Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 13 Αύγ 2013
  Το λαϊκό καφενείο,πάλι
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

 

 

Το λαϊκό καφενείο,πάλι

 

Το λαϊκό-ελληνικό καφενείο δεν είναι χώρος όπου αράζουν οι αργόσχολοι και οι τεμπέληδες. Είναι το δημόσιο εντευκτήριο, ο τόπος συνάντησης, για κοινωνική και πολιτική ενημέρωση, για κλείσιμο δουλειάς, για επικοινωνία και για ψυχαγωγία, αν υπολογίσουμε και τα πράσινα τραπέζια με το επιτρεπόμενο χαρτοπαίγνιο. Βέβαια είναι και το τάβλι και σπανιότερο το σκάκι. Επομένως το καφενείο, πριν εμφανιστεί η σαλονάτη καφετέρια, από το φτωχό με το τσίγκινο τραπεζάκι και τις ψάθινες καρέκλες στα περιφερειακά στέκια και στα χωριά (παλιότερα αλλά και σπάνια σήμερα), είναι ένας συμπαθής χώρος. Όπου μάλιστα το συντηρούν και το εκμεταλλεύονται γυναίκες, είναι πλαισιωμένο από γλάστρες με λουλούδια και αρωματικά, πάντα καταβρεγμένο το δάπεδο με αρκετή δροσιά κάτω από μουριές και πλατάνια, συνήθως.

Σ’ αυτό άφηναν οι ταχυδρόμοι την αλληλογραφία των χωριανών. Τα μεν έντυπα ανοίγονταν, διαβάζονταν και στραπατσαρίζονταν, οι δε επιστολές και τα ειδοποιητήρια περνούσαν πολλαπλούς ελέγχους. Όλοι μάθαιναν με ποιους αλληλογραφούν οι συγκάτοικοι και έβγαζαν τα πονηρά, συμπεράσματά τους. Αποκρυπτογραφούσαν το περιεχόμενο των επιστολών, στο δυνατό φως μιας λάμπας, και πρόσθεταν δικές του, καθένας, πιθανές ερμηνείες.

Υπήρξε εποχή, και όχι πολλά χρόνια πίσω, που το μοναδικό τηλέφωνο ήταν εγκατεστημένο στο καφενείο και η γραμμή του ανοιχτή σε όλα τα καφενεία της περιοχής , όπου κάθε τηλεφωνητής έμπαινε και κρυφάκουγε και μετά τα μυστικά της επικοινωνίας είχαν γίνει βούκινο. Οι γνωστές συνακροάσεις, αλλά και πολύ αργότερα οι περίεργες τηλεφωνήτριες, που έδιναν γραμμές επικοινωνίας δεν άντεχαν στον πειρασμό να λαθρακούνε.

Αυτά ήταν από τα αρνητικά του ανοιχτού καφενείου, και της μη αυτοματοποιημένης επικοινωνίας, που καθένας το θεωρούσε ξέφραγο αμπέλι, με την ανοχή του καφετζή που δεν ήθελε να χάσει την πελατεία του. Στο πονηρό ενδιαφέρον, η δασκάλα, η παραθερίστρια, η αρραβωνιασμένη και όσοι είχαν δικαστικές υποθέσεις.. Ήταν ένα είδος κοινοκτημοσύνης των προσωπικών δεδομένων παρά τις απαγορεύσεις εκ των κανονισμών. Υπό τη σκιά και τη δροσιά του καλοκαιρινού υπαίθριου καφενείου γράφονται αυτές οι γραμμές, από το παρελθόν για το σήμερα, που στους νεότερους φαίνονται παραδοξολογήματα.

 

Πείραμα με δυο κούπες καφέ

 

Ο λόγος περί καφενείου, έφερε στην άμεση επικαιρότητα την αξία και το συμβολισμό του καφέ. Πηγή προέλευσης του θέματος που ακολουθεί, επειδή δεν έχουμε τη δυνατότητα προβολής και της εικόνας που τη συνοδεύει, είναι ένα mail που προωθήθηκε στον υπολογιστή μας από τον αντίστοιχο αγαπητού φίλου, του Φώτη Θεοδωρακόπουλου εν προκειμένω, και αποτελεί ένα μάθημα πρακτικής φιλοσοφίας, απόλυτα κατανοητό και άμεσα χρήσιμο. Θα προσπαθήσουμε να το αποδώσουμε όσο πιο παραστατικά γίνεται.

Τα υλικά...συσκευασίας της είδησης είναι, ένα γυάλινο βάζο, μερικά μπαλάκια τένις, χαλίκια, άμμος και δυο κούπες καφέ. Χώρος, μια αίθουσα παράδοσης μαθημάτων, ο καθηγητής και σπουδαστές, νέοι κατά κανόνα. Ρίχνει τα μπαλάκια στο βάζο, ο καθηγητής, και ρωτάει αν το βλέπουν γεμάτο και αν χωράει κάτι άλλο. Βλέποντας ότι το αντιλαμβάνονται γεμάτο οι σπουδαστές του, αρχίζει να ρίχνει τα χαλίκια , το κουνάει και αυτά πιάνουν τον κενό χώρο ανάμεσα στα μπαλάκια. Ρωτάει πάλι, αν υπάρχει χώρος και για κάτι άλλο. Στην απορία των σπουδαστών ότι ενδεχομένως, όχι, ρίχνει την άμμο και κουνάει το βάζο που γεμίζει σε όλα τα κενά του. Ε, τώρα τερματίσαμε σχολίασε ψιθυριστά ο ένας στον άλλο. Αλλά ο καθηγητής, πειραματιστής δεν είχε τελειώσει. Αδειάζει τις δυο κούπες με τον καφέ ο οποίος απορροφήθηκε στα ενδιάμεσα των κενών που είχαν αφήσει τα μπαλάκια, τα χαλίκια και ο άμμος. Έκπληξη αλλά και τέλος του πειράματος.

Δια των αισθητών στα υπεραισθητά. Είναι μια αρχή της εποπτικής παιδαγωγούσης διδασκαλίας, όπου συμβαίνει να γίνεται. Τα υλικά που στριμώχτηκαν στο βάζο, καθένα συμβόλιζε και κάτι. Ο γυάλινος χώρος είναι η διάρκεια της ζωής μας. Τα μπαλάκια του τένις που προηγήθηκαν, αντιστοιχούν στις μεγάλες ιδέες και αξίες της ζωής (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, παιδιά, φίλοι, ελευθερία, δικαιοσύνη), οι οποίες πρέπει να προηγούνται στη ζωή μας, τα χαλίκια που κάλυψαν το κενό ανάμεσά τους δευτερεύοντες στόχους, δουλειά, αυτοκίνητο, σπίτι και ο άμμος που τρύπωσε παντού, σημαντικές λεπτομέρειες ή σημαντικές ...ασημαντότητες, που επηρεάζουν την όλη υπόσταση και συμπεριφορά μας, ο δε καφές που διείσδυσε παντού, τη ρευστότητα των πολύ ασήμαντων περιστατικών τα οποία συντιθέμενα φτιάχνουν τα μεγάλα και πολλές φορές τα αδιέξοδά μας κι ακόμη (αφού χώρεσε κι αυτός) πόσο γεμάτη είναι η ζωή μας.

Ιεράρχηση λοιπόν των αξιών και των πρακτικών θεμάτων ήταν το μάθημα, που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, δοσμένο έτσι ώστε να το αντιληφθούν και οι πιο ολιγογράμματοι. Κι αυτή, άλλωστε, είναι η επιτυχία κάθε διδασκαλίας ή κηρύγματος που έχει ανθρωποπλαστικούς στόχους. Ένας νεοτερισμός του ηλεκτρονικού καφενείου, του Internet Gafe, που είχε να διδάξει πολλά...δι ολίγων, που λέμε. Κυρίως να γεμίζουμε τη ζωή μας με τα πλέον αξιόλογα και να αφήνουμε την άμμο και τον καφέ τελευταία. Γιατί άμα γεμίσουμε σκουπίδια το βιωματικό μας χώρο, η ζωή θα περάσει και τα σημαντικά θα μείνουν εκτός, δε θα έχουν χώρο να εγκατασταθούν και να μας διαμορφώσουν σε επωφελή άτομα για τον ίδιο τον εαυτό μας και για την κοινωνία.

 

 

Το πεύκο , η θάλασσα και οι μύθοι

 

Η Ελλάδα με το φυσικό διαμελισμό του τοπίου της, οριζόντιο και κάθετο, όπου η θάλασσα εισχωρεί στην ξηρά και φτιάχνει με χίλια δυο σχέδια κόλπους και όρμους και καταφύγια και πλαζ αλλά και σε χαμηλό υψόμετρο οι γεωλογικές πτυχώσεις δημιουργούν ωραία φυσικά άλση (όσα απέμειναν από τις πυρκαγιές και όσα αναδασώθηκαν μέσα από τη φυσική διαδικασία), γενικά αποτυπώνεται στο φυσικό περιβάλλον, ένα αισθητικό σύνολο που ζωγράφισε η ίδια η φύση ή αλλιώς το χέρι του θεού κι ακόμη ψηλότερα, στη γυμνή ζώνη, ορειβατικά καταφύγια περιμένουν και παραμένουν ανοιχτά και φιλόξενα για τους φίλους της ορειβασίας στη γυμνή, την αλπική ζώνη, όλα αυτά συνθέτουν την πολυμορφότητα του ελληνικού τοπίου, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν όλα τα είδη Τέχνης, αναδείχτηκαν όλες οι χάρες των Μουσών, πλέχτηκαν και εμπλέχτηκαν όλοι οι κοσμικοί μύθοι, από την αρχαιότητα ως τις ημέρες μας . Ελλάδα είναι το πεύκο και η θάλασσα και οι ολοζώντανοι μύθοι της..

 

Ταξιδιωτική λογοτεχνία

Ο συνομιλητής μας, Καλαβρυτινός από γενιά και παρεπίδημος της πόλης, νοσταλγεί την καλοκαιρινή συντροφιά, όχι στο καφενείο των φίλων που εντάχθηκε αναγκαστικά, αλλά στα ορεινά του χωριού του, κάπου δίπλα σε ένα ποτάμι, κάτω από ένα πλατάνι, μέσα στη δημιουργική ησυχία του βουνού, που θέλει στοχαστική διάθεση και γερά νεύρα να μετατρέψεις τη σιωπή και τη μοναξιά σε κοινωνία. Έβαλε ένα θέμα, αποκάλυψε μια έλλειψη, που παλιότερα δεν υπήρξε. Θυμήθηκε παλιές ταξιδιωτικές αναφορές, ιστορήσεις και εντυπώσεις, ειδικές σελίδες στις εφημερίδες της εποχής, κυρίως στα Κυριακάτικα φύλλα, όπου ο στοχαστής φιλόλογος και ιστοριογνώστης, κριτικός της λογοτεχνίας και ποιητής εξαίσιων έργων Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, μας έπαιρνε μαζί του με το γραφικό τρένο που κατέβαινε από τη Ροδόπη ως την Καλαμάτα και από το περιορισμένο παράθυρο του βαγονιού, μας άνοιγε ένα άλλο τετράφυλλο που βλέπαμε μέσα μας, όλη την ιστορία και μακρύτερα ως τη μυθολογία, όπου ο τόπος και οι άνθρωποι ήταν άλλοι και διαφορετικοί.

Μας μιλούσε για κάστρα και επιδρομείς, για σύγχρονους μεγάλους της λογοτεχνίας, για τον πλούτο των πεδιάδων και για την ήρεμη ψυχή των ανθρώπων της γης. Σχολίαζε με το αγέλαστο ύφος του το κάθε τι. Κι ο ίδιος είχε κάπου περιπλανηθεί στο παρελθόν και ήταν κατακλυσμένος από μνήμες και γεγονότα που πάσχιζε να συνταιριάξει με όσα η όρασή του έβλεπε. Έκανε διακοπή στο εισιτήριό του και κατέβαινε, όπου η περιέργειά του τον προκαλούσε, κουβέντιαζε με χωρικούς ξωμάχους, παράγγελνε καφέ ή μια βανίλια με κρύο νερό στο παράπηγμα του σταθμού που λειτουργούσε ως καφενείο, έπιανε κουβέντα με τη γερόντισσα που άφηνε τη ρόκα της ή το πλέξιμο για να σερβίρει τον ξένο, σ’ ένα τσίγκινο τραπεζάκι με μια ψάθινη μισότριβη καρέκλα, όπου παρακαθόταν ο ξένος, ο πελάτης της...επιχείρησης. Αν έμενε ως αργά θα παράγγελνε δυο αυγά στο τηγάνι, ζεστό σταρένιο ψωμί, μια μπουκάλα κρασί και θα χαιρόταν τη νοικοκυροσύνη της γριάς γκαρσόνας, που θα του έστρωνε μια καρό μπόλια για τραπεζομάντηλα και όλα θα έρχονταν με χαμόγελο και απροσποίητη αρχοντιά . Ό,τι άλλο θελήσει η αφεντιά σας, εδώ είμαστε. Ο πλούτος και η απλοχεριά της απλότητας.

 

Καφές σε χοντρό φλιτζάνι

Όμως εκείνη η ταξιδιωτική λογοτεχνία έχει ήδη χαθεί. Όχι ακριβώς, θα λέγαμε. Έχει διασωθεί στα βιβλία αγιάτρευτων ταξιδιωτών και υπάρχει με τη γλώσσα και τις περιγραφές του καιρού της. Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, ο Κ. Κύρου, Κ. Ουράνης, Στρατής Μυριβήλης, Σπύρος Μελάς (στα χρονογραφήματά του), Νίκος Καζαντζάκης και εκτός από τους αρχαίους περιηγητές, ο Λίονελ Κάσσον (Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο) και ο Ουίλιαμ Νταλρίμπλ (Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου), είναι απ’ όσα έρχονται στη μνήμη και τροφοδοτούν τούτο το σημείωμα. Τη σύγχρονη ταξιδιωτική γραφή και λογοτεχνία την κατάπιε η ηλεκτρονική ευκολία. Το τοπίο φωτογραφίζεται, οι μικροί σταθμοί έκλεισαν, οι άνθρωποι βιάζονται να φτάσουν, δεν ταξιδεύουν με το τρένο για να ιδούν και να μάθουν, δεν ενδιαφέρονται να μεταδώσουν εντυπώσεις και για τους αταξίδευτους, ούτε γράφονται κείμενα δυνατά για τους βιβλιοφάγους, ακόμη δε διδάσκεται αυτό το είδος στα σχολεία που παράγουν μιμητές του είδους, αλλά και οι σημερινοί άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα του αυτοκινήτου τους να πάνε παντού να ιδούν, να θαυμάσουν και αμέσως να ξεχάσουν. Ο Καζαντζάκης έλεγε πως πολύ του άρεσαν τα ταξίδια και τα ονείρατα. Υπάρχουν ονειρεμένα ταξίδια και όνειρα ταξιδιών που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Άλλωστε αυτή είναι η φυσική υπόσταση της μεταφυσικής των ονείρων.

Η συντροφιά άκουε, συνεπαρμένη κι από τον καφέ δεν έμενε παρά η τελευταία ρουφηξιά. Μερικοί συνηθίζουν να ρίχνουν νερό και να ξεπλένουν το φλιτζάνι. Απροσδόκητα, προέκυψε και ο παραδοσιακός του καφενείου. Παράγγειλε καφέ σε χοντρό φλιτζάνι με πολύ καϊμάκι .Θεριακλής, είπαμε σιγαλόφωνα. Το γκαρσόνι τον κοίταξε με απορία. Του μιλούσε σε άλλη...γλώσσα. Δηλαδή; Δηλαδή, η παραγγελία ήταν από περασμένους καιρούς, από άλλη εποχή. Δεν πειράζει. Φτιάξε ό,τι ξέρεις. Θα σου φέρω όμως ένα τέτοιο φλιτζάνι και θα είναι αποκλειστικά για μένα, είπε. Το τι είδους καφές είναι σε χοντρό φλιτζάνι και με καϊμάκι, δεν εξηγήθηκε. Έμεινε η κουβέντα για την επόμενη συνάντηση. Τα σύνεργα του καφέ, οι εβδομήντα πέντε τρόποι παρασκευής του, όσοι και οι περίεργοι καφεπότες.

 

 

Σας μυρίζει πουθενά καφές;

Την ατμόσφαιρα τη χάλασε το γεροντάκι που μόλις είχε τελειώσει τη...λογοκρισία των τοπικών εφημερίδων. Σας άκουγα είπε, αλλά για ποιο καφενείο μιλάτε; Σας μυρίζει πουθενά καφές; Εδώ περνάς έξω από καφεκοπτείο, που ψήνει και κόβει καφέ και νομίζεις ότι αλέθει...χαλίκια. Τι έγιναν οι αρωματικοί καφέδες, που...ανάσταιναν και πεθαμένους; Πρωινό του Σαββάτου, που έμπαιναν τα χωριά στην πόλη, η Κλεομένους Οικονόμου, ανάλογα και με τον αέρα που φυσούσε, θύμιζε...Βραζιλία. Μοσχοβολούσε ο δρόμος από τον καφέ που ψηνόταν. Δεν είχες πρόβλημα με την ποιότητα και τη γεύση. Αυτό τον καφέ απαγόρευαν οι μανάδες να πίνουν τα παιδιά και μας είχαν ταράξει στο αλεσμένο κριθάρι και το ρεβίθι, αλλά πού να μας ξεγελάσουν; Εμείς ξεπλέναμε το φλιτζάνια και το μπρίκι και κάναμε το δικό μας. Όπως και όταν μαζεύαμε τα αποτσίγαρα από το τασάκι, τα ξανανάβαμε και τραβούσαμε μια δυο ρουφηξιές. Ακόμη και για το κρασάκι έπεφταν τα σάλια μας. Υπήρχε όμως γι αυτό το τελευταίο η άγνοια αλλά ηρεμούσε τα βρέφη που δεν έβαζαν μέσα τη γλώσσα τους από το κλάμα. Με μια κρασόσουπα, ψωμί φουσκωμένο στο κρασί θεράπευε το πρόβλημα, αλλά τα επακόλουθα φαίνονταν αργότερα. Αλλά μήπως και σταγόνες λάβδανου (όπιου) πάνω σε ζάχαρη στο κουταλάκι, έφερνε το ίδιο ηρεμιστικό αποτέλεσμα. Αλλά και πόσοι αλκοομανείς, βραδύνοες και δυσμαθείς και βλάκες επί το απλούστερο, ενδεχομένως έχουν το αιτιολογικό τους στην άγνοια που προδιέθετε σε, μετέπειτα, επικίνδυνες εξαρτήσεις;

 

Δεν αρκεί, μόνο, το μεροκάματο

Τώρα από πού και πώς συμβαίνουν αυτά τα πράματα στα παιδιά, παραμένει ανεπιβεβαίωτο. Υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες και δημιουργοί, με πολλά από τα παραπάνω πάθη. Μάλλον πρέπει να προστεθεί στη συντροφιά ειδικός γιατρός διατροφολόγος ή και παιδοψυχολόγος, επειδή πολλές από τις πρώιμες συμπεριφορές των παιδιών είναι ανεξήγητες. Απλές απορίες από σοβαρούς ανθρώπους κι άκρη δε βρίσκεται.

Ο νεαρός φιλόλογος καφετζής, πριν το διαλύσουμε μοίρασε κάρτες. Ήθελε συμπλήρωμα της δουλειάς του γιατί με τέτοια πελατεία σαν της συντροφιάς μας θα έπρεπε να γραφτεί στα συσσίτια της Εκκλησίας προκειμένου να επιζήσει. Μας παρακάλεσε να τον συστήσουμε: Έγραφε η κάρτα: Φιλόλογος με ειδικότητα στην αρχαία και νεοελληνική λογοτεχνία, παραδίδει μαθήματα σε υποψηφίους πανεπιστημιακών Σχολών. Και στους καφέδες, πρόσθεσε ένας που είχε οικειότητα μαζί του. Σωστά παρατηρήσαμε οι υπόλοιποι, αφού πίνουμε φιλολογικούς καφέδες στο φιλολογικό καφενείο των φίλων....

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου