Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 10 Ιαν 2013
ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ & ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ Φύλλα ημερολογίου & ζωής ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗΣ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, μας έχει τελειώσει το ημερολόγιο στο γραφείο και το αλλάζουμε.

Δεν είναι βέβαιο ότι έχει αλλάξει η ζωή μας, ελπίζουμε όμως.

Κόβουμε το περιτύλιγμα με αισιοδοξία, με προσδοκίες.

Όσο και αν η τυπικότητα, είναι αυτή που κυριαρχεί, λίγο πολύ ανατολίτες στη νοοτροπία, κάνουμε χώρο μέσα μας να χωρέσει το παιδικό όνειρο με τη ρόδινη ασάφεια που το χαρακτηρίζει και που δεν εξαλείφεται, όσα χρόνια κι αν πέρασαν. Πού ξέρεις;... Αυτές τις μέρες όλοι, σχεδόν, δεν κλείνουν την πόρτα τους στην τύχη.

Υπάρχει τύχη; Επίσημα κανένας δεν την αρνείται. Η θεωρία των πιθανοτήτων την βεβαιώνει. Σε κάποια τρύπα θα κάτσει το μπαλάκι, η μπίλια. Είναι το γούρι. Το παρατσούκλι της τύχης, ο εξευγενισμένος όρος του τζόγου, η άγρια μορφή του πάθους και της κερδοσκοπίας. Το ποδαρικό που θα μας κάμουν ή θα κάμουμε, είναι σημάδι από την ύπαρξή της (μέσα μας) και από το πέρασμά της δίπλα μας. Είναι και το άλλοθι, να τα φορτώσουμε κάπου αν όλα πάνε στραβά. Τύχη γαρ ορθοί και τύχη καταρρέπει τον τ’ ευτυχούντα, τον δυστυχούντ’ αεί. Θυμόμαστε, περίπου, τη φράση από τα αρχαία κείμενα του γυμνασίου. Το ότι, την τύχη, την παραδεχόταν και η προγονική σοφία, δεν επιτρέπει αμφισβήτηση της παρουσίας και της επίδρασής της στη ζωή μας. Δεν την αποτρέπει ούτε την αποκλείει.

Μηχανικά, συνηθίζουμε, να γυρίζουμε τα φύλλα του ημερολογίου, από τα δεξιά στ’ αριστερά, δίχως να συλλογιζόμαστε τις μέρες που πέρασαν. Μένουμε με τις προσδοκίες αυτών που έρχονται, μέχρι να περάσουν με την καθημερινότητα, τις βδομάδες, τους μήνες, τα έτη, τους ενιαυτούς.

Ο χρόνος, που μετράει τη ζωή μας, ρέει μέσα από τις στιγμές, περνάει από το στένωμα της κλαψύδρας, του πρώτου αρχαίου, εμπειρικού χρονόμετρου και δεν το πολυκαταλαβαίνουμε. Η συνήθεια που μηχανοποιεί τις ενέργειές μας, είναι μορφή αναισθητικού. Πόσες μέρες και πόσες νύχτες, απομένουν να φύγει τούτος ο χρόνος (2012); Δυο - τρεις και δεν προλαβαίνουμε να γράψουμε τα απομνημονεύματά μας. Απομακρυνόμαστε κι εμείς μαζί του. Από πού τάχα; Σύνθετο το ερώτημα και δυσαπάντητο. Το βέβαιο είναι ότι πάμε μαζί με το ημερολόγιο στα....αναλώσιμα. Εκείνο πετιέται στην ανακύκλωση και επανέρχεται σε άλλη μορφή χρήσης. Ανατυπώνεται με τους ίδιους αστρονομικούς χρόνους στο άπειρο. Αλλάζουμε μόνο αριθμούς ετών, τους πακετάρουμε σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες, έμφορτους από στιγμές ζωής μας. Στιγμές απανθρωπιάς, πολέμων και καταστροφών αλλά και ώρες πολιτισμού και Τέχνης που ανεβάζουν την υπόσταση του ανθρώπου. Τους λέμε ιστορία. Ο άνθρωπος δεν ανακυκλώνεται. Ανακυκλίζεται και περιδινίζεται μέσα στην καθημερινότητά του. Με τη σκέψη, την αίσθηση και την προαίσθηση του τέλους του και το φορτίο των ατελειών του, όταν δεν κατόρθωσε να τις ξεπεράσει.

Θυμάμαι τις πρώτες σκέψεις του Καθηγητή Χρήστου Γιανναρά, σ’ εκείνο το βιβλιαράκι τσέπης. «Πείνα και δίψα» είναι ο τίτλος του. Είχε έντονη τη συνείδηση του χρόνου και την αγωνία των ημερών που έρχονται και παρέρχονται. Έγραφε: Μετρώ τα χρόνια της ζωής μου στα δάχτυλά μου και τα βρίσκω είκοσι έξι. Μετρώ τα χρόνια της ζωής μου στην καρδιά μου κι ο λογισμός με μπερδεύει! Άλλα τα μεγέθη της καρδιάς. Ανυπολόγιστες οι δυνατότητές της. Ασήκωτα τα βάρη της. Ο δικός μας χρόνος είναι ανάλογος με το εύρος της διαδρομής του δείκτη στο δικό της χρονόμετρο.

Εμείς μετράμε διαφορετικά. Στο ημερολόγιο, το χρόνο αφανίζουν οι σελίδες που γυρίζουμε. Στην πραγματικότητα ο χρόνος καταβροχθίζει τα πάντα. Μέσα μας συνωστίζονται πολλοί λογισμοί. Δε συναθροίζονται οι κόκκοι της χαράς που υπάρχουν σκόρπιοι σ’ ένα βουνό προβλημάτων. Ούτε η γαλήνη κάποιων ημερών επανέρχεται. Στο ρολόι τα δευτερόλεπτα συγχρονίζονται με την καρδιά μας που πάλλεται στον ίδιο ρυθμό. Αλλά ανάστροφη η πορεία. Από το παρόν στο παρελθόν. Μ’ αυτό το βηματισμό ο άνθρωπος φθίνει. Του αφαιρείται χρόνος από το προσδόκιμο της επιβίωσης ή έως την προβλεπόμενη επιβίωσή του. Έτσι το λέει η στατιστική που διαβάζεται στα διαγράμματα, που ορίζει την ατομικότητα «άνθρωπος». Ανάμεσά μας υπάρχουν και κάποια δείγματα που η δημιουργία δεν τα...απέσυρε. Κόβουν το νήμα των εκατό και γιορτάζουν τα εκατόν τέσσερα. Και πιο πέρα κάποιοι.

Με την αμεριμνησία ότι πάμε μπροστά, ακυρώνουμε την κάθε μέρα μας, στη θυρίδα εισόδου για την ίδια διαδρομή που προοριζόμαστε, αν και ο ελεγκτής δε θα περάσει να ζητήσει τα εξιτήρια, το δειλινό. Γιατί μόνο εξιτήρια θεωρεί η μηχανή του χρόνου, για τον άνθρωπο.

Ο χρόνος. Η πιο ρευστή έννοια. Ο μεθοδευμένος, ο γήινος, ο πραγματικός, ο μετρήσιμος. Το σήμερα γίνεται, χωρίς να το αισθανθείς, χτες. Κι εκείνο ενώνεται με το χάος από το οποίο προήλθε και καταλήγει ο κόσμος. Η προσδοκία του αύριο είναι ασχημάτιστη. Διαμορφώνεται την τελευταία στιγμή ή καλύτερα, το διαμορφώνουν αστάθμητοι παράγοντες που τροφοδοτούνται από τις ανησυχίες μας και από τη μοίρα μας.

Σκεπτόμαστε το άγνωστο και ανησυχούμε. Τι κρύβει; Μπορούμε να υπάρξουμε δίχως την ελπίδα και την προσδοκία, ότι μπορεί να είναι καλύτερο; Το ξορκίζουμε αρχή - αρχή του κάθε χρόνου, στην είσοδο του νέου και την αποχώρηση του παλιού. Υπάρχει παλιός και νέος; Ο χρόνος είναι ενιαίος. Μεριζόμενος και μη διαιρούμενος. Αέναος. Άχρονος, προ πάντων των αιώνων. Υπαρκτός, μόνον ο Θεός.

Παίρνουμε κάθε δώδεκα μήνες ένα καινούργιο ημερολόγιο. Αγοράζουμε 365 σελίδες ελπίδας και απρόβλεπτης αγωνίας. Για να εξευμενίσουμε τη μοίρα οργανώνουμε γιορτή. Καλεσμένοι όλοι, περιμένουμε την αθόρυβη και υπεραισθητή διάβαση από ένα σημείο σε άλλο. Στο άπειρο δεν υπάρχουν σημεία. Ούτε αφετηρίας ούτε τέλους. Εδώ είναι που μπερδεύεται ο λογισμός και μη το όνειρο θα είχαμε τρελαθεί.

Είναι και το όνειρο, υπερούσιο εύρημα και δώρημα, πέρ’ από το αισθητό. Ζούμε τη συγκίνησή του. Απολαμβάνουμε, άκοπα, πολύ μακριά και πολύ βαθιά μέσα μας, όλα τ’ ανεκπλήρωτα. Στη γκρίζα ομίχλη τους τυλιγμένα τα όνειρα, δεν αγγίζονται. Είναι υπεραισθητά. Δεν αρθρώνουν λόγο, δε μιλούν ούτε συνομιλούν μαζί μας. Βλέπουμε τους εαυτούς μας σε τρίτη διάσταση. Ενεργούμε και παρατηρούμε ταυτόχρονα. Κάποτε η ένταση φτάνει ως το παραμιλητό. Κι αυτό απόκοσμο και ακατανόητο, αφύσικο.

Πάντως τα όνειρα σημαίνουν από κάτι έως πολύ. Ο εγκέφαλος με αναμμένη τη λυχνία νυκτός περιδιαβάζει ανάμεσα στις εποπτείες που μας συντάραξαν την ημέρα. Καταγράφει στη μνήμη τα συμβάντα. Λειτουργεί αυτή η ιδιότητα σε συνεχή βάρδια. Τα όνειρα σβήνουνε πάντα, πριν ξημερώσει. Συνερχόμαστε από τη μαγεία και τρέχουμε να προλάβουμε πάλι, τον καθημερινό χρόνο που φεύγει....

Βγάζουμε από τον κερματοδότη της έκστασης νέο εισιτήριο για τη διαδρομή μιας άλλης ημέρας. Το ακυρώνουμε με μια τρύπα στη μέση της κάρτας. Πολλές από τις επιθυμίες μας, είναι ήδη ακυρωμένες. Παρά την εγρήγορση. Είναι φυγή και καταφυγή το όνειρο, το ονειροπόλημα που λειαίνει τη σκέψη και ευφραίνει με την ανάμνησή του, την ψυχή μας. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος από χώμα και από όνειρο. Το επιβεβαιώνει ο ποιητής, ο χαρισματικός της ενόρασης: τ’ όνειρο απάλαφρα ονειρεύτηκε κι έγινε ο κόσμος τούτος.

Να τον ζούμε ονειρεμένα, είναι μια παραίσθηση ευτυχίας, αφού η αίσθησή της είναι πρακτικά αδύνατη....

Ανδρέας Φλογεράς

[email protected]

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου