Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 19 Νοέ 2020
Ίντιρα Γκάντι : πρωθυπουργός της Ινδίας για τρεις συνεχόμενες θητείες από το 1966 έως το 1977 και με τέταρτη θητεία το 1980 μέχρι τη δολοφονία της το 1984
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 
 
 
 
Η Ίντιρα Γκάντι (19 Νοεμβρίου 1917 – 31 Οκτωβρίου 1984) ήταν Ινδή πολιτικός. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ινδίας για τρεις συνεχόμενες θητείες από το 1966 έως το 1977 και με τέταρτη θητεία το 1980 μέχρι τη δολοφονία της το 1984, συνολικά δεκαπέντε χρόνια. Ήταν η πρώτη και μέχρι στιγμής η μόνη γυναίκα πρωθυπουργός της Ινδίας.
 
Το 1999 ψηφίστηκε σε δημοσκόπηση του BBC ως η σημαντικότερη γυναίκα της τελευταίας χιλιετηρίδας ανάμεσα σε άλλες γυναικείες προσωπικότητες όπως η βασίλισσα Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, η Μαρία Κιουρί και η Μητέρα Τερέζα.
Η Ίντιρα Γκάντι ήταν μέλος της πολιτικά ισχυρής δυναστείας Νεχρού και μεγάλωσε σε εξαιρετικά πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα. Παρά το επίθετό της, δεν ήταν συγγενής του Μαχάτμα Γκάντι. Ο παππούς της, Μοτιλαλ Νεχρού, ήταν εξέχων Ινδός εθνικόφρων ηγέτης. Ο πατέρας της, Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, ήταν καθοριστική φυσιογνωμία για το κίνημα ανεξαρτησίας της Ινδίας και ο πρώτος πρωθυπουργός της αυτόνομης Ινδίας. Η Ίντιρα Γκάντι γνώρισε από κοντά τον αγώνα της ανεξαρτησίας και τους ηγέτες του, αναμίχθηκε στην πολιτική όταν ήταν ακόμη φοιτήτρια, προσχώρησε στα 21 της στο Κόμμα του Κογκρέσου. Επιστρέφοντας από την Οξφόρδη το 1941, προσχώρησε στο κίνημα ανεξαρτησίας της Ινδίας. Φυλακίστηκε από τους Άγγλους για 13 μήνες.
 
Τη δεκαετία του 1950, ήταν η σκιά του πατέρα της, υπηρετώντας τον ανεπίσημα ως ιδιαιτέρα γραμματέας του κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρώτου πρωθυπουργού της Ινδίας. Μετά το θάνατο του πατέρα της το 1964, διορίστηκε από τον πρόεδρο της Ινδίας ως μέλος του Ράτζα Σάμπα, ανώτερου νομοθετικού συμβουλίου της Ινδικής Βουλής, και έγινε μέλος της κυβερνητικής ομάδας του πρωθυπουργού Λαλ Μπαλαντούρ Σάστρι ως υπουργός πληροφοριών και Τύπου.
 
Στις 19 Ιανουαρίου του 1966, η 48χρονη τότε Ίντιρα Γκάντι κέρδισε εύκολα τη μάχη για τη διαδοχή του Λαλ Μπαλαντούρ Σάστρι, ο οποίος πέθανε από καρδιακή προσβολή στην Τασκένδη, στις 11 Ιανουαρίου, λίγο μετά την υπογραφή της ινδοπακιστανικής διακήρυξης. “Θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία του κόμματος και του έθνους. Τα προβλήματα είναι τεράστια, η μεγάλη αυτή χώρα κρύβει, όμως, ανεξάντλητες δυνάμεις. Έχω εμπιστοσύνη στον ινδικό λαό, που έμεινε ενωμένος παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις”, είπε η Ίντιρα Γκάντι μετά την ορκωμοσία της. Η νέα πρωθυπουργός, πο ως “κεντρώα” κλήθηκε να συγκεράσει τις διαφορετικές τάσεις ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του Κόμματος του Κογκρέσου, ανέλαβε καθήκοντα σε περίοδο οξύτατης κρίσης. Η ξηρασία της προηγούμενης χρονιάς είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική έλλειψη σιτηρών. Με το λιμό προ των πυλών η Ίντιρα Γκάντι άρχισε τον Μάρτιο του 1966 περιοδεία στο εξωτερικό, οργώνοντας Ανατολή και Δύση, συναντώντας τους ηγέτες όλων των μεγάλων δυνάμεων.
 
Καθ’ οδόν προς την Ουάσινγκτον έκανε μία στάση στο Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον στρατηγό Σαρλ ντε Γκολ στις 25 Μαρτίου. Στην αμερικανική πρωτεύουσα είχε επαφές με οικονομικούς κύκλους και απέσπασε την υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου για αύξηση των εξαγωγών αμερικανικών σιτηρών προς την Ινδία με ευνοϊκούς όρους, καθώς και τη μεσολάβησή του για διεθνή βοήθεια. Η Ίντιρα Γκάντι συνέχισε το παιχνίδι ισορροπιών του πατέρα της ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.
 
Στις 8 Ιουλίου του 1966 συναντήθηκε με τον πρόεδρο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ στο Κάιρο και στις 12 Ιουλίου έφτασε στη Μόσχα, όπου της επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή. Στην κοινή διακήρυξη υπογραμμίστηκε η σημασία που απέδιδαν οι δύο χώρες στην πολιτική των Αδεσμεύτων, ο επιζήμιος ρόλος των ξένων βάσεων, η προσήλωση των δύο χωρών στον αφοπλισμό και η υποστήριξή τους προς όλους όσοι μάχονταν κατά της αποικιοκρατίας και, πρωτίστως, οι άριστες οικονομικές τους σχέσεις. Τα πρώτα βήματα της νέας πρωθυπουργού ήταν μάλλον σταθερά, μολονότι οι προτάσεις της για διευθέτηση του βιετναμικού παρέμειναν κενό γράμμα.
 
Η Γκάντι σύντομα επέδειξε ικανότητα να κερδίζει τις εκλογές και να χειρίζεται επιτυχώς τους αντιπάλους της με τη βοήθεια του λαϊκισμού. Εισήγαγε πιο αριστερές οικονομικές πολιτικές και προώθησε την αγροτική παραγωγικότητα. Το 1969 προκλήθηκε κρίση στο εσωτερικό του Κόμματος του Κογκρέσου. Η κρίση, την οποία πυροδότησε η πριμοδότηση του Βαραχατζίρι Τζίρι από την Ίντιρα Γκάντι και τη συμμαχία της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος του Κογκρέσου με κομμουνιστές και σοσιαλιστές στις προεδρικές εκλογές εις βάρος του κομματικού υποψηφίου Σαντζίβα Ρένι, οδήγησε το Νοέμβριο του 1969 στη διάσπαση. Στις 12 του μήνα ο πρόεδρος του κόμματος Νιτζαλινγκάπα διέγραψε την Ίντιρα Γκάντι, εκείνη όμως κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της κοινοβουλευτικής ομάδας και της κεντρικής επιτροπής. Όταν στις 22 Νοεμβρίου ο Νιτζαλινγκάλπα καθαιρέθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα, η αποτελούμενη από 96 αντιφρονούντες βουλευτές ομάδα της αντιπολίτευσης του Κογκρέσου αποχώρησε και ίδρυσε δικό της κόμμα.
 
Μετά από μια αποφασιστική νίκη στον πόλεμο με το Πακιστάν το 1971 ακολούθησε περίοδος αστάθειας που οδήγησε την Ίντιρα Γκάντι να κηρύξει κατάσταση επείγουσας ανάγκης το 1975. Εξαιτίας των υπερβάσεων εξουσίας της περιόδου εκείνης παρέμεινε τρία χρόνια στην αντιπολίτευση. Η Ιντίρα Γκάντι επέστρεψε στην εξουσία το 1980 και η αυξανόμενη εμπλοκή της στην κλιμακούμενη διαμάχη με αυτονομιστές του Παντζάμπ οδήγησε τελικά στη δολοφονία της από σωματοφύλακές της το 1984. ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org
***********************************************************************************************************
  • Λασκαράκη Γαλάτεια
Πολιτικός (1917-1984)
 
Ιντιρα Γκάντι
 

Υπήρχε πάντα μια κλασική παρανόηση, αρκετά διαδεδομένη στον δυτικό κόσμο, ότι η Ιντιρα Γκάντι ήταν κόρη ή συγγενής του Μαχάτμα Γκάντι. Με αρκετή δόση χιούμορ ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Ατένμπορο συνήθιζε να λέει ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο γύρισε το 1982 τη βιογραφική υπερπαραγωγή «Γκάντι» ήταν για να διαφωτίσει επιτέλους τους αδαείς συμπατριώτες του ότι στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση είχαν οι δύο συνονόματοι ινδοί πολιτικοί. Ο σκοπός του επετεύχθη εν μέρει, καθώς άφησε έναν διακεκριμένο πολίτη των ΗΠΑ εντελώς «αδιαφώτιστο» πάρα ταύτα. Λέγεται πως όταν η ταινία προβλήθηκε στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν πλησίασε τον δημιουργό και τον συνεχάρη για το έργο του λέγοντας: «Θαυμάσια ταινία.Ηταν μεγάλος άντρας.Οπως ακριβώς και η κόρη του».

Πατέρας της «μεγάλης» κόρης ήταν ένας άλλος διάσημος άντρας, ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Ινδίας Τζαουαχαρλάλ Νεχρού. Ο Μαχάτμα Γκάντι πάντως δεν της ήταν εντελώς άγνωστος – μπαινόβγαινε συχνά στο σπίτι των Νεχρού ως καλός οικογενειακός φίλος. Το μοναχοπαίδι του ηγέτη του εθνικιστικού κόμματος μεγαλώνει αναπνέοντας την έντονη μυρωδιά της πολιτικής και βιώνει από τα γεννοφάσκια της τους αγώνες κατά της βρετανικής αυτοκρατορίας. Πρότυπό της και ουσιαστικά ο μοναδικός άνθρωπος που έχει δίπλα της μετά τον πρόωρο θάνατο της μητέρας της από φυματίωση είναι ο πατέρας πολιτικός. Η επιρροή που έχει δεχθεί από εκείνον φαίνεται όταν ως φοιτήτρια της Οξφόρδης γράφεται σε οργανώσεις για την ανεξαρτησία της Ινδίας και κατά του φασισμού στην Ισπανία. Εκείνη την εποχή ερωτεύεται τον γοητευτικό συναγωνιστή της Φερόζ Γκάντι και παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της τον παντρεύεται, το 1942. Αποκτούν δύο αγόρια, τον Ρατζίβ και τον Σαντζάι, αλλά στην πορεία ο Γκάντι αποφασίζει ότι προτιμά την μποέμικη ζωή του και το σκάει με μια νεαρή μουσουλμάνα. Η Ιντιρα επιστρέφει απογοητευμένη στο πατρικό της και αφοσιώνεται στους γιους της, ενώ ο Νεχρού ορκίζεται πρωθυπουργός. Στη διάρκεια της θητείας του η Γκάντι βρίσκει την ευκαιρία να κάνει πράξη μερικά από τα παθιασμένα φοιτητικά όνειρα και να γευτεί από πρώτο χέρι την εξουσία: αρχικά διατελεί μέλος του εκτελεστικού γραφείου του Κόμματος του Κογκρέσου και το 1955 εκλέγεται πρόεδρος της παράταξης. Το 1968, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της, θα πάρει την καρέκλα του στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Από τότε θα κατηγορηθεί συχνά για υπερβολική εξάρτηση από αυτή την καρέκλα της εξουσίας, κατηγορία που οφείλεται και στο ότι οι τρεις εκ των τεσσάρων θητειών της ως πρωθυπουργού ήταν διαδοχικές. Η Ιντιρα αποκτά φανατικούς οπαδούς, ειδικά ανάμεσα στις γυναίκες, οι οποίες εναποθέτουν στη μορφωμένη ηγέτιδα όλες τις ελπίδες τους για την έξοδό τους από τη φτώχεια και την καταπίεση. Με σύνθημα την «κατάργηση της φτώχειας» η πρωθυπουργός δείχνει διατεθειμένη να ανακουφίσει το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού από την εξαθλίωση, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι καθόλου ικανοποιητικά και η αντιπολίτευση βρίσκει «πάτημα» στην ασυνέπειά της. Οι ινδικές κάστες και οι τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις παραμένουν σχεδόν απαράλλακτες. Ο καθοριστικός ρόλος της στον πόλεμο της Ινδίας με το γειτονικό Πακιστάν (1971) καθώς και η άνεση με την οποία διατάσσει συλλήψεις και φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων της «χαρίζουν» στην Ιντιρα Γκάντι τη ρετσινιά της Σιδηράς Κυρίας. Μια ρετσινιά που η ίδια φροντίζει κάθε τόσο να δικαιώνει, όπως όταν κηρύσσει για δύο ολόκληρα χρόνια τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης βγάζοντας από τη μέση μερικούς ακόμη ανεπιθύμητους αντιφρονούντες, ως απάντηση σε όσα της προσάπτουν για εκλογική απάτη. Με ή χωρίς απάτη πάντως χάνει τις εκλογές το 1977, για να επανέλθει όμως δριμύτερη και «εξαγνισμένη» στα μάτια της κοινής γνώμης, για τα προηγούμενα ατοπήματα της κυβέρνησής της, το 1980.

Τρέφει λατρεία για τον μικρότερο γιο της Σαντζάι και τον προορίζει για διάδοχο. Οταν εκείνος σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει ποτέ τον χαμό του, αναλαμβάνει ωστόσο την πολιτική διαπαιδαγώγηση του πρεσβύτερου Ρατζίβ, ενός μπον βιβέρ που τον ενδιαφέρουν μάλλον οι επιχειρήσεις παρά η σταθεροποίηση της δημοκρατίας στην Ινδία.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι αυτονομιστές – των επαρχιών που ζητούν ανεξαρτησία από το ινδικό κράτος – προκαλούν νέα θερμά επεισόδια και η κυβέρνηση της Γκάντι σπεύδει να επαναφέρει την τάξη. Το 1984, ως αντίποινα σε βιαιοπραγίες από μέρους των σιχ εξτρεμιστών (φανατικοί οπαδοί του σιχισμού, μιας θρησκευτικής αίρεσης του ινδουισμού που συνδυάζει ινδουισμό και μουσουλμανισμό), διατάσσει η ίδια την επίθεση στον μεγάλο ιερό ναό των σιχ. Τα θύματα φθάνουν τους 450. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1984, η Γκάντι πέφτει νεκρή από τις σφαίρες δύο σιχ σωματοφυλάκων της. Οταν ο γιος της Ρατζίβ ορκίζεται αργότερα πρωθυπουργός πολλοί μιλούν για μια εκλογή η οποία προήλθε περισσότερο από συμπάθεια για τη δολοφονία της μητέρας του. Ούτε ο Ρατζίβ όμως ξέφυγε από την οικογενειακή κατάρα: δολοφονήθηκε το 1991, ενισχύοντας τη συναισθηματική προσκόλληση των Ινδών στη δυναστεία των Νεχρού-Γκάντι. Οι πάγκοι των μικροπωλητών στις προεκλογικές εκστρατείες έχουν ακόμη και σήμερα αφίσες με τα πρόσωπα της Ιντιρας και του Ρατζίβ.

Η ιταλικής καταγωγής χήρα του Ρατζίβ Γκάντι, Σόνια, ανέλαβε την προεδρία του Κόμματος του Κογκρέσου, ενώ οι ψηφοφόροι των Γκάντι ελπίζουν τώρα ότι η εγγονή τής Ιντιρα, Πριγιάνκα, θα συνεχίσει επάξια την πολιτική κληρονομιά και θα σώσει την ιστορική ινδική παράταξη.

«Αν πεθάνω σήμερα,κάθε σταγόνα από το αίμα μου θα δυναμώσει το έθνος» είπε κάποτε η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ινδίας. Πράγματι, η ζωή και ο θάνατος της Ιντιρα Γκάντι κατάφεραν τις περισσότερες φορές να δυναμώσουν τα πάθη του έθνους, αλλά διχαστικά, χωρίς να εξαργυρώσει την αγάπη που της έτρεφε ένα μεγάλο μέρος του λαού της σε πολιτικό έργο το οποίο θα έμενε στην Ιστορία.


 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου