Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 12 Φεβ 2015
ΟΤΑΝ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ  ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Ιππεύοντας το μεγάλο διάσελο του Ερύμανθου

 

ΤΟ ΣΥΓΚΡΙΝΑΜΕ ΜΕ ΤΗ ΡΑΧΗ

ΤΗΣ ΦΟΡΑΔΑΣ ΜΑΣ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΞΕΣΑΜΑΡΩΤΗ

 

Γράφαμε σε προηγούμενα θέματά μας, «Ο Καζαμίας» & «Ανεπίκαιρα μέσα στην επικαιρότητα των εορτών», για τη ζωή ενός αγοριού σ’ ένα από τα χωριά της ορεινής Αχαΐας στα μέσα του περασμένου αιώνα. Διασώθηκαν αναμνήσεις, πείρα ζωής και αντοχές, στα αφηγήματα αυτά, που τα σύγχρονα παιδιά, όχι μόνο δεν έχουν βιώσει αλλ΄’ αδυνατούν και να κατανοήσουν. Δεν έχουν τις αντίστοιχες παραστάσεις. Ευτυχώς ή δυστυχώς.

Στα χωριά μας – και η Αχαΐα έχει πολλά μικρά και άγρια χωριά εξαιτίας της φυσικής διαμόρφωσης του ανάγλυφου της γης της, κάποια ήταν αποκομμένα από τον κόσμο, ίδια με τα ακριτικά χωριά της μεθορίου, με κτηνοτροφία και ελάχιστα αγροτικά εισοδήματα όσα έφερνε η γη τους, ξερική και πετρώδης, ίσια να ζουν – τα παιδιά, εκεί, μεγάλωναν νωρίς. Ήταν τόσες πολλές οι ανάγκες τους και έπρεπε να επινοήσουν, να σοφιστούν τα πάντα, από μόνα τους. Όποιοι, από τους νέους απολύονταν από το στρατό, είχαν να λένε και να μη σώνονται οι εντυπώσεις τους από την Ελλάδα, όπου μετακινούνταν με τη μονάδα τους. Ήταν δε και το όριο της ηλικίας τους. Να παντρευτούν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, χωρίς να μπορούν ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους.

Αναφερόμαστε στην περίοδο του μεγάλου πολέμου και των αντάρτικων που ακολούθησαν. Εξήντα – εβδομήντα και πάνω χρόνια πίσω, από σήμερα, που η εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Και οι άνθρωποι αλλιώτικοι και τα παιδιά τους διαφορετικά. Με σύγχρονες πλουσιότερες εμπειρίες, από την εικονική πραγματικότητα της τηλεόρασης που έφτασε μέχρι και το απόμακρο μαντρί στη ρεματιά. Μεγαλώναμε και είμαστε όλο αυτιά και μάτια, ανοιχτά στο κάθε τι. που συνέβαινε και έπεφτε στην αντίληψή μας. Ό,τι ακούγαμε από τις κουβέντες των μεγαλύτερων, το ρουφούσαμε ατόφιο. Καλό, κακό, υπονοούμενο, τα ρίχναμε όλα στο σακούλι της μνήμης, τα αποθηκεύαμε έτσι αξεδιάλεγα, όπως όταν μαζεύουμε άγρια χόρτα και βιαζόμαστε μη νυχτωθούμε στα χωράφια. Το ξεδιάλεγμα θα γινόταν μετά, στο σπίτι. Μας τράβαγαν κοντά τους, οι χαρούμενοι, οι αστειευόμενοι, οι καλομίλητοι άνθρωποι, μάλιστα κάποιες κυρούλες που το στόμα τους έσταζε μέλι, όταν διηγούνταν ως και ασήμαντα πράματα ή συμβούλευαν.

 

Χαρά μας η αυλή του σχολείου

Χαρά μας το σχολείο , όχι επειδή μας τραβούσαν τα γράμματα αλλά γιατί θα βρισκόμαστε όλα τα παιδιά μαζί και θα παίζαμε ως το μεσημέρι στα διαλείμματα που κράταγαν ολόκληρα μισάωρα. Χαρά μας και η εκκλησία που θα πηγαίναμε και πιο μεγάλη που θα σκαρφαλώναμε ως το καμπαναριό να χτυπήσουμε την καμπάνα. Κυρίως την «τρίτη» που σήμαινε ότι ο παπάς μπήκε στη δοξολογία, κι όποιος ήταν να εκκλησιαστεί δεν είχε πολλά περιθώρια ν’ αργήσει. Η δικιά μας καμπάνα, ήταν κρεμασμένη στο μεγάλο πλάτανο, αλλ’ αυτό δεν εμπόδιζε να αναρριχηθούμε και να πιάσουμε το σχοινί που κρεμόταν ως κάτω και που ο παπάς μας το είχε μαζέψει ψηλά να μην το φτάνουμε και χωρίς λόγο ν’ αναστατώνουμε το χωριό, επειδή η καμπάνα ήταν το ρολόγι και η σειρήνα, όταν χρειαζόταν να ειδοποιηθούν οι ξωμάχοι συχωριανοί και να επιστρέψουν στο χωριό. Αυτές ήταν οι κοινωνικές μας συναντήσεις. Τότε βλέπαμε κόσμο και άλλαζε η διάθεσή μας. Ημερεύαμε λίγο.

Η περιοχή μας, το χωριό μας κλεισμένο ολόγυρα από ψηλά βουνά, είχε περιορισμένο ορίζοντα. Για λόγους κλιματικούς και κυρίως ν’ αντέχουν άνθρωποι και ζώα το χιονιά, ήταν χτισμένο μέσα σ’ ένα βαθύπεδο, πλάι σε μια ρεματιά που κατέληγε στο ποτάμι, το Σελινούντα. Το πρωί αργούσε να φανεί ο ήλιος και στη δύση του έφευγε νωρίτερα. Αναπλέοντας το Σελινούντα το μάτι έφτανε στις πηγές του, στα ριζά του Ερύμανθου, κάπου ως τρεις ώρες ποδαρόδρομο. Ήταν το μακρινότερο βουνό, με τις δυο μεγάλες κορυφές του να ξεπέχουν Τα πλαϊνά του κατάμαυρα από το βαθυπράσινο έλατο και στο διάσελο που δημιουργούσαν οι δυο κορυφές του, που βλέπαμε από το μπαλκόνι μας, το χιόνι κρατούσε ως τον Ιούνιο.

 

Χιόνι κατακαλόκαιρο για τον άρρωστο

Ήταν κατοχή. Το πρώτο αντάρτικο διαφέντευε την ορεινή επαρχία. Ένας λόχος που στρατοπέδευσε για λίγες ημέρες στο χωριό μας, είχε μαζί του κι ένα νεαρό Ιταλό γιατρό. Ψιθυριζόταν ότι είχε αυτομολήσει στο αντάρτικο στρατόπεδο και τον υπολήπτονταν όλοι. Συνέβη κάποιος συναγωνιστής να προσβληθεί από οξεία σκωληκοειδίτιδα . Πυρετός υψηλός και πόνος. Ο γιατρός συνέστησε ακινησία και πάγο στην κοιλιά. Αλλά πού να βρεθεί πάγος, Ιούνιος μήνας; Τότε, κάποιοι ντόπιοι θυμήθηκαν την κορυφή και τ’ απόσκια του Ερύμανθου που κρατούσαν χιόνι ως και το καλοκαίρι. Έφυγαν δυο άνθρωποι νύχτα και γύρισαν αξημέρωτα, μην τους λιώσει το χιόνι και ο άρρωστος αντάρτης ανακουφίστηκε. Τουλάχιστον δεν έπαθε περιτονίτιδα. Και τότε δίχως τα σημερινά δραστικά αντιβιοτικά, κάτι τέτοιο σήμαινε, θάνατο. Έτσι αντιμετωπίζονταν τα προβλήματα εκεί πάνω, εκείνα τα χρόνια.

 

Στο σχολείο είχαμε ακούσει για τον Ερυμάνθειο κάπρο που κατάστρεφε τα σπαρτά και τον έτρεμαν οι άνθρωποι. Βλέποντας το δίκορφο βουνό από μια απόσταση χιλιετηρίδων , με τη φαντασία μας, αναζητούσαμε το φοβερό αγριογούρουνο της μυθολογίας που εξόντωσε ο Ηρακλής. Περιέργεια και θαυμασμός πολύς. Βλέπαμε τα γουρούνια του χωριού μας, στάνες ολόκληρες. Μισοάγρια, αμολυτά στο λόγγο και σταυλισμένα. Κάποια σερνικά, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο δάσος, δεν είχαν δει άνθρωπο να τα πλησιάζει και είχαν γυρίσει στην άγρια φύση τους. Είχαν κάτι γυριστούς χαυλιόδοντες, σαν τα τσιγκέλια του χασάπη. Έμοιαζαν μικροί ελέφαντες και όταν έσκαβαν να βρουν τρυφερές ρίζες να φάνε, αναποδογύριζαν το έδαφος σα να πέρασε μεγάλο τρακτέρ που κάνει πολύ βαθιά άροση.

Τότε, το σπάρσιμο των σταριών γινόταν με το Ησιόδειο άροτρο και με ζευγάρι να το σέρνει. Έζευαν οι χωρικοί, προκειμένου να σπείρουν στην κατάλληλη εποχή, ό,τι βολικό και αταίριαστο υπήρχε. Έβλεπες ζεμένα, ένα γαϊδούρι και ένα βόδι, ένα μουλάρι και ένα άλογο, σπάνια δυο ζώα με ίση ανάπτυξη και δύναμη για να μοιράζονται το βάρος του οργώματος, όπως δυο μουλάρια ή δυο βόδια καματερά, το συνηθέστερο. Αν είχαν προηγηθεί τα γουρούνια, μετά το πρωτοβρόχι, σπάρσιμο δε γινόταν. Ορύγματα είχαν ανοίξει με τις φοβερές μύτες τους και την τεράστια δύναμη του λαιμού τους και τα ζώα δίσταζαν να περάσουν..

 

 

Ο άθλος του ερυμάνθειου κάπρου

Μ’ αυτά τα δεδομένα φανταζόμαστε τον κάπρο της μυθολογίας, πολύ πιο μεγάλο και πολύ πιο άγριο και συλλογιζόμαστε υπεράνθρωπο τον Ηρακλή που κατάφερε και τον έπιασε ζωντανό και τον πήγε στον Ευρυσθέα το βασιλιά συγγενή του, ο οποίος κατατρόμαξε όταν τον απόθεσε μπροστά του ο Ηρακλής και πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα πιθάρι. Έτσι απεικονίζουν το φόβο του οι αγγειογράφοι της εποχής του. Γι αυτό και καταγράφηκε ως άθλος. Από τότε μια θαυμαστή ανθρώπινη επιτυχία τη λέμε άθλο. Όμως το διάσελο του Ερύμανθου το παρομοιάζαμε με τη ράχη της φοράδας μας που είχε ένα βαθύ καμπύλωμα η σπονδυλική της στήλη και υψωνόταν, μόνο, πάνω από τα μπροστινά και πισινά της πόδια. Ήταν καλόγνωμη και μας ανεχόταν. Εκεί μέσα καβαλούσαμε, τα παιδιά όταν ήταν ξέστρωτη και τη φέρναμε από τη βοσκή ή την πηγαίναμε στη μεγάλη βρύση για πότισμα. Έτσι και μας κυρίευε η φαντασία του κατορθώματος, βλέπαμε και το διάσελο του Ερύμανθου με τις δυο κορυφές του, σα σέλα αλόγου και ταξιδεύαμε μυθικοί ιππείς απίθανων εκστρατειών στις χώρες των παραμυθιών της πιο καλπάζουσας φαντασίωσης που βγάζουν τα παιδιά όσο είναι απονήρευτα.

 

Σύρριζα στο μεγάλο βουνό, βγαίνουν δροσερές πηγές. Με τα νερά τους και από τις απορροές κάποιων μικροχείμαρρων ξεκινάει ο Σελινούντας, σα μεγάλο αυλάκι αλλά στο κατηφόρισμά του προς τον κάμπο της Αιγιάλειας γίνεται ποτάμι αληθινό, καθώς μαζεύει και τα νερά των γύρω ορεινών όγκων στη βαθιά κοίτη του. Στο στενότερο σημείο του ένα πετρογιόφυρο ένωνε το δρόμο προς το απέναντι χωριό κι από εκεί προς την Αχαγιά, Απ’ αυτό, στενό και χωρίς τοίχο ή κάγκελα γιοφύρι, περνούσαν στάνες γιδοπρόβατα για τα χειμαδιά και ουλαμοί μουλαριών κατάφορτων και αλόγων κι αν τα νερά είχαν ανεβεί από τα χιόνια που έλιωναν ή από ξαφνικές καταιγίδες, ήταν φόβος και τρόμος. Το πετρογιόφυρο αυτό υπάρχει και σήμερα αλλά χρησιμοποιείται ελάχιστα. Μόλις πριν λίγα χρόνια πέρασε ασφαλτόδρομος από το χωριό και τα παρέκαμψε.

 

 

Σε λίθινη εποχή, τα πρώτα γράμματα

Τόσο άγριο το τοπίο και απόμερος ο τόπος. Ένα κόσκινο ουρανό βλέπαμε και τι εμπειρίες να έχει ένα παιδί που γύρω του, μόνο αγριοπούρναρο και πέτρα; Επειδή ο μουλαρόδρομος από τα χωριά της Πάτρας προς Καλάβρυτα περνούσε μέσα από το χωριό μας και στο κέντρο του υπήρχε ο μεγάλος πλάτανος με την καμπάνα, στον ίσκιο του ξεπέζευαν ν’ ανασάνουν άνθρωποι και να ξεϊδρώσουν τα ζώα τους , από το μεγάλο ανήφορο, όλο πέτρα και πουθενά λίγο χώμα να πατήσουν. Εκεί ακούγαμε απίθανα πράματα. Εμείς τα παιδιά κρεμόμαστε από τα χείλη του ταξιδιώτη. Για λέγε μας τι νέα φέρνεις από την πολιτεία, από τον κάμπο, ρωτούσαν οι μεγαλύτεροι; Η μοναδική ερώτηση που περίμενε πολλές απαντήσεις. Πώς είναι ο κόσμος στα καμποχώρια; Τα σπαρτά ήσαν καλά; Η κατάσταση πώς πάει; Έφερες καμιά εφημερίδα; Έστω και παλιά; Δηλαδή ο Νεολόγος Πατρών, έγκυρη εφημερίδα της Πάτρας τα χρόνια του πολέμου, που δεν την κράτησαν οι κληρονόμοι εκδότες της. Μάλιστα αν ήθελαν να χαρακτηρίσουν καμιά κοτσομπόλα στο χωριό έλεγαν: Μη μιλάτε γιατί αν το πάρει ο «Νεολόγος» θα το μάθουν όλα τα γύρω χωριά.

 

Σ’ αυτό το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον μείναμε ως τα δώδεκα μας χρόνια. Μας σημάδεψε βαθιά, μας φόρτωσε βιώματα και φύγαμε με απειρία τόση, που σαν κατεβήκαμε στην πόλη ήταν σα να πέσαμε από το πουθενά. Δεν καταλαβαίναμε τίποτα από τη γλώσσα των ομηλίκων και συμμαθητών μας, στο σχολείο που μπήκαμε για να προλάβουμε να πάμε στο Γυμνάσιο. Στο χωριό το δημοτικό κλειστό λόγω γερμανικής κατοχής και αντάρτικου. Μαθητέψαμε στο «κρυφό σχολειό» κρεμασμένοι από το κοντοράσο του παπά, του παππού μου, που είχε την υπομονή να μου διδάξει ανάγνωση και γραφή και λίγες αριθμητικές πράξεις ακεραίων, πάνω σε σχιστόλιθους, όταν πηγαίναμε στο περιβολάκι μας να βοσκήσουμε τις κατσίκες του σπιτιού. Μπορώ να ισχυριστώ – και με απόδειξη – ότι έμαθα να γράφω επί...λιθίνης εποχής ! Μ’ αυτά τα εφόδια, ότι δηλαδή φοιτούσα στην έκτη τάξη δημοτικού, με πλαστό πιστοποιητικό ότι λόγω Κατοχής τα αρχεία είχαν καταστραφεί, προσήλθα στο Α΄ δημοτικό στον Ταξιάρχη και εντάχθηκα στην έκτη τάξη, με την αγέρωχη κυρία Πηνελόπη (Παπαθεοδώρου) να προσπαθεί να επιβληθεί σε 50-60 ίσως και περισσότερα παιδιά στην τάξη, ήταν ό,τι άλλο εκτός από τάξη, με την έννοια και το περιεχόμενο της λέξης.

 

 

Αταίριαστος και απροσάρμοστος

Φοβισμένο αγρίμι που το κλείσανε στη μάντρα, η αφεντιά μου, περιφερόμουν βλέποντας ακατανόητα τα πάντα γύρω μου. Κυρίως τα παιγνίδια των άλλων, που αγνοούσα. Το ντύσιμό μου που ήταν αταίριαστο και ντρεπόμουν, αφού για να βάψω τα παπούτσια που φορούσα (αρβυλάκια από βακέτα, με πρόκες), στο σπίτι μιας θειας μου, νευρωτικής γεροντοκόρης, που φιλοξενήθηκα, μου γύρισε ένα λαδοτήγανο κατάμαυρο, ανάποδα, μου έδωσε κι ένα βουρτσάκι και μου είπε, βάψτα με λιγδομουτζούρα! Υπάκουσα αλλά όπου ακουμπούσαν τα πόδια μου λίγδωνα τον τόπο και αυτό με πλήγωνε. Δε μου έμενε τίποτ’ άλλο παρά η υπακοή. Και η αγανάκτηση για την υποτιμητική μεταχείριση.

 

 

Ήταν πολλά αυτά που με πλήγωναν

Παρατηρούσα, από πιο μικρός, τα πάντα. Ένιωθα τις προεκτάσεις που είχαν πάνω μου και μέσα μου, ό,τι συνέβαινε στο περιβάλλον που ζούσα. Ακόμη και γι αυτά που δε με αφορούσαν άμεσα. Τα αποτύπωνα μεν αλλά δεν τα άφηνα εκεί ποστιασμένα. Σε ώρες μοναξιάς (κι αυτή την είχα βιωθεί από πολύ μικρός) τα επανέφερα και τα εξέταζα, τα ανατοποθετούσα, συνδεόμουν μαζί τους είτε ήσαν απλές σκέψεις είτε ήσαν γεγονότα. Ακόμα και αυτά που με πλήγωναν. Και ήταν πολλά από αυτά που αγκύλωναν την ευαισθησία μου. Αργότερα έμαθα τον όρο που περιλάμβανε τέτοιες καταστάσεις. Ήταν η εσωστρέφεια. Μην έχοντας άλλες διεξόδους στο χωριό, βυθιζόμουν στον εαυτό μου και μονολογούσα χωρίς να αρθρώνω λέξεις. Θύμωνα με πολλά που μου συντύχαιναν ή που μου δημιουργούσαν οι μεγάλοι. Οργιζόμουν και ζητούσα εκδίκηση, την οποία πάντα ανέβαλα επειδή ήταν αδύνατο να πραγματοποιήσω.

 

Σε μια τάξη-θηριοτροφείο

 

Εξέταζα με βαθιά απορία τον κόσμο, τους συμμαθητές μου στο μοναδικό δημοτικό που γράφτηκα και φοίτησα δυο μήνες περίπου, για να πάρω απολυτήριο έκτης δημοτικού και να δώσω εξετάσεις στο γυμνάσιο. Έτσι ήταν τότε. Εγώ, όμως μόλις είχα αντικρίσει κοινωνία ανθρώπων και παιδιών, τη βουή και την άγνοια της ύλης σε μια τάξη που ο περισσότερος χρόνος καταναλωνόταν στην προσπάθεια της Κυρίας Πηνελόπης να επιβάλει ησυχία και να πει δυο κουβέντες. Μεγαλωμένα τα παιδιά, από σπίτια και γειτονιές ξέσκεπες, με συμπεριφορές ελεύθερες. Κάποια αγόρια από την περιοχή Εισοδίων που κατοικούσαν σε χαμόσπιτα, γύφτοι κι αυτά από γονείς που έπλεκαν καλάθια και άλλα από τα περιβόλια κάτω από το νοσοκομείο, ήταν τύποι που λες και βγήκαν από τους Αθλίους του Ογκώ ή του Ντίκενς ή του Όλιβερ Τουίστ ή του Χωρίς Οικογένεια. Άγρια παιδιά, επικίνδυνα, ατίθασα. Και η κυρία Πηνελόπη να χτυπάει με δύναμη το χάρακα στην έδρα της, τις παλάμες των χεριών της και να προσπαθεί να φωνάξει δυνατότερα για να επιβληθεί. Το λάθος του δασκάλου που επιχειρεί ν’ αναμετρηθεί με την ορμή των παιδιών κι αυτά να τον επικαλύπτουν και να του σπάζουν τις χορδές στο λαρύγγι του.

 

«Εσένα, τι να σε κάμουμε τώρα;»...

Αυτές οι εμπειρίες από το πρώτο της ζωής μου ταξίδιον (παραφράζοντας λιγάκι το Βιζυινό) ήταν που μ’ έσωσαν και με καθιέρωσαν με την πρώτη, μέσα σ’ εκείνο το θηριοτροφείο της τάξης στο σχολείο που βρέθηκα. Ήταν Δευτέρα που εμφανίστηκα και κοιτάζοντας προς την έδρα, η κυρία Πηνελόπη, μόλις που φαινόταν, χωμένη σ’ ένα σωρό από τετράδια που είχε μπροστά της. Ήταν τα τετράδια εκθέσεων των μαθητών. Το Σάββατο είχαν γράψει έκθεση, τα διόρθωσε την Κυριακή και σήμερα τα μοίραζε κάνοντας και προφορικές συστάσεις και κρίσεις. Πολλά τα σφενδόνιζε προς τους μαθητές που έκαναν άλμα να τα πιάσουν στον αέρα. Κατακόκκινα τα γραψίματα των παιδιών. Τα λάθη περισσότερα από τις σκέψεις τους. Κι εκείνη η παιδαγωγική με το κόκκινο μολύβι έκανε το γραπτό σε ορισμένες περιπτώσεις να στάζει…αίμα. Κάποια στιγμή που τελείωσαν οι ορμήνιες και οι απειλές, βλέπει και την αφεντιά μου και με μια έκπληξη μου λέει. Εσένα τι να σε κάμουμε τώρα, που δεν έγραψες; Να πάρε ένα τετράδιο και γράψε και να το φέρεις αύριο. Από πού ήρθες; Από τα Καλάβρυτα είπα δειλά και φοβισμένα. Με τι ήρθες; Με το τρενάκι. Α, ωραία. Γράψε , τις εντυπώσεις σου από το ταξίδι σου. Αυτό ήταν. Δε θυμάμαι τι αράδιασα και με πόση αφέλεια και αυθορμητισμό θα ήταν γραμμένα, αφού την παράλλη ημέρα, που έδωσα το τετράδιο , πριν μου το επιστρέψει διορθωμένο έβγαλε ένα λόγο επαινετικό για την αφεντιά μου και παραινετικό για την τάξη, από την οποία οπωσδήποτε δεν ήταν, ως φάνηκε ικανοποιημένη. Και διάβασε δυνατά την έκθεσή μου, επιλέγοντας. Να, ένας συμμαθητής σας που δεν πρόλαβε ακόμα να παρακολουθήσει, πόσο ωραία έγραψε για το ταξίδι που έκανε.

 

Τηγανομουτζούρα αντί για βερνίκι!...

Αυτό ήταν και που με έκαψε . Από τότε ούτε στα διαλείμματα με πλησίαζαν τα άλλα παιδιά, ούτε στις σκάλες που ανεβοκατεβαίναμε μου έπιαναν κουβέντα, ούτε στα παιγνίδια με έβαζαν. Αυτά δεν τα ήξερα καν. Τι να παίξω; Με το κόμπλεξ του χωριατόπαιδου, χωρίς την ατσιδοσύνη των παιδιών της πόλης, με το ύφος του χαμένου και το ξεχωριστό ντύσιμο, τέλειωσαν οι ημέρες του μαρτυρίου μου στο πρώτο σχολείο που έπεσα. Κακές εποχές και γεγονότα τραυματικά στην ψυχή ενός παιδιού, που δεν αποσβήστηκαν κι ας επικαλύφθηκαν από άλλα βάσανα και ικανοποιήσεις. Έρχονται στιγμές που αναβιώνει η εικόνα της τηγανομουτζούρας για να είναι βαμμένα τ’ αρβυλάκια. Το βερνίκι κόστιζε και η σαρκαστική λύση ήταν αυτή, που τη γράφω κιόλας. Θεός σχωρέστην. Η φύση την έφταιξε, έτσι ζαβή που την έφτιαξε. Ήταν όμως ανάγκη να υποστώ, στα πρώτα μου βήματα στην πολιτεία, αυτή την...υποδοχή; Αλλά και η συνέχεια δεν ήταν καλύτερη. ..

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου