Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 11 Ιούλ 2014

Iερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου-24 Ιουνίου 1827

Σεβασμιότατε Μητροπολίτη και άξιε ποιμενάρχη της Ι.Μ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιε,

Πανασιολογιότατε Καθηγούμενε της Ι.Μ. Μεγάλου Σπηλαίου κ. Ιερώνυμε,

Αξιότιμε Πρόεδρε της Πανκαλαβρυτινής Ένωσης κ. Βαρβιτσιώτη,

Σεβαστοί γέροντες, Άξιοι άρχοντες, Κυρίες και Κύριοι

Σήμερα βρισκόμαστε εδώ στον ιερό χώρο της αγέρωχης Καλαβρυτινής γης. Σ’ αυτή και συγκεκριμένα στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας υψώθηκε το Μάρτιο 1821 από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό το λάβαρο της Επαναστάσεως και εδώ στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου οι Αγωνιστές και οι Μοναχοί με τον Ηγούμενο Δαμασκηνό τον Ιούνιο του 1827 βροντοφώναξαν στον Ιμπραήμ «Μολών Λαβέ», όπως το 480 π.Χ. είχε βροντοφωνάξει στους Πέρσες ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Λαμία. Μας δίνεται έτσι η ευκαιρία να ξαναστοχαστούμε τον καταλυτικό ρόλο που διαδραμάτισε στην τύχη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 η Ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Εγώ προσωπικά, μετά την τιμητική πρόσκληση του Πανοσιολογιώτατου Καθηγούμενου αυτής της Ιεράς Μονής π. Ιερώνυμου Κάρμα και του Προέδρου της Ένωσης των Καλαβρυτινών κ.Βαρβιτσιώτη, με ύψιστο δέος και με την Ευλογία Της Βρεφοκρατούσας Παναγίας θα προσπαθήσω να αποτίσω τον ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στους Αγωνιστές και Μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου, οι οποίοι προέταξαν πάνω από όλα τον ιερό τους όρκο για την ελευθερία της Πατρίδας τους.

Συγκεκριμένα, οι πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Μεγάλου Σπηλαίου γράφονται κατά τον αγώνα του Έθνους εναντίον του τουρκικού ζυγού. Οι τύχες της Μονής συνυφαίνονται με τις πολύπαθες περιπέτειες των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Οι μοναχοί συμπαρίστανται ενεργά στον αγώνα με κάθε τρόπο. Η δράση και η συμβολή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Επανάσταση συνάδει με τη γενικότερη στάση της Εκκλησίας.

Ο ρόλος γενικά της Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία είναι γνωστός. Η συμβολή της Εκκλησίας αποδεικνύεται από την συμμετοχή όλου του κλήρου τόσο στην προετοιμασία όσο και στη διεξαγωγή του Αγώνα. Τα μοναστήρια διαδραμάτισαν έναν ξεχωριστό ρόλο σ' αυτό το πανεθνικό κίνημα για ελευθερία. Δεν αποτελούσαν μόνο χώρους παρηγοριάς του χειμαζόμενου λαού από τις κακοπάθειες και τους εξευτελισμούς και ισχυρά κέντρα διατήρησης της παράδοσης αλλά και πυρήνες καλλιέργειας της επαναστατικής ιδέας και, όπως αποδείχτηκε, πραγματικά φυτώρια ηρώων. Στα μοναστήρια εκπαιδεύτηκε πλήθος μαρτύρων της πίστεως (νεομάρτυρες) και της πατρίδας (εθνομάρτυρες).

Την πολυπρόσωπη συμμετοχή του Μεγάλου Σπηλαίου στον Αγώνα του 21 θα προσπαθήσουμε να ανιστορήσουμε, ξεκινώντας από τις πυρετώδεις προετοιμασίες για τη μεγάλη απόφαση.

Το Μέγα Σπήλαιο από νωρίς έγινε πυρήνας διαδόσεως των επαναστατικών σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας για την Πελοπόννησο. Οι μαρτυρημένοι από την ιστορική έρευνα Μεγαλοσπηλιώτες που πρωταγωνίστησαν ως στελέχη στη διάδοση των ιδεών της Φιλικής ήταν ο μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως (Κυπαρισσίας) Γερμανός, κατά κόσμον Γεώργιος Παπαδόπουλος ή Ζαφειρόπουλος, που γεννήθηκε στα Καλάβρυτα το 1760, ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Φραντζής, κατά κόσμον Ανδρόνικος, που γεννήθηκε το 1771 στο χωριό Μεσορρούγι της επαρχίας Καλαβρύτων,ο μοναχός Γρηγόριος, από το χωριό Κλαπατσούνα, που υπηρέτησε ως σκευοφύλακας της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, ο Ιωνάς Κανελλόπουλος που διετέλεσε Ηγούμενος της μονής και καταγόταν από τα Χαλκιανικά Κλουκινών, τα αδέλφια Νεόφυτος και Παφνούτιος Ρούβαλη, ο επίσκοπος Δαμαλών Ιωνάς που γεννήθηκε στα Σουδενά το 1764 και χειροτονήθηκε Επίσκοπος το 1801. Πιθανόν η μονή της μετανοίας του να ήταν το Μέγα Σπήλαιο. Μυήθηκε στη Φιλική το 1819 από τον προεστό της Κορίνθου Θεοχάρη Ρέντη. Το 1825 εκτέλεσε χρέη Υπουργού στο Υπουργείο της Θρησκείας. Πέθανε ως Αρχιεπίσκοπος Κορινθίας το 1854 και ο Ηγούμενος της Μονής Παρθένιος Μπαλάνος που στρατολογήθηκε στην οργάνωση σε μεγάλη ηλικία. Το Μέγα Σπήλαιο συνετέλεσε και με έναν άλλο τρόπο στην προετοιμασία του αγώνα. Συγκεκριμένα, τα δυό μετόχια του στην Κωνσταντινούπολη, το Βλαχ-Σεράι και η Μονή του Αγίου Γεωργίου Καρύπη στα Πριγκηπονήσια, αποτέλεσαν τόπους συγκεντρώσεως των Φιλικών, όταν ακόμη καταστρωνόταν το σχέδιο της ένοπλης εξέγερσης.

Καθοριστικής σημασίας για την έναρξη της Επανάστασης υπήρξε η συνέλευση της Βοστίτσας στις αρχές του 1821. Σ' αυτήν συμμετείχαν από την Κυπαρισσία ο μητροπολίτης Γερμανός μαζί με τον Αμβρόσιο Φραντζή, ο ηγούμενος του Μεγάλου Σπηλαίου Ρεγκλής ή Μπόχαλης, ο επίσης μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Ιερόθεος. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις τους, οι πρόκριτοι τελικά πείστηκαν από τον Παπαφλέσσα για την καταλληλότητα της στιγμής και πήραν τις ανάλογες αποφάσεις. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε να σταλεί ο μοναχός Ιερόθεος από το Μεγάλο Σπήλαιο σε περιοδεία ανά την Πελοπόννησο προκειμένου να συλλέξει χρήματα. Μάλιστα ο μοναχός Ιερόθεος πήρε έγγραφο από τη συνέλευση με οδηγίες προς τους εταίρους, στις οποίες, εκτός από έκκληση για τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική συνεισφορά, συνιστάτο η «κατάπαυσις του βρασμού» σε αναμονή νέων οδηγιών. Η συνέλευση διαλύθηκε στις 29 Ιανουαρίου. Η μυστικοσυνέλευση της Βοστίτσας ήταν σημαντική, γιατί τα μέλη της συνειδητοποίησαν ότι έφθασε ο καιρός για το ξέσπασμα της επανάστασης. Ο Παπαφλέσσας, κατά το πέρας της συνέλευσης, εντελλόταν στα μέλη της να πληροφορήσουν τις αποφάσεις στις επαρχίες τους και να προετοιμάσουν το λαό για τις εξελίξεις. Η συνέλευση της Βοστίτσας «αποτελεί το πρώτο πολιτικό προεπαναστατικό γεγονός του 21, την πρώτην πολιτικήν πράξιν υλοποιήσεως της Επαναστάσεως»

Ακολούθησαν πολεμικές επιχειρήσεις στις οποίες έλαβαν μέρος και μεγαλοσπηλιώτες μοναχοί που ένωσαν τις τύχες τους με εκείνες των αγωνιζόμενων Ελλήνων: Η Μάχη Λεβιδίου (14 Απριλίου 1821) ανήκει στις πρώτες αδέξιες αλλά νικηφόρες πολεμικές επιχειρήσεις των επαναστατημένων Πελοποννησίων, που όμως τους έδιναν την πολύτιμη γνώση -από άποψη ψυχολογική κυρίως- ότι οι Τούρκοι δεν ήταν ανίκητοι. Σημαντική ήταν, επίσης, η συμβολή των Μεγαλοσπηλιωτών μοναχών και στη Μάχη της Ακράτας (7-19 Ιανουαρίου 1823)

Το 1824 η ελληνική επανάσταση είχε ήδη εξαπλωθεί τόσο, ώστε ο σουλτάνος Μαχμούτ αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή (Μωχάμετ Άλυ). Αυτός εμπιστεύθηκε το δύσκολο έργο της καταστολής των εξεγερμένων Ελλήνων στο γιο του Ιμπραήμ. Η σύμπραξη αυτή αρχίζει να αποδίδει καρπούς: η Επανάσταση καταπνίγηκε στην Κρήτη (Μάρτιος-Αύγουστος 1824), καταστράφηκαν η Κάσος και τα Ψαρά (Ιούνιος 1824). Εν τω μεταξύ ο εμφύλιος είχε αρχίσει και η διχόνοια είχε φωλιάσει για τα καλά στις ψυχές των Ελλήνων. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ο Ιμπραήμ, έχοντας ως ορμητήριο τη Σούδα της Κρήτης, την οποία είχε καταλάβει το 1824, εξεστράτευσε εναντίον της Πελοποννήσου.

Η απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο έλαβε χώρα στις 11 και 12 Φεβρουαρίου 1825. Σοφά είχε επιλεχθεί ως τόπος απόβασης το λιμάνι της Μεθώνης. Ο Ιμπραήμ, εκτός από τους συμπατριώτες στρατηγούς του, διέθετε ένα επιτελείο γάλλων και ιταλών αξιωματικών, οι οποίοι διαχειρίζονταν τα τεχνικά σώματα του στρατού, δηλαδή το πυροβολικό και το μηχανικό. Οι Έλληνες, απορροφημένοι στις εσωτερικές διενέξεις, αντιμετώπισαν επιπόλαια τον νέο κίνδυνο, αδράνησαν, όταν θα μπορούσαν να καταφέρουν ένα καθοριστικό χτύπημα στον εχθρό, δηλαδή τη στιγμή της απόβασης, και έτσι έδωσαν τη δυνατότητα στους αντιπάλους να συνταχθούν και να αρχίσουν το εφιαλτικό έργο τους, που για χρόνια έσπειρε τον τρόμο και το θάνατο σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες των Ελλήνων τη στιγμή της άφιξης των Αιγυπτίων ήταν φυλακισμένοι, ενώ ο λαός στο άκουσμα της είδησης για τον ερχομό του Ιμπραήμ αντιδρούσε ψυχρά. Την υποτίμηση δε αυτή των αντιπάλων οι Έλληνες, δυστυχώς, έμελλε να πληρώσουν ακριβά. Ο ικανότατος αιγύπτιος στρατηλάτης όργωσε σχεδόν ανενόχλητος την Πελοπόννησο επιδιδόμενος συχνά σε φρικαλεότητες και βανδαλισμούς. Συγκεκριμένα:

· Ο Ιμπραήμ νικά στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας (7 Απριλίου 1825)

· Ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει την Σφακτηρία (26 Απριλίου 1825)

· Οι αγωνιστές ηττώνται στο Μανιάκι (20 Μαΐου 1825), όπου και έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας)

· Ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει την Τριπολιτσιά (10 Ιουνίου 1825)

· Ο Κιουταχής το 1825 πολιορκεί το Μεσολόγγι (10 Απριλίου 1826 η έξοδος του Μεσολογγίου), κυριεύει την Αθήνα και πολιορκεί την Ακρόπολη (3 Αυγούστου 1826)

· Καταστροφή των Ελλήνων στο Φάληρο (24 Απριλίου 1827), η Ακρόπολη των Αθηνών παραδίδεται στον Κιουταχή (24 Μαΐου 1827)

Ωστόσο, παρά τη νικητήρια εκστρατεία του Ιμπραήμ στο Μεσολόγγι, ο στρατός του είχε πολλές απώλειες, και αυτός που απέμεινε άρχισε πλέον να εμφανίζει φανερά σημεία κόπωσης. Εξάλλου, ο ανταρτοπόλεμος ή «πόλεμος των σπηλαίων» (Θ. Ρηγόπουλος), μοναδικός τρόπος αντίστασης για τους επαναστάτες της Πελοποννήσου, και οι κακουχίες αρκετών μηνών από την άφιξή τους στην Πελοπόννησο είχαν εξαντλήσει τους άνδρες του Ιμπραήμ. Στην ηπειρωτική Πελοπόννησο τρεις ήταν πλέον οι πυρήνες αντίστασης των επαναστατημένων: η Μάνη, το Παλαμήδι και το Μεγάλο Σπήλαιο.

Το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου ήταν ήδη γνωστό στο αντίπαλο στρατόπεδο ως ένα ισχυρό ορμητήριο των ελληνικών δυνάμεων και τόπος ιδιαίτερης στρατιωτικής σημασίας για τους επαναστατημένους. Κι όχι μόνον αυτό, το μοναστήρι παρείχε στέγη σε πολλές οικογένειες των προυχόντων της περιοχής που, από το φόβο του επιδρομέα, αναζήτησαν καταφύγιο στους κόλπους του. Το μοναστήρι προσέφερε μεγάλη υλική βοήθεια για τις ανάγκες του αγώνα, σε σημείο, πάντα κατά τη μαρτυρία του λόγιου κ. Οικονόμου, να εκποιήσει και αυτά τα αργυρά ιερά σκεύη. Οι μοναχοί, εξάλλου, δεν δίστασαν να λιώσουν οποιοδήποτε χάλκινο αντικείμενο του μοναστηριού, ακόμη και αυτά τα πόμολα των θυρών, για να γίνουν πυρομαχικά.

Ο Ιμπραήμ, γνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της μονής, που οφειλόταν κυρίως στη φυσική τοπογραφία της, επιχείρησε τρεις φορές να την κατακτήσει. Ωστόσο, η κατάληψη του Μεγάλου Σπηλαίου δεν ήταν εύκολη, κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας της οχυρής θέσης του αλλά και της ακμαίας οικονομικής του κατάστασης. Οι πατέρες του Μ. Σπηλαίου, άλλωστε, αντιμετώπισαν με μεγάλη αίσθηση ευθύνης και ρεαλισμό τις υποχρεώσεις που τους επέβαλε η κρίσιμη εμπόλεμη κατάσταση. Την πρώτη απόπειρα κατάληψης του Μεγάλου Σπηλαίου επιχείρησε ο Ιμπραήμ το Δεκέμβριο του 1825 και τη δεύτερη την άνοιξη του 1826, οι οποίες βέβαια απέτυχαν παταγωδώς

Έτσι, Ο Ιμπραήμ, ενώ μέχρι το 1827 επεδείκνυε μια εξαιρετική σκληρότητα προς τους επαναστατημένους, πράγμα που σφυρηλατούσε την υπομονή τους και το αγωνιστικό τους φρόνημα, από τότε και στο εξής άλλαξε τακτική, με σκοπό να τους κάνει να υποχωρήσουν οικειοθελώς. Έγινε πιο ήπιος και διαλλακτικός, με αποτέλεσμα πολλοί Έλληνες να υποταχθούν. Ο λαός είχε κουραστεί από τον αγώνα και ολόκληρα χωριά είχαν δηλώσει μετάνοια στον αδίστακτο επιδρομέα, για να αποφύγουν την ολοσχερή καταστροφή. Ο Ιμπραήμ έδινε «προσκυνοχάρτια» σε όλους όσοι δήλωναν υποταγή.Για την εξάπλωση του φαινομένου συνέβαλε σημαντικά ο Δημήτριος Νενέκος, ένας ικανός οπλαρχηγός από την Αχαΐα, που για λόγους αντιζηλίας ενέδωσε στις δελεαστικές προτάσεις του Δελή- Αχμέτ της Πάτρας. Ο Νενέκος με τις εκδουλεύσεις του στο στρατόπεδο των Αιγυπτίων κέρδισε την εμπιστοσύνη του Ιμπραήμ, απέκτησε αξιώματα και υλικά οφέλη και έφτασε να ηγείται ενός ξεχωριστού στρατιωτικού σώματος, των τουρκοπροσκυνημένων Ελλήνων.

Το φαινόμενο αυτό του μαζικού προσκυνήματος, που απειλούσε να καθορίσει την πορεία του αγώνα, κατάφερε να αναστείλει με αποφασιστικότητα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, έχοντας το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Ο Φωτάκος, εξάλλου, στα Απομνημονεύματά του μας πληροφορεί ότι και οι ίδιοι οι πατέρες του Μεγάλου Σπηλαίου αντιμετώπιζαν το πρόβλημα των τουρκοπροσκυνημένων, που νέμονταν την περιοχή, αντλώντας πληροφορίες για λογαριασμό του Ιμπραήμ, όταν ο τελευταίος είχε αποφασίσει να επιτεθεί εναντίον του μοναστηριού.

Αυτήν τη φορά ο Ιμπραήμ είχε έρθει αποφασισμένος να βλάψει τη Μονή. Εξάλλου, οι εσωτερικές διαμάχες της ελληνικής ηγεσίας είχαν τον ανάλογο αντίκτυπο και στη μοναστική αδελφότητα. Άλλοι θεωρούσαν σκόπιμο να αντισταθούν μέχρι θανάτου στις τουρκικές ορδές, ενώ άλλοι ολιγωρούσαν και έβλεπαν συμφέροντα έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό. Τελικά επικράτησε η μερίδα των πιο θαρραλέων και αποφασισμένων μοναχών, ώστε την κρίσιμη στιγμή της μάχης να συμμετάσχουν όλοι στην αναχαίτιση της επίθεσης.

Αφότου ο Ιμπραήμ είχε στρατοπεδεύσει στη θέση Λιβάδι της Σάλμενας βολιδοσκοπώντας το μοναστήρι, οι μοναχοί εζήτησαν βοήθεια από τον Κολοκοτρώνη. Πράγματι, ο Γενικός Αρχηγός έστειλε στο μοναστήρι στρατιωτική δύναμη με επικεφαλής τους Φωτάκο, Ν. Καραχάλιο, Κ. Μέλλιο και Θεοδόσιο Παπαγιαννακόπουλο, καθώς και ένα τμήμα της σωματοφυλακής του.

Όταν έφτασε ο Φωτάκος (Χρυσανθόπουλος Φώτιος) στο Μέγα Σπήλαιο, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, ηγούμενος της στρατιωτικής δύναμης που είχε διατάξει ο Κολοκοτρώνης, οι μοναχοί τον υποδέχτηκαν με χαρά. Ο Υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, βλέποντας την καλή οχύρωση της Μονής, μη θέλοντας να «δώση βάρος εις το Μοναστήριον», διέταξε τη σωματοφυλακή του Κολοκοτρώνη να γυρίσει πίσω. Ο Φωτάκος πήρε αυτή την απόφαση, βλέποντας ότι, εκτός από τις οικογένειες που βρίσκονταν ήδη μέσα στο μοναστήρι, «χιλιάδες ψυχαί, άνδρες και γυναικόπαιδα» είχαν συναχθεί έξω από τη Μονή. Από αυτούς πολλοί τρέφονταν από το μοναστήρι. Η οχύρωση της Μονής είχε αρχίσει ήδη από το προηγούμενο έτος (1826), κατά τη δεύτερη απόπειρα του Ιμπραήμ εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου. Το μοναστήρι υπερασπίζονταν περίπου 600 εμπειροπόλεμοι αγωνιστές υπό το γενικό πρόσταγμα του Ν. Πετμεζά. Μαζί τους συντάχθηκαν και πολλοί μοναχοί με επικεφαλής τον γενναίο μοναχό Γεράσιμο Τορολό.

Ο Ιμπραήμ πριν επιτεθεί εναντίον της Μονής, και γνωρίζοντας πόσο δύσκολο θα ήταν να την καταλάβει με πόλεμο παρά τη μεγάλη υπεροχή του σε στρατό, επιχείρησε να δελεάσει τους μοναχούς, προτείνοντάς τους να υποταχθούν οικειοθελώς, ώστε να αποφευχθεί η επίθεση. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο μοναστήρι στις 19 Ιουνίου 1827 επιστολή με τον αρχιγραμματέα του Σάμη του Σιέχ Νεντσίπ. Στις 21 Ιουνίου, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε πάλι να στείλει άλλη επιστολή προς το Μέγα Σπήλαιο, προσπαθώντας με απειλές να «συνετίσει» τους μοναχούς.

Οι πατέρες, αφού συσκέφθηκαν, συνέταξαν την ακόλουθη επιστολή, την οποία έστειλαν στον αρχηγό των αντιπάλων:

« Υψηλότατε αρχηγέ των Οθωμανικών αρμάτων, χαίρε.

Ελάβαμεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ηξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου. Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι είμεθα ορκισμένοι εις την πίστιν μας, ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες και κατά το αΐνι μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της πατρίδος μας. Σε συμβουλεύουμε όμως να υπάγης να πολεμήσης σε άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης, δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το οποίον ελπίζομεν άφευκτα, με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν και θα είναι εντροπή σας και τότε οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς, κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου, έχομεν και γράμματα από την βουλήν και από τον αρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ότι εις πάσαν περίπτωσιν πολλήν βοήθειαν θα μας στείλη, παλληκάρια και τροφάς και ότι ή θα ελευθερωθώμεν τάχιστα ή θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν όρκον της Πατρίδος μας.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ο ηγούμενος και συν εμοί παπάδες και καλόγεροι

τη 22 Ιουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιον»

Μετά απ' αυτή την αποφασιστική απάντηση των πατέρων όλα ήταν έτοιμα για την κρίσιμη αναμέτρηση. Ο Ιμπραήμ είχε 15.000 άνδρες και με το στρατό του Δελή Αχμέτ ο αριθμός των επιτιθεμένων έφθανε τους 20.000 μαχητές. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλευρό του Ιμπραήμ πολεμούσαν περίπου δύο χιλιάδες ένοπλοι προσκυνημένοι Έλληνες με επικεφαλής τον Νενέκο. Η βοήθειά τους στο τουρκικό στρατόπεδο ήταν καθοριστική, γιατί γνώριζαν καλά την τοπογραφία και τα ευπαθή σημεία της περιοχής.

Την παραμονή της επίθεσης ο Ιμπραήμ εμφανίστηκε πάνω από το χωριό Ζαχλωρού, συνοδευόμενος από πολλούς έφιππους και πεζούς. Από κει ο φοβερός στρατάρχης ατένιζε το μοναστήρι. Κατόπιν ζήτησε από τους τεχνικούς του να σχεδιάσουν την τοπογραφία του στόχου. Όσοι ήταν στο μοναστήρι βγήκαν έξω και αγνάντευαν τον εχθρό να μηχανεύεται την επικείμενη πολιορκία. Ο Φωτάκος μάλιστα, χρησιμοποιώντας τηλεσκόπιο, κατάφερε να διακρίνει και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ιμπραήμ: «Ήτο δε ο Πασάς μετρίου αναστήματος, χονδρός, ξανθός,αραιοχονδροβλογιοκομμένος, είχε τα γένια μικρά και ξανθά και το κάτω μέρος αυτών εγύριζεν επάνω. Τότε εφόρει εις το κεφάλι του φέσι, το οποίον είχε γύρον χρυσούν και φούνταν ομοίως χρυσήν. Εφαίνετο πάντοτε ανήσυχος…ωμίλει δε συχνά με τους αξιωματικούς του, και κάπου κάπου εκάπνιζε και τσιμπούκι….»

Οι πολυπληθείς τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις ξεκίνησαν εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου τα ξημερώματα της 24ης Ιουνίου. Χωρίς μεγάλη δυσκολία ο εχθρός καταλαμβάνει τον Ψηλό Σταυρό, ένα ευαίσθητο σημείο νοτιοανατολικά της Μονής, απ' όπου θα εκδηλωνόταν η κύρια επιθετική προσπάθειά του. Αυτό το σημείο πιθανότατα αποτελεί και το στρατηγείο του Ιμπραήμ. Έτσι αποκλείεται η Μονή από το βορρά. κατόπιν καταλαμβάνει τα μονοπάτια που οδηγούν από το Μ. Σπήλαιο στη Βρώσθαινα και λεηλατεί τους συνοικισμούς Άνω Διακοφτού.

Πριν αρχίσει η μάχη, ο Φωτάκος μας περιγράφει το συγκλονιστικό θέαμα που παρουσίαζε η εμφάνιση των ετοιμοπόλεμων μεγαλοσπηλαιωτών μοναχών,δίνοντας έτσι δύναμη σ’ όλους τους υπερασπιστές του Μεγάλου Σπηλαίου και τη βεβαιότητα για αίσια έκβαση: «...έξαφνα βλέπω να εξέρχωνται από το μοναστήριον, ο εις κατόπιν του άλλου μοναχοί ήσαν δε όλοι όταν εξήλθον έως εκατόν, και καπετάνιον είχον τον γνωστόν μοναχόν Γεράσιμον. Ούτοι όλοι έβγαλαν τα καλογερικά και ενδύθησαν στρατιωτικά Ελληνικά, έβαλαν φουστανέλες και εφόρεσαν φέσια, εξάπλωσαν κάτω τα πλούσια μαλλιά της κεφαλής των, και είχον οπλισθή κατά τον τρόπον των ατάκτων στρατιωτών». Οι οπλισμένοι μοναχοί κατέλαβαν τη θέση Παληάμπελα.

Τότε αρχίζει η μάχη, ο Ιμπραήμ επιτίθεται από παντού με όλες του τις δυνάμεις, για να αιφνιδιάσει τους αμυνομένους. Σκοπός του ήταν να προκαλέσει σύγχυση στο αντίπαλο στρατόπεδο και να εφορμήσει από τη νοτιοανατολική πλευρά της Μονής, με έδρα επίθεσης τη θέση Ψηλό Σταυρό, έχοντας εξασφαλίσει τον αποκλεισμό της Μονής από ενδεχόμενη έλευση συμμαχικών δυνάμεων.

Παρά τη λυσσαλέα επέλασή τους, οι αμυνόμενοι υπερασπιστές κατάφεραν να αναχαιτίσουν τον εχθρό. Οι απώλειες των αντιπάλων είναι μεγάλες, πράγμα που αναγκάζει τον Ιμπραήμ κατά τις απογευματινές ώρες να παραδεχτεί την αποτυχία του και να διατάξει υποχώρηση. Εξάλλου, μια ενδεχόμενη επίθεση δυνάμεων σταλμένων από τον Κολοκοτρώνη τώρα θα σήμαινε πανωλεθρία για το ήδη καταβεβλημένο στρατόπεδό του. Οι Τούρκοι ταπεινωμένοι τρέπονται σε φυγή, ενώ τους καταδιώκουν οι μέχρι προ τινος αμυνόμενοι υπερασπιστές του μοναστηριού.

Έτσι διεξήχθη η αποφασιστική μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου. Διήρκεσε από τα χαράματα ως το βράδυ της 24ης Ιουνίου. Για τις ανδραγαθίες των μοναχών μας διηγείται πάλι ο Φωτάκος: «Οι καλόγεροι εσκότωσαν περισσότερους Τούρκους από ημάς. Εκείνην την ημέραν οι Τούρκοι ησθάνθησαν καλογερικόν πόλεμον».

Οι απώλειες του Τούρκων ήταν μεγάλες. Κατά τον Σπηλιάδη, «από τους εχθρούς εφονεύθησαν και επληγώθησαν πλέον ή τριακόσιοι». Αντίθετα, από το στρατόπεδο των Ελλήνων μοναδικό θύμα ήταν ο Ανδρέας Σαρδελιανός, καθώς και κάποιοι ελαφρά πληγωμένοι. Οι έλληνες πολεμιστές, μόλις γύρισαν θριαμβευτές στη Μονή, έγιναν δεκτοί από τους μοναχούς και τον άμαχο λαό με κωδωνοκρουσίες. Κατόπιν εψάλη ευχαριστήριος δοξολογία προς τιμήν της Θεοτόκου. Κατά την παράδοση, ο στρατηγός Νικόλαος Πετμεζάς παρακολούθησε γονυκλινής τη δοξολογία ενώπιον της εικόνας της Παναγίας, και όταν αυτή τελείωσε, ανεφώνησε: «Παναγιά μου, εφ' όσον έχουμε εσένα, δεν χρειάζονται τ' άρματα.» Μετά τη μάχη ασθένησε και εξέπνευσε ο στρατηγός Κ. Μέλλιος. Η κηδεία του τελέστηκε στο μοναστήρι, όπου και ετάφη.

Η νίκη των ελληνικών δυνάμεων του Μεγάλου Σπηλαίου, με επιφανείς τους Ν. Πετμεζά, Φωτάκο, Φραγκάκη, Μέλλιο, Σαρδελιανό και τον μοναχό Γεράσιμο Τυρολό, επί του φοβερού στρατεύματος του Ιμπραήμ είχε σαν αποτέλεσμα την αναπτέρωση του αγωνιστικού φρονήματος όλων των μαχομένων Ελλήνων. Ο επίσημος ιστοριογράφος της Μονής, ο λόγιος Κ. Οικονόμος, θα συγκαταριθμήσει τη συντριβή και ταπείνωση του τουρκοαιγυπτιακού πολυάριθμου στρατού, ανάμεσα στα θαύματα της Θεοτόκου. Ο φοβερός αιγύπτιος στρατηλάτης, αφού έσπειρε τον τρόμο και παρ' ολίγον να καταπνίξει και αυτή την επανάσταση, δεν κατάφερε να βλάψει το μοναστήρι της Παναγιάς.

Λίγους μήνες μετά την ταπεινωτική αποτυχία του Ιμπραήμ να καταλάβει το απόρθητο μοναστήρι, τον Οκτώβριο του 1827, οι Μεγάλες Δυνάμεις, αποφασισμένες να επέμβουν δραστικά στην υπόθεση της ελληνικής εξέγερσης, θα συντρίψουν στο Ναυαρίνο τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, προλειαίνοντας το δρόμο για την de facto αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού Κράτους (Πρωτόκολλο Λονδίνου-Φεβρουάριος 1830).Στο μεταξύ, κατά την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), οι Έλληνες είχαν επιλέξει ως Κυβερνήτη του νέου Κράτους τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1829 ο Κυβερνήτης της Ελλάδας στην προεκλογική του εκστρατεία, συνοδευόμενος από τον ήρωα της Επανάστασης Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, περιδιάβηκε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια της επαναστατημένης Ελλάδας. Στο τέλος αυτής ο Καποδίστριας γιόρτασε το Πάσχα στο μεγάλο μοναστικό προπύργιο του Αγώνα. Από κει επισκέφθηκε τα Καλάβρυτα και την Κόρινθο, για να επιστρέψει θριαμβευτής στο Ναύπλιo.

Αυτή ήταν η προσφορά των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου, οι οποίοι δεν σταμάτησαν ποτέ να καθιστούν τη Μονή πυρήνα Ορθοδοξίας και μύρον ευλογίας της Βρεφοκρατούσας Παναγίας. Οι μοναχοί διακρίθηκαν δια την Αρετήν και την τόλμην, αφού πάνω απ΄ όλα τοποθέτησαν τον Ιερό όρκο για την Ελευθερία της Πατρίδος και στις διαλεαστικές προτάσεις του Ιμπραήμ όρθωσαν το ήθικό τους ανάστημα και δεν κατέστησαν τουρκοπροσκυνημένοι.

Όπως ορθά είπε ο Ανδρέας Κάλβος «η Ελευθερία θέλει Αρετήν και τόλμην». Αυτή η Αρετή πρέπει να εμφυσηθεί στις ψυχές αρχόντων και αρχομένων, προκειμένου να δοθεί λύση σήμερα στη βαθιά οικονομική, αλλά κυρίως ηθική κρίση. Δυστυχώς ο homo Universalis (Καθολικός άνθρωπος) της Αναγέννησης μετεξελίχτηκε ή επακριβώς κατήντησε σε homo economicus, παρασυρόμενος από τις σειρήνες της υπερκατανάλωσης, του τρυφηλού βίου και του άτεγκτου και υπερτροφικού εγωισμού, εγκαταλείποντας την μόνη αληθινή, χριστιανική ζωή. Όλοι πρέπει να λάβουμε το μήνυμα των Μεγαλοσπηλαιωτών μοναχών ότι Αρετή και Ελευθερία χωρίς την Εκκλησία και την Εκκλησιαστική παιδεία δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτή θα μας οδηγήσει στον Ορθό δρόμο.

Γι’ αυτό ταπεινά ας εκλιπαρήσουμε τη Βρεφοκρατούσα Παναγία μας, ώστε να μας φωτίσει με τη Θεία της Χάρη το δρόμο της Αρετής, για να ορθώσουμε και εμείς το ανάστημα μας στον φρενήρη έκλυτο βίο και να ακολουθήσουμε το μοναδικό και αληθινό, έστω δύσβατο, μονοπάτι της Ορθοδόξου πίστεως μας!!!. Αμήν

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου