Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 15 Μάρ 2013

Γ ρ ά μ μ α τ α α π ό τ ο Α ί γ ι ο

 

Του Ανδρέα Φλογερά

 

Ελλάδα είναι, πρώτα, το χωριό

 

Τον καιρό που οι άνθρωποι ζούσαν σε μικρές Κοινότητες, σε μεγαλύτερες και σε κωμοπόλεις, είχαν μιαν αυτονομία στην ανάπτυξή τους. Υπήρχε η άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες του πληθυσμού τους και η ζεστή διάθεση προσφοράς στο συνάνθρωπο, που ήταν πολύ κοντινός, γείτονας ή συγγενής, οπωσδήποτε συχωριανός και σαν τέτοιος προστατευόταν από την τοπική αρχή, έστω και αν την εξουσία είχε ο πρόεδρος.

Στις στενές εκείνες κοινωνίες ο πρόεδρος, ο ιερέας, ο παπάς του χωριού και ο δάσκαλος, αποτελούσαν την έκφραση της διοίκησης, της παιδείας και του πολιτισμού και της μεταφυσικής αγωγής δια της εκκλησίας. Μην παραλείψουμε τον αγροφύλακα και τον ταπεινό νεροπούλο, υδρονομέα τον ήθελε η καθαρεύουσα αλλά νεροπούλο τον αναγνώριζαν οι συντοπίτες του. Οργάνωση μιας μικρής κοινωνίας στην εντέλεια. Υπήρχε σειρά και τάξη. Πραγματική αυτοδιοίκηση. Στη δικαιοδοσία της Κοινότητας, οι βρύσες, οι δρόμοι, η πλατεία, ο εκκλησιαστικός περίγυρος.

Σε βαρυχειμωνιά, σε κατολισθήσεις, σε αποκλεισμό κάποιου τσοπάνη στο δάσος, σε ατύχημα, σε λύπη και σε χαρά το χωριό ήταν παρόν, έπρεπε να ήταν παρόν. Το κοινοτικό συμβούλιο, μόλις έβγαζε την «προσωπική εργασία», δηλαδή την υποχρέωση κάθε οικογένειας να προσφέρει δωρεάν κάποια μεροκάματα για έργα που αφορούσαν το χωριό και μπορούσαν να γίνουν από τους ίδιους τους κατοίκους, κανένας δεν είχε αντίρρηση. Έτσι οι κεντρικοί δρόμοι ήσαν καθαροί, τα σημεία που ο χειμώνας είχε καταστρέψει αποκαθίσταντο, επικίνδυνα περάσματα διασφαλίζονταν, δέντρα κλαδεύονταν και όποια προβλήματα και ανάγκες υπήρχαν τα διευθετούσε ο πρόεδρος του χωριού. Δεσμοί συγγένειας και κοινότητας αγαθών, κρατούσαν συγκροτημένη τη μικρή, εκείνη, κοινωνία του τότε.

 

 

Το χωριό που ζη μέσα μας

 

Ο ποιητής από τη Ναύπακτο, ο λυρικός Γ. Αθάνας (ο γνωστός ακαδημαϊκός και ως πολιτικός (πρωθυπουργός) Γ. Αθανασιάδης – Νόβας), εκφράζει με απόλυτη παραστατικότητα και πειστικότητα την κοινωνία του χωριού, του χωριού του, ρουμελιώτης γνήσιος εν προκειμένω. Αυτό το χωριό ζη μέσα μας, σ’ αυτό αναφερόμαστε, απ’ αυτό τροφοδοτούμε τις ελλείψεις μας και αναζωογονούμε το πεσμένο ηθικό μας. Βρίσκουμε την ενότητα της κοινωνίας, την απλότητα των τρόπων, τη συναισθηματικότητα των γεγονότων, την ανθρωπιά και τη χαρά της ζωής. Επειδή γράφουμε για ηλικίες που πρόλαβαν τη ζωή του χωριού και ίσως το αναπολούν, βρίσκουμε στους «Χωριανούς» του Γ. Αθάνα, που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, μια οργανική συγγένεια, με τους συνέλληνες του βουνού και του κάμπου, στο σύνολό τους, γι αυτό και καταλαβαίνουμε την ευαισθησία του ποιητή που αθανάτισε τα συναισθήματα και τις αρετές τους.

 

 

Οι χωριανοί

 

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά./ Με το μικρό του τ΄όνομα ο ένας τον άλλον κράζει. / Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλομε κλειδιά. / ξέρει καθένας τ΄αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

 

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζομε νερά / και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα, / έτσι τη μοιραζόμαστε τη λύπη τη χαρά, / για βρέχει σ΄όλο το χωριό, για σ΄όλο είναι λιακάδα.

 

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλια το χωριό / κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα. / Θάνατος; Όλοι θλιβεροί κι απ΄το καμπαναριό / κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αέρα.

 

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλοσύνη ανεί / και στο παλάτι του φτωχού και στου τρανού την τρούπα. / Κι όποιος περάσει κι όποιος μπει, γιορτή καθημερνή, / θα βρει στρωμένον καναπέ, θα βρει γλυκό στην κούπα.

 

Πέρα απ΄τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς, / μες στις καρδιές μας έχομε παντοτινόν Απρίλη. / Κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς, / εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.

Γ. Αθάνας

 

 

 

Η γη θέλει δουλειά ν’ αποδώσει

 

Μέχρι που ο πόλεμος, η βιομηχανική ανάπτυξη, το μεροκάματο με το άμεσο χρήμα, η οδική σύνδεση με αυτοκίνητο, ο ηλεκτρισμός με το ραδιόφωνο στην αρχή και την τηλεόραση στη συνέχεια «άνοιξαν τα μάτια» των ανθρώπων, χαλάρωσαν οι δεσμοί ανάμεσά τους, ακολούθησε η ερήμωση της επαρχίας με την αστικοποίηση, αναδείχτηκαν ευρωπαϊκά μοντέλα διοίκησης, μπήκαν στη μέση οι οικονομολόγοι που με τις θεωρίες τους και τις μεθόδους που πήγαν να εφαρμόσουν έκαμαν τον κόσμο φτωχότερο, τον αποπροσανατόλισαν οι πολιτικές που βρήκαν ευκαιρία να ισοπεδώσουν τα πάντα, έταξαν τα πιο απίθανα και τίποτα δεν πραγματοποίησαν και καταλήξαμε σε πρωτοφανή διοικητική διάσπαση και απορύθμιση, τα τραγικά επακόλουθα της οποίας φάνηκαν τώρα στην πρώτη μεταπολεμική κρίση που περνάει η χώρα.

Στην γερμανική κατοχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η επαρχία με το κοινοτικό σύστημα άντεξε. Στη σύγχρονη, επίσης γερμανική κατοχή, δεν υπάρχει χωριό ούτε αγροτική οικονομία να κρατηθεί ο κόσμος που ταπεινώνεται καθημερινά και ενώ αργοπεθαίνει, το παράδοξο είναι, που δεν εξεγείρεται. Κάποιοι θυμήθηκαν το χωριό, πολλοί γύρισαν σ’ αυτό αλλά η γη δεν είναι μπακάλικο να ανοίξει το άλλο πρωί και να προμηθέψει τον κόσμο τα αναγκαία για την επιβίωσή του. Θέλει εμπειρία , χέρια να σκάψουν και χρόνο να αποδώσει.

 

 

Καποδίστριας : Ι , ΙΙ.,

 

Με το διοικητικό σχήμα, που οργανώθηκαν σε κοινότητες ομάδες ανθρώπων στα ορεινά της Ελλάδας και αντιμετώπισαν καταστάσεις κοινωνικών αναταραχών και προβλημάτων, διατήρησαν τις παραδόσεις κατά την τουρκοκρατία, το πατριωτικό φρόνημα και τη θρησκευτικότητά τους. Υπήρξαν χωριά και αρχοντοχώρια, που τα ζήλευαν πολιτείες, για την οργάνωση και την προκοπή τους. Οι πρώτοι του τόπου έφεραν και τα αξιώματα. Ίσχυε αυτό που, συχνά, δεν υπάρχει σήμερα. Να είναι δοκιμασμένος στο επάγγελμά του, ικανός στη διοίκηση της οικογένειάς του, παραγωγικός στις σκέψεις του και στα εισοδήματά του, εκείνος που θα φιλοδοξούσε να γίνει Κοινοτάρχης. Και υπήρξαν αρκετοί που είχαν την αποδοχή και το σεβασμό των συχωριανών τους.

Το διοικητικό αυτό σχήμα, ίσχυσε επί τουρκοκρατίας και συνεχίστηκε κατά την οργάνωση του κράτους μετά την απελευθέρωση, επί έναν και πάνω αιώνα. Ήρθε ο πρώτος «Καποδίστριας» που συνένωσε τους Δήμους, υποβαθμίζοντας τις Κοινότητες. Ακολούθησε ο «Καποδίστριας ΙΙ» ο οποίος διέλυσε τελείως το προϋπάρχον κοινοτικό σύστημα, οι πρώην κοινότητες εκπροσωπούνται με έναν αιρετό σύμβουλο, αμφίβολης ικανότητας, ψηφοσυλλέκτη. Σπανίως ακούγεται η φωνή του, σε βαθμό που η περιφέρεια να είναι παντελώς απροστάτευτη. Συγκεντρώθηκαν οι υπηρεσίες στα κέντρα, άλλες μικρότερης ακτινοβολίας, αλλά μεγάλης πρακτικής χρησιμότητας, και τα πολυπρόσωπα, παραταξιακά, δημοτικά συμβούλια δυσκολεύονται στη λήψη αποφάσεων και η ζωή δε φαίνεται να βελτιώνεται.

 

 

 

Δε μας ταιριάζει το ευρωπαϊκό νούμερο

 

Αυτό το μπάζωμα της κοινοτικής αυτονομίας, έχει και πολιτικές παραμέτρους. Οικονομικούς λόγους επικαλέστηκαν όταν επέβαλαν τις συνενώσεις. Δεν ήταν αυτή η αλήθεια. Έγιναν οι νέοι δήμου, περίπου...υφυπουργεία. Δεν απλουστεύτηκε το διοικητικό σύστημα. Έγινε περισσότερο πολύπλοκο και διοικητικά δαπανηρότερο. Με τις άμισθες προεδρίες προαγόταν και η τοπική φιλοπατρία. Κάποιοι δημιούργησαν Κοινότητες πρότυπα. Στον κομματικό ανταγωνισμό, να ξεφορτωθούν και τον πρόεδρο –κομματάρχη επεδίωξαν με τη διοικητική αυτή μεταβολή. Στις μικρές κοινωνίες ο πρώτος ήταν σε θέση να επιβάλει κομματική γραμμή, ανάλογα με τις καταστάσεις, τα συμφέροντα της κοινότητας και τις πεποιθήσεις του.

Οι εισηγήσεις για τις μεταβολές αυτές ήρθαν, επιβλήθηκαν ακριβέστερα, από την Ευρώπη. Αγνόησαν τη γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας μας, τη διάσπαρτη κοινωνία των πολιτών της, ανάλογα με τις δυσκολίες του εδάφους, της παραγωγής, της επικοινωνίας, της νοοτροπίας, των μικρών συμφερόντων των κατοίκων. Αν παρακολουθήσει κάποιος τα θέματα του πινακίου και τις συνεδριάσεις των οργάνων των ΟΤΑ εκεί θα διαπιστώσει την πολυμορφία των θεμάτων και πολλές φορές το αδιέξοδο της τοπικής αυτοδιοίκησης να επιλύσει αυτονόητα ζητήματα που άλλοτε δεν υπήρχαν.

Ο μεγάλος οργανισμός της (λεγόμενης) τοπικής αυτοδιοίκησης είναι αυτονόητα και δυσκίνητος. Επί χάρτου, έγινε μια μορφή αποκέντρωσης, αλλά αυτοδιοίκηση δεν επιτεύχθηκε. Τα οικονομικά βάρη των δημοτών αυξήθηκαν υπέρογκα. Κάποιοι πληρώνουν για υπηρεσίες που ούτε τους αφορούν ούτε που τις βλέπουν. Μικρό παράδειγμα τα ενιαία πανάκριβα τέλη της ΔΕΥΑ στις ορεινές πρώην κοινότητες. Εκεί που ούτε έργα εγγειοβελτιωτικά έγιναν ούτε τα σπίτια κατοικούνται τα τρία τέταρτα του έτους. Οι καποδιστριακοί δήμοι επέτειναν την αστικοποίηση των πάντων, με επιχείρημα την αποκέντρωση πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο.

 

 

Η γενέθλια γη παραμένει και περιμένει

 

Η σημερινή αναφορά μας στο χωριό, ας μην ξαφνιάσει. Δεν έγινε από νοσταλγία της μιζέριας, που θυμούνται μερικοί. Σήμερα στα χωριά υπάρχουν όλα τα μέσα και οι μορφές ζωής των πόλεων. Δρόμοι, αυτοκίνητα, ηλεκτροφωτισμός, τηλεόραση, τηλεπικοινωνίες, ηρεμία και (ακόμη) υγιεινό φυσικό περιβάλλον.

Πολλοί νέοι, επιστήμονες και επιχειρηματίας αγροτικών προϊόντων, ξαναγύρισαν ή εγκαταστάθηκαν στα ημιορεινά και φαίνεται να προκόβουν. Η ανεργία και η κρισιμότητα επιβίωσης, που δημιουργούν την απαίσια εικόνα των αστικών κέντρων, δεν υπάρχουν σε όσους συμφιλιωθούν με τη γη και την προσωπική εργασία. Αγροκτηνοτροφική ήταν η φυσιογνωμία της επαρχιακής Ελλάδας, με μικρές μεταποιητικές βιοτεχνίες, με πνευματικότητα και σεβασμό στη γνώση και στις παραδόσεις και ψυχική υγεία, προ πάντων.

Όσοι αναλογιστούν την ωφέλεια και επιστρέψουν στις ρίζες τους, η ελληνική επαρχία έχει δυνατότητες επαναφοράς της αυτάρκειας και της ανάπτυξης μιας νέας παραγωγικής οικονομίας. Από τον αγώνα της επάρκειας των αγαθών, μεταπηδήσαμε στη βουλιμία του άκοπου πλουτισμού και αλλοιωθήκαμε ηθικά αναγορεύοντας την κομπίνα, την ευκολία και την τεμπελιά στόχους και σκοπούς ζωής, που μας έφεραν στο σημερινό αδιέξοδο. Μην κατηγορούμε την πολιτικοί και τους πολιτικούς. Κι αυτοί δικά μας ξαστοχήματα είναι. Δεν έπεσαν από τον...ουρανό!....

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου