βάλει νόμους,
η χωριάτα, που ακόμα δεν έχει βγάλει τη λευκαδίτικη
φουστάνα της.

Σηκώθηκε από την πεζούλα του και άρχισε να περπατάει
πίνοντας μικρές γουλιές καφέ και καπνίζοντας.
Όταν διέκρινε κάποιους σκούρους όγκους να πλησιάζουν
αλαφιάστηκε. Αυτόματα σηκώθηκε από το πεζούλι
που είχε κάνει παρατηρητήριο. Πήρε στα χέρια το χοντρό
σκουπόξυλο που είχε ακουμπήσει στον τοίχο. Με
τα πόδια ανοιχτά στάθηκε όρθιος κάτω από ένα φως, να
τον βλέπουν. Τρεις νεαροί πρόσφυγες, με βήματα αργά
και φοβισμένα, πλησίαζαν. Ήταν μουσκεμένοι, παρά τα
αυτοσχέδια αδιάβροχα που φορούσαν. Στάθηκαν αρκετά
μακριά του και με νοήματα ζήτησαν την άδειά του να
πλησιάσουν στον χώρο της πιλοτής.
– Μακριά από δω, μην πλησιάζετε, φώναξε ο Βαγγέλης.

Οι τρεις μουσκεμένοι στάθηκαν ακίνητοι. Σκυφτοί, να
μην τους πάρει ο αέρας, που ανέμιζε τα πρόχειρα νάιλον
που είχαν για αδιάβροχα. Έδειξαν μια άκρη της πιλοτής.
Μετά σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Προσπαθούσαν
να του εξηγήσουν με νοήματα πως θα έμεναν
μόνο όσο κρατούσε η βροχή.
– Είπαμε όχι, βόγκηξε ο Βαγγέλης προβάλλοντας το
σκουπόξυλο απειλητικά.

Κρατούσε, όμως, και μια πισινή, γιατί καταλάβαινε
πως οι Αφγανοί ήταν τρεις κι αυτός μόνος του.
Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έκαναν
στροφή και χάθηκαν μέσα στη βροχή και στο σκοτάδι.
Οι σκιές τους εξαφανίστηκαν, αλλά τη θέση τους κατέλαβαν
άλλες απειλητικές σκιές. Κορμοί δέντρων, θάμνοι,
και αυτά τα ψηλά δέντρα του καταυλισμού. Οι αστραπές
σταμάτησαν, αλλά τα δέντρα συνέχιζαν να σείονται απειλητικά
στο φόντο ενός ουρανού που φωτιζόταν χλομά
από τα φώτα της πόλης. Ο Βαγγέλης ανήσυχος κάθισε
στο πεζούλι βαριανασαίνοντας.

 

 

 

 

 

Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν παρόμοιες
μονολεκτικές κραυγές. Και από την πάρα πέρα το ίδιο.
Έκανε σήματα με τον φακό του, και κάποιοι φακοί απάντησαν
από μακριά. Όλα έδειχναν πως η μάχη δίνεται
παντού. Πως όλοι οι πιλοτοφύλακες είναι στη θέση τους.
Άναψε πάλι τσιγάρο και στράγγιξε το θερμός στο στόμα
του. Τέντωσε τα χέρια του, χτύπησε τα παγωμένα πόδια
του στο δάπεδο και κραύγασε:
– Πιλοτή είναι, δεν είναι μπουρδέλο, να κοιτάτε πώς
θα μπείτε. Η πιλοτή δεν είναι καμιά ξεβράκωτη.
Η κυρα-Κατερίνα είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και διαφωνούσε
με αυτή τη μανία της γειτονιάς. Δεν μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν άφηναν τους πρόσφυγες να απαγκιάσουν
στις πιλοτές. Λες και οι πρόσφυγες θα έμπαιναν
μέσα στα σπίτια και θα υποχρέωναν τους νοικοκυραίους
να τους στρώσουν τραπέζι και κρεβάτι.
Κάποια στιγμή μάλιστα, που ο γαμπρός της ήταν κλεισμένος
στην τουαλέτα, το είπε στην κόρη της:
– Άμα βρέξει, είναι κρίμα από τον Θεό να μουσκεύουν
μέσα στο κρύο. Θα πουντιάσουν.
Η κόρη της κούνησε τους ώμους και είπε αδιάφορα:
– Ας κάθονταν στον τόπο τους και στα σπίτια τους,
μάνα. Δεν τους καλέσαμε.
– Κόρη μου, πρόσφυγας δεν γίνεσαι επειδή το θέλεις.
Να εύχεσαι μόνο να μη μας τύχει, μονολόγησε η κυρα-
Κατερίνα. Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της και λιγότερο
στην κόρη της.

Κατά τις πέντε το πρωί, ενώ η καταιγίδα μαινόταν,
η κυρα-Κατερίνα κατέβηκε στην πιλοτή. Κρατούσε μια
μάλλινη κουβέρτα στο ένα χέρι κι έναν δίσκο στο άλλο.
Πάνω στον δίσκο είχε δύο μεγάλες κούπες καυτό τσάι
που άχνιζε. Φορούσε τη λευκαδίτικη φουστάνα της, το
πανωφόρι της και από πάνω είχε ρίξει μια άλλη μάλλινη
κουβέρτα. Βρήκε τον γαμπρό της να κάθεται στο ακρινό
πεζούλι και να κοιτάζει προς την πλευρά του καταυλισμού.
– Σου έφερα τσάι και μια κουβέρτα να τυλιχτείς, είπε
και του έδωσε το ρούχο και τη μία κούπα.
– Πιλοτοφύλακας κι εσύ, γριά, της είπε με φωνή μπερδεμένη.
Φαινόταν νυσταγμένος και κουρασμένος.
Άρπαξε αμίλητος την κούπα και την κουβέρτα και τραβήχτηκε
στο βάθος, σε ένα άλλο προστατευμένο πεζούλι.
Σκέπασε τα πόδια του με την κουβέρτα και άρχισε με μικρές
γουλιές να πίνει το καυτό τσάι. Μόλις το τέλειωσε,
ακούμπησε το κεφάλι πίσω στον τοίχο προσπαθώντας να
κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
– Κοιμήσου λίγο, θα μείνω εγώ στο πόδι σου, του είπε
η γυναίκα.
– Εσύ; Θα τα καταφέρεις; απόρησε ο Βαγγέλης.
– Μην ανησυχείς. Εδώ θα ’μαι να πίνω το τσάι μου….
-Αν δω κάτι, θα σου φωνάξω, τον καθησύχασε.

Ο Βαγγέλης την κοίταξε καχύποπτα. Η κούραση όμως
τον νίκησε. Τύλιξε καλά τη μάλλινη κουβέρτα γύρω από
το κορμί του, σταθεροποίησε το κεφάλι του κι έκλεισε τα
μάτια του. Η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Αέρας και βροχή
συνέχιζαν με την ίδια ένταση.

Η κυρα-Κατερίνα κάθισε στο ακρινό πεζούλι. Ακούμπησε
δίπλα της το τσάι και τύλιξε με την κουβέρτα τα
πόδια της. Με τα μάτια στραμμένα προς τον καταυλισμό
προσπαθούσε να μαντέψει τι γίνεται μέσα στο σκοτάδι.
– Άγρια βροχή, αλλά τη δουλειά της την κάνει. Χρήσιμη
για την εποχή. Από αυτές που στο νησί τις θεωρούμε
ευλογία Θεού. Αλλά εδώ είναι κατάρα. Μουσκεύει άστεγους
και απροστάτευτους. Κάνει τους ανθρώπους σκληρούς
και αφιλόξενους, μονολόγησε.

Kοίταξε τους χαμηλούς θάμνους και μετά τα ψηλά δέντρα
προς την πλευρά του καταυλισμού. Έγερναν από τη
δύναμη του αέρα και τα κλαδιά τους συστρέφονταν απότομα,
με φόντο τη βροχή που λαμπύριζε από τον αμυδρό
δημοτικό φωτισμό του διπλανού δρόμου. Ανησύχησε, γιατί
κάτω από τα δέντρα καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρωποι.
Νέα παιδιά, μόνα, χωρίς μάνα να τα νοιαστεί, απροστάτευτα.
Τα ένιωθε που προσπαθούσαν να κολλήσουν
στους κορμούς των μεγάλων δέντρων, να προστατευτούν.
Νόμιζε πως άκουγε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους,
πως έβλεπε τα μαλλιά και τα πρόσωπά τους να στάζουν
από το νερό της βροχής. Τα φανταζόταν να σκύβουν δύο
δύο, τρία τρία, κάτω από κάτι νάιλον και κουβέρτες.

Ξαφνικά διέκρινε μέσα στο σκοτάδι έναν μικρό όγκο
να κινείται αργά προς το μέρος της. Αμέσως κατάλαβε.
Ήταν ένα παιδί, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε.
Παρά το πρόχειρο αδιάβροχο που φορούσε, ήταν βρεγμένο
και έτρεμε.

Έριξε μια ματιά στον γαμπρό της. Είχε κλειστά τα
μάτια και ροχάλιζε. Στράφηκε στο παιδί και του έκανε
νόημα να πλησιάσει. Το παιδί πήγε κοντά της τρομαγμένο.
Η γυναίκα έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, να του δείξει
πως έπρεπε να κάνει ησυχία. Το παιδί, αμίλητο, πλησίασε
κι άλλο κοντά της. Μετά του έκανε νόημα να γονατίσει.
Το παιδί γονάτισε υπάκουα κοιτάζοντάς τη στα
μάτια. Του ζήτησε να κινηθεί αργά, και το παιδί μπουσουλώντας
πλησίασε κι άλλο. Αποφασιστικά μάζεψε τα πόδια
της και άπλωσε την κουβέρτα της μπροστά. Του έκανε
νόημα να ξαπλώσει. Το παιδί διστακτικά πλησίασε και
ξάπλωσε πάνω στη ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Κουλουριάστηκε
τρέμοντας. Η κυρα-Κατερίνα αυτή τη φορά άπλωσε
τα πόδια της και τα πέρασε πάνω από το σώμα του
παιδιού. Το μάτι της έπεσε στην κούπα με το τσάι. Ήταν
ακόμα ζεστό. Του έδωσε με προσοχή την κούπα. Μετά το
κάλυψε με τη φουστάνα της.

Έριξε μία ακόμη ματιά στον γαμπρό  της και έσιαξε καλά τη φουστάνα.

Την έστρωσε με επιμέλεια, προσπαθώντας να καλύψει τελείως το παιδί,
που κουλουριασμένο έπινε το ζεστό τσάι.

 

 
 
 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου