Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 12 Μάρ 2015

 

 

Συνεχίζουμε, πάνω στο θέμα της προηγούμενης έκδοσης. Τρεις μήνες υπολείπονταν, να τελειώσει ο σχολικός χρόνος. Επειγόντως κινήθηκαν οι δικοί μου, να μη χάσω την προθεσμία να συμμετάσχω στις εισαγωγικές εξετάσεις από το δημοτικό στο γυμνάσιο, που ήταν το εκπαιδευτικό σύστημα, τότε. Αλλά από ποιο δημοτικό να πάρω μεταγραφή; Στο χωριό, εκείνο το υποτυπώδες δημοτικό σχολείο, ήταν τα τελευταία χρόνια κλειστό. Μεριά η γερμανοϊταλική κατοχή, μεριά το αντάρτικο, έμενε κλειστό. Τα λίγα παιδιά μαθητές του – τσοπανόπουλα, είχαν σκορπιστεί στα στανοτόπια τους και ή πήγαιναν να βοσκήσουν το κοπάδι ή βοηθούσαν στις αγροτικές δουλειές. Πού μυαλό για γράμματα. Επιστρατεύτηκαν για τη δική μου περίπτωση, η δασκάλα που ήταν ανενεργή, ο ιερέας και ο πρόεδρος της Κοινότητας. Συσκέφτηκαν και αποφάσισαν πως έπρεπε να γραφτώ σε κάποιο σχολείο που λειτουργούσε και να πάρω κανονικό απολυτήριο – διαβατήριο για το μεγάλο ταξίδι των γραμμάτων.

 

 

Επιλέχτηκε το Αίγιο

 

Μεγάλη πόλη, που παρά τα δεινά της Κατοχής υποτυπωδώς λειτουργούσαν τα σχολεία του και οι διάφορες υπηρεσίες του πρώην κράτους, το οποίο μόλις είχε απελευθερωθεί από το στρατό κατοχής και δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμη αν είμαστε όντως ελεύθεροι, γιατί είχαν πλακώσει οι εγγλέζοι, ως ειρηνευτική δύναμη επειδή σ’ εμάς κυριαρχούσε ο εμφύλιος. Είχαν στρατοπεδεύσει στην Καλλιθέα που ήταν όλη ένα μεγάλο λιοστάσι. Έστησαν τα τολ, μεγάλες αίθουσες με καμπυλωτή λαμαρίνα κι εκεί μέσα κοιμόντουσαν οι στρατιώτες. Το σύστημα αυτό πολλές δεκαετίες μετά ίσχυσε και για τις δικές μας μονάδες στα έμπεδα. Εκεί μέσα, όταν πήγαμε στο στρατό να υπηρετήσουμε την πατρίδα, να κάμουμε τη θητεία μας, ξεροψηνόμαστε το καλοκαίρι από τη ζέστη και πλευριτώναμε το χειμώνα από το κρύο. Μόνο τη βροχή και το χιόνι γλιτώναμε. Σήμερα σ’ όλη την έκταση της Καλλιθέας έχουν αναγερθεί ακριβές κατοικίες και θεωρείται προνομιούχος περιοχή για να κατοικήσει κάποιος. Εκεί, πάνω από τα Ψηλαλώνια, που άρχιζαν οι ελαιώνες είχε χτιστεί και το γυμνάσιο της πόλης . Για αγόρια (Αρρένων) και για κορίτσια (Θηλέων).

 

 

Αποσκευές μου, οι νέες εντυπώσεις

 

Ήταν μετά τις γιορτές του Πάσχα. Ξενιτευόμουν για πρώτη φορά. Θα άλλαζα περιβάλλον, δεν ένοιωθα ευχαρίστηση. Από τα ορεινά, κατευθείαν στην πόλη. Θα πήγαινα, προσωρινά στο πατρικό της μητέρας μου, σ’ ένα τσούρμο από θειάδες. Επιπλέον δεν υπήρχε σερνικός στο σπίτι τους και δεν είχαν εμπειρίες ότι ένα παιδί και μάλιστα αγόρι, είναι πολύ διαφορετική περίπτωση από το αν ήμουνα κορίτσι. Διέκρινα και μια εχθρική στάση, μια αποστροφή για την παρουσία μου εκεί μέσα στο χαμώγειο σπιτάκι που ανακατεύονταν όλες, μέρα – νύχτα.

Με πήγανε, λοιπόν, από το χωριό στα Καλάβρυτα και με βάλανε στο τρενάκι (το μουτζούρι) να κατεβώ στο Διακοφτό όπου και θα με παραλάβαινε μια από τις θειάδες μου, που ούτε τη γνώριζα και πολύ. Η διαδρομή ήταν όλη εκπλήξεις. Ταξίδευα ασυνόδευτος. Θα μπορούσαν να μου συμβούν χίλια δυο τραγικά και επικίνδυνα για την ηλικία μου και την περιέργειά μου, να με απορροφούν τα πάντα. Πλήρης άγνοια των κινδύνων. Στις γαλαρίες ο καπνός από το κωκ που έκαιγε η μηχανή έμπαινε σ΄ όλο το βαγόνι και ο κόσμος έβγαζε τα μαντήλια του και ανάπνεε για λίγο μέσα από αυτά. Εγώ είχα γίνει μισοαφρικανός κι ένα λευκό μπλουζάκι, που με έντυσε η μάνα μου να πάω στους δικούς της στην πόλη περιποιημένος, είχε χιλιομαυρίσει. Άσε που η περιέργειά μου να είμαι ο μισός μέσα και ο υπόλοιπος σχεδόν έξω από το ανοιχτό παράθυρο, καθώς το τρένο χωνόταν στις γαλαρίες, ο καπνός της μηχανής γύριζε όλος πίσω και έμπαινε παντού και μαύριζε τα πάντα. Καθώς έκαιγε κωκ για να κάμει ατμό ξέφευγαν από την παλιωμένη εξάτμισή του σταχταλήθρες που κόλλαγαν στα μαλλιά μας και στα ρούχα μας. Αποσκευές δε θυμάμαι να είχα. Κουβαλούσα όμως πλήθος από καινούργιες παραστάσεις, τόσες που το μυαλό μου δε χωρούσε τίποτε άλλο. Με τα πολλά κατεβήκαμε στην πεδιάδα και σε λίγο φτάσαμε στο Διακοφτό.

 

Αρχή...ομηρίας!

 

Κατέβηκα, χαμένος μέσα σ’ ένα κόσμο από αγνώστους που άλλοι χαιρετιόντουσαν, άλλοι καλωσόριζαν τους δικούς τους, αγκάλιαζαν τα μικρά παιδιά τους και φιλιόντουσαν με ξεφωνητά. Δεν ξέρω τι εικόνα έδειχνα, ενός παρατημένου παιδιού που κάτι έψαχνε να συναντήσει με ανήσυχο το βλέμμα του ανάμεσα στους συνταξιδιώτες του και σ’ αυτούς που περίμεναν. Περίμενα κι εγώ μια άγνωστη θεία, να με ανακαλύψει. Εκείνη δεν άργησε να με εντοπίσει. Την εικόνα μου προσπαθώ να συνθέσω τώρα και δεν τα καταφέρνω. Με αρπάζει από το χέρι και το πρώτο που μου είπε ήταν να βγάλω από το κεφάλι μου, το στρατιωτικό δίκοχο, που μου είχε χαρίσει ένας αντάρτης, λάφυρο της μάχης της Γουρζούμισσας, από κάποιο Ιταλό στρατιώτη. ΄Ήταν καινούργιο και δεν το αποχωριζόμουν. Μου έδινε την αίσθηση της εξουσίας, ότι κάποιος ήμουνα, που πήρα λάφυρο ένα δίκωχο. Μου άρεσε να το φορώ. Δεν ξέρω όμως το λόγο της επιμονής μου εκείνης. Να παραστήσω τον πολεμιστή, δε μου πήγαινε στα χάλια που ήμουνα. Αδυνατισμένος με κάτι λιανά ποδαράκια, κοντό παντελονάκι, και αρβυλάκια από βακέτα με προκαδούρα στη σόλα για να μη χαλάνε, νηστικός και διψασμένος, με τα μάτια βαθουλωμένα από την κούραση και την αγωνία. Στην ουσία δε με υποδέχτηκε η θεία, με συνέλαβε και τρέχαμε κάτι να προλάβουμε. Ένοιωθα τη βιασύνη της αλλά η εντολή ήταν να είμαι πειθαρχικός και υπάκουος στο ξένο σπίτι που θα με φιλοξενούσαν. Άρχιζε η ομηρία μου....

 

 

Οι φωνακλάδες-φλύαροι άνθρωποι του χωριού

 

Από το Διακοφτό στο Αίγιο η συγκοινωνία γινόταν με κάτι φορτηγά εγγλέζικα, ανατρεπόμενα, που μπάλωναν τους κατεστραμμένους δρόμους για να γίνεται μια υποτυπώδης συγκοινωνία. Μέσα στο μεταλλικό κασόνι του πηδήξαμε κάμποσοι και δε θα ξεχάσω τη σκόνη και το βρόντημα που φάγαμε μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό μας και να μας αδειάσει στο Αίγιο. Κοντά στην άθλια εικόνα μου προσθέστε και τη χλωμάδα μου και τη ζαλάδα που με κυρίεψε και δε μπορώ να φανταστώ τι έβλεπαν οι άλλοι από την αφεντιά μου. Κυριολεκτικά χαμένος. Εκείνο που κάπως ήρεμα χάρηκα ήταν το ταξίδι με το μουντζούρη. Ταξίδευα σαν ασυνόδευτο δέμα.

Αχόρταγα αποτύπωνα το τοπίο του Βουραϊκού κι εκείνο απλωνόταν μέσα μου ατέλειωτο. Με εντυπωσίαζαν, το σφύριγμα της μηχανής και ο αντίλαλός του μέσα στα βράχια, οι μαυρισμένοι βοηθοί του μηχανοδηγού και ο ίδιος, ο ελεγκτής με το καπέλο με τα χρυσά σιρίτια κι εκείνο το μηχανάκι που κρατούσε και άνοιγε τρύπες στα εισιτήρια που σφίγγαμε στα χέρια και τρέμαμε μη μας πέσουν.

Το αυτί μου έπιανε όλων των ειδών τις συνομιλίες. Σχεδόν φώναζαν όλοι σα γνήσιοι χωρικοί που ήσαν αλλά και για ν’ ακούγονται απ’ όλους. Είναι παρατηρημένο, τον άνθρωπο του χωριού, όταν ταξιδεύει τον πιάνει μια ακατάσχετη περιέργεια και φλυαρία. Σχεδόν ανακρίνει το δύστυχο διπλανό του, διηγείται ιστορίες της ζωής του που κανέναν δεν ενδιαφέρουν, γελάει δυνατά και χωρίς λόγο και φαίνεται να διακατέχεται από μια αδικαιολόγητη ευφορία. Τα ταξίδια με το τρενάκι, ιδίως εκείνης της εποχής ήταν μια μετακίνηση λαογραφικού μουσείου. Αν ήσουν προς τα πίσω καθίσματα κι έβλεπες την ανοιχτή σκευοφόρο τι κουβαλούσε, θα τρελαινόσουν.

 

Δε ζήσαμε την παιδική ηλικία

 

Παιδιά που μεγαλώσαμε μέσα στο φόβο του πολέμου, που ζήσαμε τις εξάρσεις και τα πλήγματα του έπους στην Πίνδο, συνέχεια το πρώτο αντάρτικο και τη δυστυχία της κατοχής της χώρας από τους Ιταλούς και Γερμανούς, κατόπιν τον εμφύλιο, δεν υπήρχε περίπτωση να έχει μείνει ίχνος χαμόγελου και αισιοδοξίας στην καρδιά μας. Είχαμε φορτωθεί πολύ νωρίς, παράκαιρα φοβίες και πικρές εμπειρίες ασήκωτες. Συμμετείχαμε ακούγοντας κουβέντες των μεγάλων, οι οποίοι έλεγαν πράγματα φοβερά που μας απέλπιζαν περισσότερο. Με μια λέξη δεν υπήρξε παιδική ηλικία με την ξενοιασιά της και τα όνειρά της. Άλλωστε τι να ονειρευτεί ένα παιδί που ο κόσμος του ήταν άγνωστος; Έτσι και στεκόμαστε στα πόδια μας πιάναμε αμέσως δουλειά σε επίπεδο ηλικιωμένων. Να φροντίζουμε τα ζώα, να φυλαγόμαστε από τους κινδύνους, να μη φοβόμαστε τις νύχτες που περπατούσαμε στους δρόμους έτσι και νυχτώναμε, χωρίς φεγγάρι, μακριά από το χωριό, να καταπιανόμαστε με αγροτικές εργασίες, να βοηθάμε στη σπορά και στο θερισμό, στο φύλαγμα της σοδιάς τις νύχτες, στ’ αλώνια ή στα χωράφια και στ’ αμπέλια, όταν ήταν εποχή που θα μαζεύαμε τους καρπούς, όσο να έρθουν οι μεγαλύτεροι να μας αντικαταστήσουν και να πάμε σπίτι να κοιμηθούμε. Το μαρτύριο ήταν που, συχνά, έπρεπε να ξυπνήσουμε αχάραγα, να πάμε στο χωράφι πριν βγει ο ήλιος να μαζέψουμε τη φακή και τα ρεβίθια, πριν πιάσει η ζέστη και τριφτεί ο καρπός ή να βοηθήσουμε στο θερισμό του σταριού, φέρνοντας νερό από τις βρύσες στους θεριστάδες και το κολατσιό από το χωριό. Αυτά και άλλα, που θεωρούνταν ελαφρότερες δουλειές, στα παιδιά. Να πάμε και να ρθούμε γρήγορα, όπου μας έστελναν. Βουή, ήταν η εντολή...

 

 

Απόψε περιμένουμε μουσαφίρη

 

Από περιέργεια παρακολουθούσαμε τα πάντα. Όταν μάλιστα έσφαζαν τα χοιρινά τις αποκριές, πιάναμε σειρά ποιος θα πρωτοπάρει τη φούσκα του γουρουνιού (την ουροδόχο κύστη), το μόνο που πέταγαν, να την κάμουμε παιγνίδι. Να τη γουλίσουμε (περίπου όπως το χταπόδι), να τη φουσκώσουμε, να τη στεγνώσουμε στο φουγάρο του τζακιού κι όταν ξεραινόταν, αφού της ρίχναμε σπειριά από αραποσίτι την κουνάγαμε ν’ ακούεται ένα χουρχούλισμα και βγαίναμε στους δρόμους να συναντήσουμε ομήλικους και να δείξει ο ένας στον άλλον τι περισσότερο κατάφερε. Σα σουρούπωνε, τέλος τα παιγνίδια. Ποιος θα πάει στη βρύση για να φέρει νερό; Τα παιδιά. Αν μάλιστα ήταν και καλοκαίρι οι μεγάλοι το ήθελαν και δροσερό κι έπρεπε να έρθουμε τρέχοντας. Να βάλουμε ξύλα στο τζάκι και προσανάμματα για το πρωί, να βάλουμε σανό ή ό,τι άλλο στη γίδα μας, να κλείσουμε καλά το κατώι μη μπει η αλεπού στις κότες και άλλες ευθύνες, όλες στα παιδιά.

Ένα σούρουπο, ακούω από το παράθυρο, ψηλά, του σπιτιού μια θεια μου, αντρογυναίκα με πολλές πρακτικές γνώσεις, να μου φωνάζει, να πιάσω μια κότα και να τη σφάξω, επειδή, όπως έλεγε συνθηματικά, απόψε περιμένουμε μουσαφίρη. Επρόκειτο να γεννηθεί μια από τις αδελφές μου και η μάνα - λεχώνα, μετά την ταλαιπωρία του τοκετού έπρεπε να πιει κάτι δυναμωτικό και δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο παρά το κοτόζουμο. Μάλιστα μου πέταξε κι ένα μαχαίρι, και μπήκε μέσα. Εδώ σε θέλω. Εκεί οι εντολές ήταν οριστικές. Δεν είχε μα και μου.

Πιάνω ο καλός σου μια κότα που είχε και λοφίο στο κεφάλι της και τη λέγαμε σκουφουνή και την περιεργαζόμουν προετοιμαζόμενος για τη μεγάλη θυσία. Είχα δει πώς διπλώνουν τα φτερά της και τη βάζουν κάτω αλλά την ώρα που το μαχαίρι μάτωνε το λαιμό της απόστρεφα το πρόσωπό μου. Οχτώ εννιά χρονών παιδί. Επιστράτευσα όλο μου το θάρρος αλλά έτσι και πήγαινα να πιάσω με το αριστερό το κεφάλι της σκουφούνας, η ματιά μου συναντιόταν με τη δικιά της φοβισμένη ματιά και παρατιόμουν. Αργούσα όμως και κόντευε να νυχτώσει. Η θεια βιαζόταν να τη μαδήσει πριν καταπιαστεί με τη γέννα. Ξαναβγαίνει στο παράθυρο και με επιτίμησε άγρια. Βρε αχρόνιαγο τι κάνεις τόσην ώρα κι εγώ περιμένω; Το νερό έβρασε. Τι κάνω ντε; Τι δεν έκανα ήταν το σωστότερο. Άρχισα να ιδρώνω. Πίσω δε υπήρχε. Έπρεπε να ολοκληρώσω την εντολή. Ακουμπάω τη μελλοθάνατη σ’ ένα κούτσουρο, από τα πολλά που ήταν ποστιασμένα , πιάνω με το δεξί ένα βαρύ τσεκούρι που κόβαμε τα λιανόξυλα και χωρίς να καλοκοιτάξω αν έκοβα το χέρι μου, το κατέβασα στο λαιμό της και χωρίστηκε μονομιάς το κεφάλι της κότας από το κορμί της. Το ακέφαλο σώμα της έκανε για λίγο σπασμούς, την παράτησα και τόβαλα στα πόδια. Στο μεταξύ η θεία είχε απαυδήσει περιμένοντας και είχε κατεβεί να εκτελέσει εκείνη το μακάβριο έργο που καθυστερούσε η αφεντιά μου. Προσποιήθηκα ότι με φώναξαν τα ξαδέρφια μου από το δίπλα σπίτι και βόλεψα την κατάσταση. Ίσως λογικεύτηκε και η ίδια, τι του γύρευε του παιδιού;

 

 

Το ερωτικό φίλτρο της προσωπίδας

 

Αυτή η καρατόμηση της σκουφουνής, της κότας με το λοφίο και το ξεσπαλιασμένο πόδι, ήταν η αιτία να μη γίνω κυνηγός, ούτε, ποτέ, ν’ ακουμπήσω μαχαίρι σε ζωντανό έστω και σε ένα τσιροπούλι, απ’ αυτά που πιάνονταν στο δόκανο το χειμώνα και τύχαινε να ζουν...

Αλλά η δοκιμασία μου δεν έμελλε να τελειώσει μ’ εκείνο τον τοκετό. Το μωρό βγήκε μ’ ένα κομμάτι πλακούντα στο πρόσωπο κοντά στο μάτι και ήθελε πολλή επιδεξιότητα ν’ αποκολληθεί επειδή μπορούσε να βλάψει την όραση του παιδιού. Η προσωπίδα – όπως την έλεγαν - ήταν κάτι το μαγικό και οι παλιές γυναίκες στο χωριό, μοιρολάτρισσες και αμόρφωτες τη χρησιμοποιούσαν για χίλιες δυο βρωμοδουλειές, κυρίως ως ερωτικό φίλτρο, οι ανύπαντρες γεροντοκόρες. Κάτι είχε πιάσει το αυτί μου από κρυφοκουβέντες που γίνονταν από κάποιες γειτόνισσες μεγαλοκοπέλες, όταν χαχάνιζαν λέγοντας τα μυστικά τους.

Η προσωπίδα, όμως, για ν’ αποχτήσει ιδιότητες, σα γιατροσόφι και σα μαγικό φίλτρο, έπρεπε να λειτουργηθεί. Να τοποθετηθεί κρυφά κάτω από την αγία Τράπεζα στο ιερό της εκκλησιάς μας και να μείνει εκεί, δε θυμάμαι, πόσες ημέρες.

Επειδή η αφεντιά μου ήταν στα μέσα και στα έξω της εκκλησιάς, αλλά και του ιερού, βοηθούσα τον παππού μου τον παπά, απαίτησαν να κάμω εγώ αυτή τη βρομοδουλειά, Επαναστάτησα από μια ενστικτώδη άρνηση. Με προβλημάτισε το απόκρυφο της ενέργειας αυτής και οι συμβουλές μη μάθει κανένας τίποτα και ιδιαίτερα ο παπάς. Είπα όχι και δεν έγινε τίποτα. Χρόνια μετά, καθώς κοιτάζω, ακόμη, ένα σημαδάκι δίπλα στο μάτι της αδελφής μου, εκείνης που γεννήθηκε μια νύχτα κάτω από πρωτόγονες συνθήκες, και έζησα δυο επεισόδια, εκείνο της σφαγής της κότας και το άλλο με την προσωπίδα της, θυμάμαι τα χρόνια εκείνα, όπου γυναίκες, προβατίνες και γίδες γεννούσαν με την ίδια φυσική διαδικασία, αντιμετωπίζοντας τους ίδιους κινδύνους. Αλλά για μια δασκάλα, ίσως παραήταν παράτολμη μια τέτοια απόφασή της. Να μένει στο χωριό και να την ξεγεννάει μια πρακτικιά συννυφάδα της, με τη σοφία της πείρας ως επιστημονικό της εφόδιο. Και τά βγαζε πέρα μια χαρά. Δε θυμάμαι να της είχε πεθάνει καμιά γυναίκα πάνω στον τοκετό. Όπως συνέβαινε και με τα ζώα του κοπαδιού, αντίστοιχα και με τους ανθρώπους τα περιστατικά. Έβαζε κι ο Θεός το χέρι του και η φύση τις αντοχές της.

Με την εισαγωγή μου στο γυμνάσιο, ξεθάρρεψα. Άλλωστε μεσολάβησαν και οι διακοπές του καλοκαιριού. Ξαναπήγα στο χωριό, βρέθηκα στο γνώριμο περιβάλλον που μεγάλωσα και επιστρέφοντας αφομοιώθηκα με τους καινούργιους συμμαθητές, που και γι αυτούς το γυμνάσιο ήταν ένα καινούργιο περιβάλλον. Φορούσαμε όλοι το πηλίκιο με την κουκουβάγια, μυθολογικό σύμβολο των γραμμάτων και της σοφίας, ανέβηκε το ηθικό μας, συνάψαμε γνωριμίες και φιλίες. Το επίπεδο και η ψυχολογία μας άλλαξαν. Στο μεταξύ μεγαλώναμε και οι ανώτερες γνώσεις μας απορροφούσαν περισσότερο από τα απλά μαθήματα δημοτικού. Από δω κι εμπρός μιας άλλης μορφής ταλαιπωρία μας περίμενε Δώδεκα χιλιόμετρα πεζοπορία κάθε μέρα. Ήταν η απόσταση σπίτι –σχολείο. Αίγιο – Κούμαρη , που έμενα τα πρώτα χρόνια και βαστάτε ποδαράκια μου.....

 

Γράμματα από το Α Ι Γ Ι Ο

Γράφει : O Δημοσιογράφος Ανδρέας Φλογεράς

Εκδότης της ηλεκτρονικής εφημερίδας «ΕΡΕΥΝΑ» Αιγίου .

Mail : Info @ ereyna – aigio. gr Τηλ.26910-24 403 & 693 97 80 80 6

 

 

«Στύξ»/3ος 2015

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου