Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 21 Ιούλ 2016
Ιωάννης Ανδρέας Βλάχος - Νίκος Δεληγιαννάκης - Θωμάς Κατσαρός – Χάρης Κουτελάκης – Βαγγέλης Πανταζής – Γιώργος Πολιτάκης ΕΤΡΟΥΣΚΟΙ, ΣΙΝΤΙΕΣ, ΠΕΛΑΣΓΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Εκδόσεις Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα

 

 

 

γράφει ο Νίκος Νικολούδης, διδάκτωρ Ιστορίας του πανεπιστημίου Λονδίνου

 

Η ανθρωπογεωγραφία της αρχαίας Μεσογείου είναι αρκετά γνωστή, τουλάχιστον στις γενικές γραμμές της. Από τα δυτικά προς τα ανατολικά, ακολουθώντας τη φορά του ρολογιού, γνωρίζουμε ότι στα βόρεια παράλια της λεκάνης αυτής της κλειστής θάλασσας κατοικούσαν οι Ίβηρες, οι Κέλτες, τα ιταλικά φύλα, οι Ιλλυριοί, οι Έλληνες και οι Θράκες. Πιο ανατολικά βρισκόταν ένα συνονθύλευμα μικρασιατικών λαών (Λυδοί, Φρύγες, Κάρες, Λύκιοι, Καππαδόκες, Χετταίοι και άλλοι) και διάφορα σημιτικά φύλα (Φοίνικες, Φιλισταίοι, Ισραηλίτες και άλλοι), Τέλος, στα νότια παράλια είναι γνωστή η παρουσία των Αιγυπτίων και. δυτικότερα, των Καρχηδονίων, Νουμιδών και άλλων βερβερικών φυλών. Τα ακριβή όρια της γεωγραφικής επέκτασης αυτών των λαών δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, αφού ορισμένοι (όπως οι Έλληνες και οι Καρχηδόνιοι) είχαν δημιουργήσει αποικίες σε διάφορα σημεία του μεσογειακού χώρου, ενώ άλλοι, σε διάφορες περιόδους, δημιούργησαν ισχυρά συγκεντρωτικά κράτη (όπως οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσες, και οι Ρωμαίοι). Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές εναλλαγές δεν αποτελούν εμπόδιο στην παρακολούθηση της ιστορικής εξέλιξης κάθε λαού, με μία όμως χαρακτηριστική εξαίρεση: τους Ετρούσκους, η προέλευση, η γλώσσα και σε μεγάλο βαθμό η ιστορία των οποίων παραμένουν καλυμμένες έως σήμερα από την αχλύ του μυστηρίου. 


Το μυστήριο της προέλευσης των Ετρούσκων φαινομενικά δεν σχετίζεται με την ελληνική ιστορία, τουλάχιστον με βάση το μοντέλο της διάταξής της από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, σύμφωνα με το οποίο οι πρόγονοί μας ήταν γηγενείς του ελληνικού χώρου που εξελίχθηκαν αφομοιώνοντας δημιουργικά πολιτιστικές επιδράσεις γειτονικών τους λαών. Στην πραγματικότητα, εάν ξύσει κανείς την επιφάνεια της αρχαιοελληνικής ιστορίας, εντοπίζει αρκετά δυσερμήνευτα σημεία. Πώς εξηγείται, φερ’ ειπείν, η αδυναμία ετυμολόγησης όλων των ελληνικών νησιών με βάση την ελληνική γλώσσα; Αντίστοιχα, τι μπορεί να δηλώνουν για την ιστορική εξέλιξη του ελληνικού χώρου οι μη ελληνικές καταλήξεις τοπωνυμίων σε –νθος (π.χ. Ζάκυνθος, Πέρινθος) ή –ττός /  -σσός (π.χ. Ιλισσός, Λυκαβηττός); Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλήξει στο ότι τα τοπωνύμια αυτά δόθηκαν στις αντίστοιχες περιοχές από μη ελληνικά φύλα που κατοίκησαν σ’ αυτές κατά την προϊστορική περίοδο (γεγονός άλλωστε το οποίο αναγνωρίζει με λογικές επαγωγές και ο «μέγας» Θουκυδίδης στα εισαγωγικά κεφάλαια του έργου του). 

Παρότι λοιπόν η έρευνα των συγγραφέων του βιβλίου που παρουσιάζουμε φαίνεται άσχετη με τα ερωτήματα που θέσαμε πιο πάνω, στην πραγματικότητα δίνει μια νέα διάσταση στην αποκρυπτογράφηση της προϊστορικής Μεσογείου, διευκολύνοντας ταυτόχρονα την αναζήτηση απαντήσεων στα μυστήρια της ελληνικής πρωτοϊστορίας. Ξεκινώντας από εμπειρικά δεδομένα (όπως στοιχεία της ενδυμασίας και του υλικού πολιτισμού) των Ετρούσκων, αλλά και γενικότερα αποδεκτές υποθέσεις, όπως η στενή τους σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους της Λήμνου (για τους οποίους ήταν γνωστό ήδη κατά την Αρχαιότητα ότι δεν ήταν Έλληνες), οι έξι συγγραφείς οδηγούνται σε μια σειρά συναρπαστικών αλλά απόλυτα λογικών υποθέσεων σχετικά με το άγνωστο πολιτιστικό υπόβαθρο της πρωτοϊστοϊρικής Μεσογείου. Η ενιαία θέση που διατρέχει το έργο τους συνίσταται στην αποδοχή της παρουσίας του φύλου των Σίντιων στον μεσογειακό χώρο, η μετακίνηση των οποίων σε όλη την έκτασή του ερμηνεύει τα κατά τα άλλα ασύνδετα κοινά πολιτιστικά στοιχεία μεταξύ των Ετρούσκων και άλλων μεσογειακών λαών, όπως οι κάτοικοι της Λήμνου ή οι Λύκιοι. Σύμφωνα δηλαδή με αυτή τη θεώρηση, οι Σίντιες, ένα αρχαίο ινδικό φύλο, μετακινήθηκαν από την κοιτίδα τους προς τον μεσογειακό χώρο, όπου δραστηριοποιήθηκαν ως νομάδες μεταλλουργοί, ενδεχομένως σε σταθερή συνεργασία με ομάδες ναυτικών. Για όσους ενδεχομένως θεωρούν αυτή την υπόθεση εξεζητημένη, υπενθυμίζεται η διαχρονικά καταγεγραμμένη συναφής δραστηριότητα των Τσιγγάνων, για τους οποίους οι περισσότεροι επιστήμονες επίσης δέχονται τη θεωρία της ινδικής τους καταγωγής.

Αν και είναι πιθανόν ότι ένα μεγάλο μέρος του επιστημονικού κατεστημένου των αρχαιολόγων και των ιστορικών της χώρας μας θα δυσκολευτεί να αποδεχτεί την καινοτόμο θεωρία των συγγραφέων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τουλάχιστον ορισμένα μέλη της ομάδας τους (Βαγγέλης Πανταζής, Χάρης Κουτελάκης) είναι ήδη γνωστά για τη μακρά θητεία τους στον χώρο της μελέτης της πρωτοϊστορίας του ευρύτερου ελληνικού χώρου, με  δημοσιεύσεις παρόμοιων ρηξικέλευθων κειμένων. Θα άξιζε λοιπόν, και μόνο για χάρη της συστηματικής συμβολής τους σε έναν παραγνωρισμένο τομέα της αρχαιογνωσίας στη χώρα μας, να δοθεί η δέουσα προσοχή στο έργο τους.

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου