Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 26 Οκτ 2020
-Alors, c’ est la guerre. Ώστε λοιπόν, πόλεμος!
Κλίκ για μεγέθυνση

 

26 Οκτωβρίου 2020
 
 
  • ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ*

ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ, σ’ ένα σταυροδρόμι ισκιωμένο από μεγάλα πεύκα που γέρνουν πάνω σε ροδοδάφνες, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή, βρίσκεται μια βίλα διώροφη, σταχτιά, με παράθυρα βυζαντινού ρυθμού, μέσα σε κήπο. Η όψη της, παλαιική, δεν έχει τίποτα το αξιοπρόσεχτο· τίποτ’ άλλο από μιαν αρχοντιά λιγάκι κουρασμένη. Η πόρτα του κήπου, σιδερένια, δίφυλλη, βρίσκεται σε κοφτή γωνία και βγάζει στο σταυροδρόμι.

Εκεί, στις τρεις παρά δέκα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, μέσα στη νύχτα ήρθε και σταμάτησε ένα αυτοκίνητο του Διπλωματικού Σώματος. Ο σκοπός χωροφύλακας ξέκρινε μέσα τρεις άντρες. Ο ένας τους βγήκε, του μίλησε ελληνικά, εξήγησε πως ο πρεσβευτής της Ιταλίας ζητάει να ιδεί τον πρόεδρο της κυβερνήσεως. Έχει να του κάνει, λέει, μιαν υπερεπείγουσα ανακοίνωση. Ο σκοπός χτύπησε το ηλεκτρικό κουδούνι της σκοπιάς του, να ειδοποιήσει το σπίτι. Κοιμόνταν όλοι. Στη βαθιά γαλήνη της νύχτας, μακριά κάπου, ακουγότανε να γαβγίζει ένα σκυλί.

Ο ακόλουθος, που ξυπνησε πρώτος και πήγε να ειδοποιήσει τον Ιωάννη Μεταξά, δεν είχε ξεχωρίσει στο σκοτάδι τα χρώματα της σημαίας του αυτοκινήτου. Είχε κι αυτή λουρίδες κάθετες, λοιπόν τη νόμισε γαλλική. Είπε στον πρωθυπουργό πως τον ζητάει ο πρεσβευτής της Γαλλίας. Απορημένος ο Μεταξάς, για το ασυνήθιστο της ώρας, πέρασε πάνω στο βαμπακερό νυχτικό του ένα βεστόνι σκούρο, κατέβηκε στον κήπο και πήγε να κοιτάξει από την πλαϊνή πόρτα, της οδού Κεφαλληνίας. Τότε αναγνώρισε τον Γκράτσι. Κατάλαβε. Η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της Ιστορίας.

Ο Γκράτσι, όταν ήτανε να ξεκινήσουν από την Αθήνα, για να μην προκαλέσει την προσοχή έστω και σε ώρα τόσο προχωρημένη, είχε σκεφτεί να μην πάρουν το μεγάλο πρεσβευτικό αυτοκίνητο. Είχε διαλέξει το λιγότερο θεαματικό του στρατιωτικού ακολούθου. Οδηγούσσε ο ίδιος ο ακόλουθος, με πλάι του τον διερμηνέα της πρεσβείας, τον Ντεσάντο, έναν Αλβανό από χρόνια εγκατεστημένο στην Αθήνα, χρήσιμο για τη συνεννόηση με τον σκοπό. Ο Μεταξάς έδωσε το χέρι του στον Γκράτσι και είπε στον χωροφύλακα ν’ αφήσει ελεύθερη τη διάβαση. Ο στρατιωτικός ακόλουθος με τον διερμηνέα έμειναν στον δρόμο, ο πρωθυπουργός με τον πρεσβευτή πέρασαν την πόρτα της υπηρεσίας κι ανέβηκαν στο σπίτι. Μπήκανε σ’ένα σαλονάκι με πολύ απλή επίπλωση, στο πρώτο πάτωμα, κάθισαν. Δίχως άλλο προοίμιο, ο Γκράτσι δήλωσε, μιλώντας γαλλικά, πως η κυβέρνησή του τον είχε επιφορτίσει να επιδώσει μιαν επείγουσα ανακοίνωση.

Έδωσε το τελεσίγραφο.

Ο Ιωάννης Μεταξάς άρχισε να διαβάζει:

“Η ιταλική κυβέρνησις ηναγκάσθη επανειλημμένως  να διαπιστώση ότι κατά την εξέλιξιν της παρούσης συρράξεως η ελληνική κυβέρνησις έλαβε και ετήρησε στάσιν η οποία αντίκειται όχι μόνον προς τας ομαλάς σχέσεις ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ δυο χωρών, αλλά και προς τα καθορισμένα καθήκοντα τα απορρέοντα δια την ελληνικήν κυβέρνησιν εκ της ιδιότητός της ως ουδετέρου κράτους…

Το κείμενο ήταν μακρό. Αναμασούσε τις γνωστές ασύτατες αιτιάσεις: Ελληνικές παραχωρήσεις προς τον αγγλικό στόλο, συνεργασία μαζί του, εχθρικές πράξεις κατά της Ιταλίας, καταπιέσεις των Αλβανών της Τσαμουριάς, ό,τι μπόρεσε να στρατολογήσει από το απόθεμα της χαμηλής φαντασίας του ο Τσιάνο, ο συντάκτης του κειμένου. Απαιτούσε να μπούνε στην Ελλάδα τα ιταλικά στρατεύματα και να καταλάβουν στρατηγικά της σημεία, για να διασφαλίσουν την ουδετερότητά της. Αν συναντήσουν αντίσταση, η αντίδραση αυτή “θα καμφθή δια των όπλων”.

Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄ Γυμνασίου (4) – Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 1940 – Μετά το κουδούνι

Ο Γκράτσι, στο βιβλίο του, το γραμμένο είν’ αλήθεια μ’ έντονο -αν και καθυστερημένο- αίσθημα ντροπής για τη συμπεριφορά των ανθρώπων που κυβερνούσαν τότε τη χώρα του, λέει πως τα χέρια του Μεταξά, καθώς κρατούσαν το τελεσίγραφο, ελαφρότρεμαν συγκινημένα και τα μάτια του, πίσω από τα γυαλιά, ήταν υγρά. Αυτό -εξηγεί ο Γκράτσι- συνέβαινε πάντα στον Μεταξά όταν ήτανε συγκινημένος. Η στιγμή, πραγματικά, ήταν δραματική κι επίσημη. Το βάρος της ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο έθνος, στις παραδόσεις του, θα μπορούσε να λυγίσει πολύ στιβαρούς ώμους. Ας ειπωθεί προς τιμήν του Μεταξά ότι δεν λύγισε τους δικούς του. Είναι ολοφάνερο πως μέσα στη συνείδησή του μιλούσε εκείνη την ώρα κάτι πέρα από την πρακτική φρόνηση και τον πολιτικό ρεαλισμό. Μέσα στη νύχτα, στο σαλονάκι αυτό όπου βρισκόταν μόνος του υπόλογος απέναντι στην Ελλάδα, εντολοδόχος της,  ο Μεταξάς άκουσε μέσα στο αίμα του τη βαθιά φωνή της εθνικής ψυχής. Όταν αποδιάβασε το κείμενο, σήκωσε τα μάτια του, κοίταξε καλά τον πρεσβευτή και με φωνή συγκινημένη, αλλά στέρεα, είπε:

-Alors, c’ est la guerre. Ώστε λοιπόν, πόλεμος.

Ταραγμένος ο Γκράτσι, προσπάθησε να μετριάσει την εντύπωση, να εξηγήσει. Ισχυρίστηκε πως αυτό δεν ήταν καθόλου απαραίτητο: Η ιταλική κυβέρνηση, απεναντίας, είχε την ελπίδα πως η ελληνική θ’ αποδεχόταν αυτά που της ζητούσε η διακοίνωση, θ’ άφηνε να μπουν τα ιταλικά στρατεύματα. Η κίνησή τους θ’ άρχιζε στις έξι το πρωί.

-Αυτό δεν μπορεί να γίνει, είπε ο Μεταξάς. Και πώς φανταζόσαστε, ακόμα κι αν υποτεθεί πως θα είχα την πρόθεση να συγκατατεθώ, πράγμα που αποκλείεται, ότι θα προλάβαιανα μέσα σε τρεις ώρες να ξυπνήσω τον βασιλέα, να καλέσω τον υπουργό των Στρατιωτικών, τον αρχηγό του Επιτελείου, να βάλω σε κίνηση όλες τις τηλεγραφικές υπηρεσίες του στρατού, να δώσω στα τμήματα των συνόρων τις αναγκαίες οδηγίες;

Το υποκριτικό και βάναυσο αδιέξοδο, που ήταν κι ο αντικειμενικόςε σκοπός του τελεσιγράφου, υπογραμμιζόταν από τον Έλληνα πρωθυπουργό για να γίνει κατάφωρη η κακοπιστία εκείνων που το συνέταξαν. Ο Γκράτσι, εκτεθειμένος άσχημα, δοκίμασε να παρατηρήσει πως το πράγμα δεν του φαινόταν και τόσο αδύνατο· ζήτησε να υποδείξει τρόπους, μέτρα.

-Και ποια είναι αυτά τα στρατηγικά σημεία που θέλει να καταλάβει η κυβέρνησή σας; ρώτησε ο Μεταξάς.

-Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, εξοχότατε. Δεν μ’ έχουν πληροφορήσει σχετικώς.

-Ώστε βλέπετε πως πρόκειται για πόλεμο. Η ευθύνη θα βαρύνει αποκλειστικά την ιταλική κυβέρνηση. Ήξερε καλύτερα πως το μονο που επιθυμούσε η Ελλάς ήτανε να παραμείνει ουδετέρα. Ήξερε όμως και πως ήμασταν αποφασισμένοι να υπερασπίσουμε απέναντι σ’ οποιονδήποτε το εθνικό μας έδαφος.

Ο Γκράτσι σηκώθηκε.

-Διατηρώ την ελπίδα, είπε, πως θα λάβετε υπ’ όψιν σας τη διαβεβαίωση της διακοινώσεως ότι η ιταλική κυβέρνησσις δεν επιβουλεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Ελλάδος. Θα περιμένω την απάντησή σας ώς τις έξι, στην πρεσβεία.

Ο Μεταξάς δεν αποκρίθηκε. Με αξιοπρέπεια, άφησε τον πρεσβευτή να καταλάβει πως η συνομιλία είχε τελειώσει. Μόνο στην πόρτα του κήπου, κάτω, στο κατώφλι που είχανε δρασκελίσει μπαίνοντας ένα τέταρτο της ώρας πριν, είπε με βαριά φωνή:

-Vous êtes plus forts. Έχετε τη δύναμη με το μέρος σας.

Τότε ο Γκράτσι ένιωσε ντροπιασμένος. Η ανανδρία που του είχαν αναθέσει να εκφράσει, του ανέβηκε μονομιάς στο πρόσωπο. Ο ηλικιωμένος αυτός άνθρωπος που στεκόταν εκεί μπροστά του, και το έθνος του, είχανε προτιμήσει στην υπέρτατη τούτη στιγμή την οδό της θυσίας παρά την ατίμωση. Είναι τα λόγια ακτιβώς του ιδίου του Γκράτσι, στ’ Απομνημονεύματά του. Μ’ ευλάβεια υποκλίθηκε μπροστά στον Έλληνα πρωθυπουργό κι έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο.

***

Ήταν η ώρα τρεις και τέταρτο. Κανονικά, σε δυόμισι ώρες περίπου έπρεπε ν’ αρχίσει η εισβολή. Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν είχε καιρό να χάνει.

Ανέβηκε γρήγορα το σπίτι του, πήρε το τηλέφωνο, ξύπνησε τον βασιλέα. Τον κατετόπισε σε ό,τι είχε συμβεί. Ύστερα ειδοποίησε τον Άγγλο πρέσβη. Ο Πάλερετ απάντησε πως ανεβαίνει αμέσως στην Κηφισιά. Στο μεταξύ, ο Μεταξάς ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγο Παπάγο, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, ναύαρχο Σακελλαρίου. Συνεκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Στις τέσσερις παρά τέταρτο επεκοινώνησε τηλεφωνικώς με τους Έλληνες πρέσβεις στην Άγκυρα και στο Βελιγράδι.

Ο Άγγλος πρεσβευτής έφτασε στην Κηφισιά στις τέσσερις η ώρα. Ο Μεταξάς του ανεκοίνωσε τα σχετικά με την επίδοση του τελεσιγράφου και ζήτησε την ενίσχυση της Αγγλίας στον άνισο αυτό αγώνα που άρχιζε. Ο Πάλερετ τον δαβεβαίωσε πως η Αγγλία θα τηρήσει την εγγύηση που είχε δώσει την άνοιξη του 1939 κι ότι θα ειδοποιήσει την κυβέρνησή του.

Αμέσως ύστερα, ο Μεταξάς κατέβηκε στην Αθήνα. Στις τεσσερεσήμισι έφτασαν στο Υπουργείο των Εξωτερικών ο Γεώργιος Β΄ με τον διάδοχο Παύλο. Μια ώρα αργότερα, άρχιζε η συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Την ίδια ώρα, γινόταν μια παρασπονδία αντάξια της όλης ώς τότε ιταλικής πολιτικής. Χωρίς να περιμένουν την εκπνοή της προθεσμίας που οι ίδιοι έταξαν, οι Ιταλοί άρχιζαν στις πεντέμισι την επίθεσή τους σε όλο το πλάτος του Αλβανικού Μετώπου.

Αλλά το υπουργικό συμβούλιο, στο μεταξύ, συνερίαζε. Ο Μεταξάς, ανοίγοντας τη συνεδρίαση, είχε αναδράμει στα της ελληνικής πολιτικής απέναντι στην Ιταλία, εξιστόρησε τη νυχτερινή σκηνή με τον Γκράτσι. Συνεπέρανε:

-Αυτή είναι, κύριοι συνάδελφοι, η όλη εξέλιξις της πολιτικής μας. Τώρα, εφόσον πρόκειται να ζητήσω τας υπογραφάς σας εις το διάταγμα της επιστρατεύσεως, σας δηλώ απεριφράστως ότι οιοσδήποτε εξ υμών έχει τυχόν αντίρρησιν ή επιφύλαξιν, μπορεί να την διατυπώσει ελευθέρως ή, αν διαφωνή, να υποβάλη την παραίτησίν του.

Η συγκίνηση ήταν βαθιά. Πήρε ο Μεταξάς τα έτοιμα διατάγματα:

-Θέτω προς υπογραφήν τα διατάγματα της γενικής επιστρατεύσεως.

-Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα, είπε.

Όλοι τον μιμήθηκαν. Τα διατάγματα ήταν πολλά: της επιστρατεύσεως του ναυτικού, της κηρύξεως της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, της κηρύξεως σ’ εμπόλεμη κατάσταση της αεροπορίας, της αναλήψεως της γενικής αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων από τον βασιλέα, του διορισμού του στρατηγού Παπάγου ως αρχιστρατήγου του κατά ξηράν στρατού. Οι υπουργοί υπέγραφαν τη σειρά και ξανάλεγαν τον λόγο του πρωθυπουργού: “Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα”.

Έξω ξημέρωνε η 28η Οκτωβρίου.

***

Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.

Ήταν η ώρα έξι, όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στου δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακριά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκων τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρωπων που αντικρίζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτες βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μιαα αποκάλυψη: Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα. “Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν”, ήτανε σαν γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.

Κι ο καθένας, ο πιο ταπεινος, ένιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση πως τρεις χιλιάδες χρόνια τον καλουν με τ’ όνομά του, το άσημο ίσαμε χτες, να τα δικαιώσει, να τα υπερασπίσει. Η ιστορία έπαυε να είναι λόγια των σχολικών βιβλίων και των πανηγυρικών λόγων, γινόταν πράξη ζωής. Είχε φωνή ναθιά, βουερή μέσα στο αίμα, μιλούσε. Κι ο πιο ταπεινός έκανε τη σκέψη άθελά του, πως σ αυτόν έλαχε να τιμήσει αυτή τη φάλαγγα των νεκρών που ξεκινάει από πολύ μακριά και δίνει νόημα στον Χρόνο. Η εκλογή της Μοίρας ήταν βαριά, αλλά για τούτο και η τιμή πολύ μεγάλη.

Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν· έλεγαν με λίγα, χτυπητά λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξι – τώρα. Και ορθωνόταν σύσσωμο να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθυσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακριές θεωρίες πορεύοντν προς την Ομόνοια, το Σύνταγγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά: “Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της…”. Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται στα κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.

«Πού βρισκόμουν την 28η Οκτωβρίου 1940» | tanea.gr

Η ψυχολογία του λαού σε τέτοιες περιστάσεις φαίνεται στις γενικές της γραμμές απλή, το περιεχόμενό της όμως είναι σύνθετο. Η οργή για τη δολερή συμπεριφορά του αντιπάλου, την ηθική του αναξιοπρέπεια, ξέσπασε εκείνο το πρωί σ’ αυθόρμητες επιθέσεις με στόχο τις εγκαταστάσεις των Ιταλών μέσα στην ίδια την ελληνική πρωτεύουσα. Διαδηλώσεις έσπασαν το πρακτορείο της αεροπορικής εταιρείας Άλα Λιτόρια στο Σύνταγμα, την Κάζα ντ’ Ιτάλια της οδού Πατησίων. Είχε γίνει ξαφνικά συνειδητό πως και τα δυο αυτά κρύβανε ίσαμε χτες κέντρα κατασκοπείας και προπαγάνδας. Η δυσαναλογία, έπειτα, ανάμεσα στον όγκο των ιμπεριαλιστικών αξιώσεων του εχθρού και στο ηθικό του υπόβαθρο, ξυπνούσε μιαν έντονη διάθεση για ονειδισμό. Είναι αυτή που θα χρωματίσει στο εξής, σε χτενή εναλλαγή με τον βαθύτερο δραματικό τόνο, όλο τον αγώνα.

Όταν στις εννιάμισι το πρωί έγινε ο πρώτος αεροπορικός συναγερμός στην πρωτεύουσα και φάνηκαν σε λίγο, πολύ ψηλά, τα εχθρικά αεροπλάνα, ο πληθυσμός δεν σκέφτηκε να κατέβει στα καταφύγια, όπως τον είχαν διδάξει. Στάθηκε και κοίταζε το θέαμα από τους δρόμους, τα μπαλκόνια, τι ταράτσες. Βόμβες προορισμένες για τον Πειραιά έπεσαν στη θάλασσα. Στο Τατόι δεν σημειώθηκαν ζημιές· χτυπήθηκε όμως σε τρία αλλεπάλληλα κύματα η Πάτρα, όπου τ’ αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά, έριξαν πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Ξεθαρρεμένος εκείνος, είχε μείνει έξω από τα καταφύγια, όπως στην Αθήνα. Οι πενήντα νεκροί του και οι περισσότεροι από εκατό τραυματίες έκαναν φανερό πως ο εχθρός ήταν αποφασισμένος να επιδείξει τη δύναμή του όπου το μπορούσε, βάναυσα.

Μικρό αφιέρωμα: Πρωτοσέλιδα εφημερίδων 28η Οκτωβρίου 1940 - STEREA NEWS

Βομβαρδίστηκαν την ίδια μέρα εγκαταστάσεις κοντά στον Ισθμό, η Ναυτική Βάση της Πρέβεζας, τα έργα υδρεύσεως στο Φασιδέρι της Κηφισιάς, η Κινέτα, η περιοχή Ιστιαίας. Στην Αθήνα, κατά τις έντεκα η ώρα, φάνηκααν μέσα σ’ ανοιχτό αυτοκίνητο να πρνάνε αργά από τους κεντρικούς δρόμους ο Γεώργιος Β΄ και ο Μεταξάς. Χαιρετούσαν χαμογελαστοί τα πλήθη, που είχαν συνεπαρθεί από ενθουσιασμό. Λησμονήθηκαν τότε διαφωνίες, αντιρρήσεις για το καθεστώς, πολιτικές αντιθέσεις, όλα. Κύματα κόσμος έζωνε το αυτοκίνητο, χυνόταν πάνω του, ζητωκραύγαζε, χειροκροτούσε. Αυτά εκεί, ήτανε τα πρόσωπα που ενσάρκωναν τη θέληση του έθνους, το φρόνημά του, τίποτ’ άλλο. Ο ελληνικός λαός είχε αποκτήσει μπροστά στον εθνικό εχθρό την ψυχική του ενότητα..

Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου, που βγήκε σ’ έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων κοντά στο μεσημέρι, έδωσε με λιτή αξιοπρέπεια τον τόνο στην όλη υπόθεση. Σαν κείμενο, επέζησε, μπήκε στην Ιστορία: “Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως  της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους”.

Εκεί πέρα, στα σύνορα, βροντούσε το κανόνι. Σε περισυλλογή βαθύτατη, με κλεισμένα μάτια, το άκουγε μέσα της κάθε ελληνική ψυχή.

28η Οκτωβρίου 1940: Οδυσσέα Ελύτη, «Η πορεία προς το μέτωπο» | ΕΛΛΑΔΑ | thepressroom.gr

*Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιία 1940-1941.

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου