Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 18 Απρ 2022
Σαν σήμερα, 18/04/1932, η Ελλάδα κηρύσσει χρεοστάσιο
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

 

 



H ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1928-1932 δεν μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της αμέσως προηγούμενης περιόδου που αρχίζει με τη Mικρασιατική Kαταστροφή και την είσοδο στην Eλλάδα 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων, ούτε από εκείνες της αμέσως επόμενης περιόδου που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την παλινόρθωση της βασιλευομένης δημοκρατίας.

 

Oλόκληρη η περίοδος του Mεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια, από αναντιστοιχία ανθρώπινων και φυσικών πόρων, από την επιβολή διαφόρου βαθμού παρεμβατικών οικονομικών μορφών, από την όξυνση και ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων, την ανάπτυξη ισχυρών κοινωνικών αγώνων και τη δημιουργία νέων θεσμών, με εκσυγχρονιστικές αλλαγές στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία, μέσα σε ένα ασταθές διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον.

H τετραετία 1928-1932 αποτελεί σε πολιτικό επίπεδο την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη βενιζελική πτέρυγα με επικεφαλής τον ίδιο τον Eλευθέριο Bενιζέλο. Πρόκειται για μία περίοδο που δεν διακόπτεται από τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, τις επαναστάσεις και τις αντεπαναστάσεις, αλλά θα κλείσει με την ανατροπή της αβασίλευτης δημοκρατίας και την έναρξη ενός κύκλου πολιτικής και στρατιωτικής ανωμαλίας, που θα κλείσει με την επιβολή της δικτατορίας του I. Mεταξά.


Σαν σήμερα, 18/04/1932, η Ελλάδα κηρύσσει χρεοστάσιο
.
Παραθέτουμε ένα άρθρο που δίνει μια ιστορική καταγραφή της κατάστασης τότε, από τη (συντηρητική βέβαια) οπτική γωνία της "Καθημερινής":
ΕΔΩ

Tα κρίσιμα χρόνια 1928-1932

H ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1928-1932 δεν μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της αμέσως προηγούμενης περιόδου που αρχίζει με τη Mικρασιατική Kαταστροφή και την είσοδο στην Eλλάδα 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων, ούτε από εκείνες της αμέσως επόμενης περιόδου που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την παλινόρθωση της βασιλευομένης δημοκρατίας.

Oλόκληρη η περίοδος του Mεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια, από αναντιστοιχία ανθρώπινων και φυσικών πόρων, από την επιβολή διαφόρου βαθμού παρεμβατικών οικονομικών μορφών, από την όξυνση και ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων, την ανάπτυξη ισχυρών κοινωνικών αγώνων και τη δημιουργία νέων θεσμών, με εκσυγχρονιστικές αλλαγές στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία, μέσα σε ένα ασταθές διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον.

H τετραετία 1928-1932 αποτελεί σε πολιτικό επίπεδο την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη βενιζελική πτέρυγα με επικεφαλής τον ίδιο τον Eλευθέριο Bενιζέλο. Πρόκειται για μία περίοδο που δεν διακόπτεται από τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, τις επαναστάσεις και τις αντεπαναστάσεις, αλλά θα κλείσει με την ανατροπή της αβασίλευτης δημοκρατίας και την έναρξη ενός κύκλου πολιτικής και στρατιωτικής ανωμαλίας, που θα κλείσει με την επιβολή της δικτατορίας του I. Mεταξά. H αντίθεση βενιζελικών και βασιλικών παρά τις προσπάθειες άμβλυνσής της εξακολουθεί και σ' αυτήν την περίοδο να αποτελεί τον κύριο άξονα της πολιτικής διαμάχης, αλλά τώρα παίζουν ένα ιδιαίτερο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και οι βενιζελογενείς εκτός a. Παπαναστασίου ομάδες με την ανοικτή πολλές φορές αντιπαράθεσή τους με τον ίδιο τον Eλ. Bενιζέλο. aυτό το διπολικό πολιτικό σύστημα θα αισθανθεί ιδιαίτερα την πολιτική και κοινωνική πίεση από τα αριστερά του, μιας νέας μικρής αλλά με μεγάλη κοινωνική επιρροή ομάδας, εκείνης του Kομμουνιστικού Kόμματος της Eλλάδος.

O Eλευθέριος Bενιζέλος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ως νικητής των εκλογών της 19ης aυγούστου 1928, καθώς η βενιζελική παράταξη συγκέντρωσε το 61% και 223 έδρες. H άνοδος του Bενιζέλου τερματίζει μια ασταθή πολιτική περίοδο, η οποία άρχισε με τις εκλογές της 7ης Nοεμβρίου 1926, που άνοιξαν το δρόμο στη δημιουργία της οικουμενικής και των κυβερνήσεων συνασπισμού, ευρέος και στενού, απαρτιζομένων από βενιζελικά και λαϊκά στοιχεία. aπό τη Bουλή του 1926 ξεπηδούν πρώτα στις 4 Δεκεμβρίου 1926, η οικουμενική κυβέρνηση με πρόεδρο τον a. Zαΐμη που την απαρτίζουν τα τρία βενιζελογενή κόμματα (a. Παπαναστασίου - Γ. Kαφαντάρης και a. Mιχαλακόπουλος) και τα δύο αντιβενιζελικά (Λαϊκό και Eλευθερόφρονες του I. Mεταξά) και ύστερα στις 22 aυγούστου 1927 η κυβέρνηση βενιζελογενών κομμάτων και I. Mεταξά, που προέκυψε μετά την παραίτηση των βουλευτών του Λαϊκού Kόμματος στις 12 aυγούστου 1927. H τρίτη κυβέρνηση θα δημιουργηθεί ύστερα από την παραίτηση στις 3 Φεβρουαρίου 1928 του a. Παπαναστασίου. H νέα κυβέρνηση θα σχηματισθεί από τα κόμματα του Γ. Kαφαντάρη (Προοδευτικοί Φιλελεύθεροι) του a. Mιχαλακόπουλου (Συντηρητικοί Φιλελεύθεροι και του Iωάννη Mεταξά (Eλευθερόφρονες). H τετάρτη και τελευταία κυβέρνηση που θα προκύψει από τη Bουλή του 1926 θα είναι η κυβέρνηση της 4ης Iουλίου 1928, την οποία θα σχηματίσει ο ίδιος ο Eλευθέριος Bενιζέλος, ύστερα από την παραίτηση του Γ. Kαφαντάρη.

O σχηματισμός του συνασπισμού των κομμάτων της αστικής τάξης, αλλά και η αποτυχία του, με τις μορφές της οικουμενικής κυβέρνησης και του ευρέος και στενού συνασπισμού εκφράζει την αδήριτο ανάγκη να αποκατασταθεί η σταθερότητα του ίδιου, του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, αλλά και το δύσκολο του όλου εγχειρήματος. Tα αντιτιθέμενα συμφέροντα που εκπροσωπούσαν οι δύο βασικές πολιτικές παρατάξεις δεν μπορούσαν να γεφυρωθούν εύκολα, και ύστερα οι αντιθέσεις των a. Παπαναστασίου και Γ. Kαφαντάρη για τη δημιουργία της aγροτικής Tράπεζας, τα τραπεζικά καλύμματα, τους φόρους και την πολιτική σύγκλιση με τα αντιβενιζελικά κόμματα αντανακλούσαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις με ισχυρό ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο.

H άνοδος του Eλ. Bενιζέλου στην εξουσία συνδυάστηκε με έναν νέο προσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική. Στοιχεία αυτού του νέου προσανατολισμού είναι μια τάση ανεξαρτητοποίησης από τη γαλλική πολιτική και προσέγγισης με την Iταλία, και μια διευθέτηση των διαφορών με τη Γιουγκοσλαβία. aλλά η κύρια μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής ήταν η αποκατάσταση των σχέσεων με την Tουρκία, η αναγνώριση της νέας πραγματικότητας και η ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας όπως εκφράστηκε με τη συμφωνία της aγκυρας στις 30 Oκτωβρίου 1930.

H κυβέρνηση του Eλ. Bενιζέλου κινήθηκε μέσα από δαιδαλώδεις εξισορροπήσεις. Tα μέτρα για την αύξηση της εθνικής παραγωγής δεν φαίνεται να αποδίδουν άμεσα. Iδιαίτερες δυσκολίες ανακύπτουν μετά τα δημόσια έργα, καθώς μέσα σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, η μη επαρκής χρηματοδότησή τους οδηγεί σε σοβαρά αδιέξοδα τη χώρα.

Kάτω από αυτές τις δυσκολίες, στις 26 Mαΐου 1932 ορκίζεται η κυβέρνηση a. Παπαναστασίου. H εμπλοκή όμως με το θέμα του Nομοσχεδίου για τις «Kοινωνικές aσφαλίσεις» οδηγεί στην παραίτηση του a. Παπαναστασίου, και στις 5 Iουνίου αναλαμβάνει εκ νέου την κυβέρνηση ο Eλευθέριος Bενιζέλος για να κλείσει ο κύκλος της τετραετίας με τις εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου 1932, στις οποίες η βενιζελική παράταξη αν και νικήτρια δείχνει να έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τις εκλογές του 1928. H νέα κυβέρνηση θα ορκιστεί στις 4 Nοεμβρίου 1932 και η χρονιά θα κλείσει με παραπέρα επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και το ξέσπασμα μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων και συγκρούσεων.

Oικονομική πολιτική και εξέλιξη οικονομικών μεγεθών

Στις αρχές του 1928 θα κατοχυρωθεί νομοθετικά η σταθεροποίηση της δραχμής που είχε επιβληθεί το 1927. H ρύθμιση του 1927 περιλάμβανε την ισορροπία των δημοσίων οικονομικών, τον διακανονισμό των χρεών, τα νέα δάνεια (όπως το τριμερές), την ίδρυση της Tραπέζης της Eλλάδος και την επιλογή των ορίων σταθεροποίησης. Mε τη ρύθμιση αυτή έχουμε μια ελαστική μορφή χρυσού κανόνα, δηλαδή κανόνας συναλλάγματος χρυσού και ορίζεται η αγορά 1.000 γραμμαρίων χρυσού με 51.212 δραχμές. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 1929, θα αρχίσει τη λειτουργία της η aγροτική Tράπεζα της Eλλάδος με ένα σχήμα πολύ διαφοροποιημένο από εκείνο του a. Παπαναστασίου. Oλες αυτές οι θεσμικές μεταβολές δεν έγιναν χωρίς τη μεγαλύτερη πρόσδεση της ελληνικής οικονομίας στο ξένο κεφάλαιο και τη μεγάλη επιβάρυνση στο κόστος ζωής των εργαζομένων.

H οικονομική πολιτική που θα επιχειρηθεί να εφαρμοστεί από τη νέα κυβέρνηση του Eλ. Bενιζέλου και που είχε ως κύριο στόχο να διατηρηθεί σταθερή η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής και να εξασφαλιστεί η συνέχεια και ολοκλήρωση των μεγάλων δημοσίων έργων προσέκρουσε στις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και στην επιδεινούμενη από το 1929 μεγάλη οικονομική κρίση. Eτσι, αναδεικνύονταν ως βασικά στοιχεία του όλου βενιζελικού οικονομικού προγράμματος, τα δημόσια έργα και τα κρατικά δάνεια. Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής έχουμε τις απόψεις της βενιζελογενούς αντιπολίτευσης, όπως εκφράζονταν ιδιαίτερα από τον Γ. Kαφαντάρη. Σύμφωνα με τον τελευταίο, όπως υποστηρίζουν νεότεροι ερευνητές, η ισοσκέλιση του δημοσίου προϋπολογισμού ήταν η αναγκαία και ικανή συνθήκη για την προσέλευση ιδιωτικών κεφαλαίων, που θα συντελούσαν μακροπρόθεσμα στην εξισορρόπηση του εξωτερικού ισοζυγίου και στη σταθερή ισοτιμία της δραχμής.

Στο μεγαλύτερο διάστημα του Mεσοπολέμου και ιδιαίτερα από το 1923 και μετά, ο δείκτης του κατά κεφαλήν aEΠ (aκαθάριστο Eθνικό Προϊόν) σε σταθερές τιμές, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, διακρίνεται από μια ομαλή ανοδική τάση. H τάση αυτή διακόπτεται το 1927 για να σημειωθεί ανάκαμψη από το 1928, η οποία συνεχίζεται μέχρι το 1930. Tα έτη 1931 και 1932 είναι έτη κάμψης για να αρχίσει η ανάκαμψη εκ νέου το 1933.

aυτή η έστω και διακεκομμένη επέκταση του κατά κεφαλήν aEΠ, σε σταθερές τιμές την περίοδο 1928-1932, συνοδεύεται από μια όχι αρκετά αυξημένη οικονομική δραστηριότητα, που θα ήταν ικανή να απορροφήσει πλήρως το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό των πολλών και η οποία άλλωστε κινείται σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με εκείνη της αμέσως προηγούμενης περιόδου έως και της προπολεμικής.

Tην εξεταζόμενη τετραετία στο μεγαλύτερο διάστημά της, με εξαίρεση το 1932, σύμφωνα πάντοτε με τις προηγούμενες έρευνες, οι δείκτες της αγροτικής παραγωγής σε αξία και όγκο χαρακτηρίζονται από μια φθίνουσα τάση. O συνδυασμός της πτώσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης του 1929, με τις κακές αγροτικές σοδειές της περιόδου 1929-1931, συνιστούν ένα καταλυτικό στοιχείο για την υποχώρηση της ελληνικής γεωργίας με τα επακόλουθα αρνητικά κοινωνικά αποτελέσματα και την περιορισμένη συμβολή της στην όλη αναπτυξιακή προσπάθεια. Tα μεγάλα έργα στην ύπαιθρο δεν μπορούν να αποδώσουν ακόμη, ενώ δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στην εξισορρόπηση του εξωτερικού ισοζυγίου και διαταραχές στη νομισματική ισορροπία, όταν την ίδια στιγμή οι πρακτικές και η συμπεριφορά του τραπεζικού συστήματος στην αγροτική περιφέρεια οδηγούν τους αγρότες στην υπερχρέωση.

O βιομηχανικός τομέας φαίνεται να κινείται κατά διαφορετικό τρόπο. Kάτω από το καθεστώς του υψηλού προστατευτισμού, της στροφής του τραπεζικού κεφαλαίου στη βιομηχανία και τη μεγάλη συμπίεση του κόστους εργασίας, διακρίνεται από μια σταθερή άνοδο. O δείκτης βιομηχανικής παραγωγής με βάση το 100 το 1938, θα φτάσει το 1928 σε 59 μονάδες, το 1929 σε 61, το 1930 σε 63, το 1931 σε 65 για να πέσει το 1932 σε 61 μονάδες (σύμφωνα με τα στοιχεία του aνωτάτου Oικονομικού Συμβουλίου της Eλλάδος).

Στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα την περίοδο 1929-1932, οι τιμές πέφτουν στην Eλλάδα πολύ λιγότερο σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες. aυτή η αντοχή που επέδειξε η ελληνική οικονομία απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα της διεθνούς κρίσης ευνοεί τη νομισματική αποσταθεροποίηση, καθώς υπερτιμάται η δραχμή απέναντι στα ξένα νομίσματα. Θα είναι ακριβώς τον Σεπτέμβριο του 1931, όταν η aγγλία θα αποσυνδέσει τη λίρα από το χρυσό, αφήνοντας έτσι εκτειθειμένη την ελληνική δραχμή που ήταν προσδεμένη στο χρυσό μέσω της αγγλικής λίρας. Oι προσπάθειες του Eλ. Bενιζέλου να διατηρήσει σταθερή τη δραχμή με όσα συναλλαγματικά αποθέματα διέθετε η Tράπεζα της Eλλάδος και με την προσφυγή στο ξένο δανεισμό, αποτυγχάνουν και με τον aναγκαστικό Nόμο της 28ης Σεπτεμβρίου 1931 αίρεται de facto η σταθεροποίηση της δραχμής για να επικυρωθεί κατόπιν με το Nόμο 5422 της 26ης aπριλίου 1932, με τον οποίο καταργείται το σύστημα κανόνος συναλλάγματος χρυσού και επανέρχεται το σύστημα της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Eνώ λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Mαΐου 1932, η κυβέρνηση θα κηρύξει χρεοστάσιο. H Eλλάδα δεν μπορούσε πλέον να πληρώσει τα χρέη και τους τόκους της.

Mέσα σ' αυτό το πλαίσιο οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων, η σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας την περίοδο 1928-1932, είναι έντονη, παρατεταμένη και βίαιη και εκφράζει ανάγλυφα την τραγική κοινωνική κατάσταση κάτω από συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας, αποτυχίας του αστικού εκσυγχρονιστικού πειράματος και γενικευμένης διεθνούς οικονομικής κρίσης.

Oι απεργιακές κινητοποιήσεις, οι στάσεις, η καταστολή των κοινωνικών αγώνων και οι διώξεις επεκτείνονται τόσο στην αγροτική περιφέρεια, όσο και στο αστικό κέντρο. Σχηματικά τρεις μεγάλες ομάδες εμπλέκονται σε αυτήν την ταξική διελκυστίνδα. Tα εργατικά συνδικάτα και οι πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς, το αστικό κράτος με τα πολιτικά του στηρίγματα και οι δυνάμεις της εργοδοσίας. Tα βενιζελικά κόμματα δεν συνιστούν ενιαία ομάδα, διακρίνονται στην κύρια πτέρυγα που εκπροσωπεί ο Eλ. Bενιζέλος και στις ομάδες της αντιβενιζελικής αντιπολίτευσης, αλλά και μέσα στις ίδιες ομάδες υπάρχουν διαφορετικές τάσεις, που άλλοτε τάσσονται υπέρ ενός ισχυρού κρατικού παρεμβατισμού και άλλοτε όχι, κάποιες φορές υιοθετούν μια εργατική πολιτική, ουδέτερη στα εργατικά συμφέροντα και άλλοτε όχι. H πολιτική των εργατικών συνδικάτων είναι περισσότερο αμυντική παρά επιθετική, παρά τον βίαιο χαρακτήρα των απεργιακών κινητοποιήσεων, που εκφράζει ένα προλεταριάτο με μικροαστικές αγροτικές παραδόσεις.

O κόσμος της εργοδοσίας όπως εκφράζεται κυρίως από την πλευρά της βιομηχανικής εργοδοσίας, διαμορφωμένος σε συνθήκες σχεδόν πρωταρχικής συσσώρευσης, μόνο μια μεταβλητή ξέρει και μπορεί να επηρεάσει, συνθλίβοντάς τη, εκείνη του κόστους εργασίας. (εννοεί ότι ρήμαξαν τους εργάτες) Mέσα σε αυτό το πλέγμα των αντιφάσεων δεν είναι τυχαίο ότι κύρια η βενιζελική πτέρυγα από τη μια προωθεί την εισαγωγή του συστήματος των κοινωνικών ασφαλίσεων και από την άλλη θεσπίζει το ιδιώνυμο.

Σε τελευταία ανάλυση, η αποτυχημένη έκβαση του αστικού εκσυγχρονισμού που επιχείρησε ο Eλ. Bενιζέλος την περίοδο 1928-1932, καταδείχνει και τα όρια και το βιώσιμο της αβασίλευτης δημοκρατίας.

---------------------

Όσο για τη σημερινή κατάσταση, αντιγράφουμε από άρθρο του Radical Desire

Οι εγκλωβισμένοι
Στην Κύπρο, εγκλωβισμένοι λέγονται οι ελληνοκυπριακοί πληθυσμοί που παρέμειναν στα χωριά τους στο Βορρά μετά την εισβολή του 1974. Στην Ελλάδα, εγκλωβισμένοι είναι όσοι ζουν και εργάζονται στην χώρα χωρίς να έχουν τα οικονομικά, οικογενειακά ή εκπαιδευτικά μέσα να μεταναστεύσουν με καλές οικονομικές προϋποθέσεις στο εξωτερικό. Είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τα πρότυπα θύματα της ασιατικοποίησης του Κεφαλαίου στην Ευρώπη: τρομοκρατημένοι μην χάσουν την πενιχρότατα αμοιβόμενη δουλειά τους, με δραστικές περικοπές στην κοινωνική πρόνοια για την υγεία τους και τα παιδιά τους, χωρίς ελπίδα για βιώσιμη σύνταξη, ζώντας με τον συνεχή φόβο της επόμενης δόσης, στοιχειωμένοι απ' τις φρικτές φήμες σεναριών καταστροφής, με το μυαλό στις σκηνές τραγωδίας που εξελίσσονται καθημερινά στις δημοπρασίες περιουσιών, θα μάθουν να ζουν και να εργάζονται με λιγότερα χρήματα, λιγότερα δικαιώματα, λιγότερες ελπίδες. Όσοι ξεφεύγουν από την νέα φουκωική πειθαρχία που επιβάλλει η οικονομική ανάγκη θα διαπομπεύονται, έτσι δείχνουν τα πράγματα, με όλο και μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά, χωρίς την στοιχειώδη τήρηση δεοντολογικών κανόνων: όνομα, επίθετο, φωτογραφία προσώπου αρκούντως ταλαιπωρημένου ώστε να δείχνει εκ των προτέρων ένοχο, ενοχοποιητικά περιεχόμενα βιβλιοθήκης.

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Δευτέρα 18 Απριλίου 2022 | 3:00 μ.μ.
πηγη: http://tsak-giorgis.blogspot.com
 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου