Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 18 Ιαν 2015
ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΜΙΑΝ  ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ  ΕΛΛΑΔΑ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Ανεπίκαιρα, πάνω στην

επικαιρότητα των εορτών

 

 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ, ΣΧΕΔΟΝ, ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ

 

ι

 

Το χωριό ήταν χτισμένο σε μια περιοχή, όλη, βελανιδιές. Που σημαίνει πόσο άγονο και άνυδρο ήταν το τοπίο. Τη χρονιά που αναφερόμαστε είχε πολύ βελάνι. Πρόβατα, γίδια και κυρίως τα χοιρινά έτρωγαν άφθονο και ήσαν τετράπαχα. Τα γουρούνια ζούσαν στο δάσος ελεύθερα. Μη βλέποντας άνθρωπο είχαν αγριέψει, τα δε σερνικά που οδηγούσαν την αγέλη, είχαν βγάλει κάτι γυριστούς χαυλιόδοντες, που τα έτρεμαν τα τσοπανόπουλα, παρ’ ότι συνηθισμένα να συμβιώνουν με όλα τα ζώα όλο το χρόνο. Είχαν γίνει πολύ επιθετικά. Από τα εξημερωμένα και πριν αμοληθούν στο λόγγο και γυρίσουν κι αυτά στο άγριο, κάθε σπίτι είχε κρατήσει από ένα γουρουνάκι ημερεμένο και καλοταϊσμένο, το θρεφτάρι όπως το έλεγαν, για τα Χριστούγεννα ή την αποκριά. Θυμάμαι, παιδί τότε μέχρι δέκα χρονών, περισσότερο την αποκριά που μια άγρια ομάδα σφαγέων τα έσφαζαν στις αυλές. Τους βλέπαμε και κρυβόμαστε κάτω από τα κρεβάτια, επειδή οι μεγάλοι έβρισκαν διασκεδαστικό να μας τρομάζουν με τα άνοστα αστεία τους.

 

Σε κάποια χωριά τα θυσίαζαν τα Χριστούγεννα. Το σπίτι του προέδρου του καλονοικοκύρη και του παπά, είχαν τον τρόπο να κάνουν υπερτροφία στα χοιρινά τους. Είχε όμως επικρατήσει, όταν ήθελαν κα παρομοιάσουν ένα ζώο ή και έναν άνθρωπο καλοθρεμμένο να λένε «σαν του παπά το γουρούνι». Όντως ήταν ασήκωτο. Η κοιλιά του κατέβαινε ως κάτω και τα κοντά του πόδια χάνονταν μέσα στο πάχος. .Ένα τέτοιο ζώο, που ζύγιζε μέχρι και εκατό εκατόν είκοσι οκάδες ήταν υπολογίσιμη ποσότητα κρέατος και λίπους, για την οικογένεια ενόψει του χειμώνα που κυρίως άρχιζε το Δεκέμβρη και παρατεινόταν ως τους πρώτους μήνες της Άνοιξης. Άφθονο κρέας και λίπος και το δέρμα του κι αυτό χρήσιμο στους βοσκούς. Έφτιαχναν τσαρούχια και περικνημίδες, που έφταναν ψηλά ως το γόνατο βάζοντας το πανταλόνι μέσα, επειδή το τριχωτό μέρος που έμενε απέξω έδιωχνε το χιόνι και δε μούσκευαν τα πόδια τους.

Από το κεφάλι ως κάτω η κάπα από γιδόμαλλο άλλη στεγανή επικάλυψη του σώματος, ολοκλήρωνε την προφύλαξη από το δριμύ κρύο, τη βροχή και το χιόνι. Μια τέτοια κάπα ισοδυναμούσε με τα καλύτερα θερμοφάν – ρούχα της εποχής μας. Μπορούσες να ξαπλωθείς ακόμη και πάνω στο χιόνι ή να αφήσεις τη βροχή να κυλήσει από τις γιδότριχες που την έκαναν στεγανή και αδιαπέραστη από το βοριά που ξύριζε τα πάντα στο πέρασμά του. Ήταν υφασμένη με περίσσια τέχνη ειδικών μαστόρων και ραμμένη επίσης έτσι που δεν άφηνε σημείο του σώματος έξω. Εσωτερικές και οι τσέπες – λαβές που έχωνες τα χέρια και διπλωνόσουν μέσα της. Το πρόβλημα ήταν μην και πιάσει ψείρα η κάπα σου. Όταν την έβαζες πάνω σου ανύποπτος, έφευγες με μια αποικία από αυτά τα παράσιτα που πολλαπλασιάζονταν στο δικό σου σώμα ή στο κεφάλι. Τόσο ανθεκτικές οι ψείρες αφού και στην εποχή μας – κατά καιρούς – εμφανίζονται στα κεφάλια των μαθητών των σχολείων.

 

ιι

 

Ένα άτυπο βίντεο του χωριού

 

Να μη χάνουμε , όμως, το άτυπο βίντεο του χωριού, στο μυαλό μας. Μόλις σουρούπωνε και πριν καλά-καλά νυχτώσει, φώτα κοινοτικά δεν υπήρχαν στους δρόμους- έπρεπε να παχνιστούν τα ζώα που ήσαν κλεισμένα στο στάβλο. Κάποιος τα φρόντιζε, να φάνε το βραδινό τους. Τους έριχνε άχυρα και κορφάδες. Μέσα στο κατώγι συγκατοικούσαν κότες, κατσίκες και τα μεγάλα ζώα. Βόδια και γαϊδουρομούλαρα. Σε μια γωνιά ήταν αποθηκευμένοι και καρποί που δεν ήσαν κατάλληλοι για άλεσμα, τα σκύβαλα που έβγαιναν από το κοσκίνισμα του σταριού στο αλώνι. Τα σύνεργα του οργώματος, αλέτρι και ζυγιά για τα ζώα που θα ζεύονταν, κρεμασμένα στον τοίχο. Πίσω από ένα χώρισμα με χοντρά ξύλα, μέσα σε ξύλινα αμπάρια ήραν το σιτάρι και το καλαμπόκι και σε μικρότερα δοχεία άλλοι καρποί. Επίσης τα μεγάλα βαρέλια με το κρασί. Από τα πάτερα, χοντροί κορμοί που πάταγαν από τοίχο σε τοίχο για να στερεώνεται το πάτωμα, κρέμονταν πλεξίδες από κρεμμύδια και σκόρδα, ρόδια, κυδώνια και κάποια σταφύλια που είχαν αφυδατωθεί. Από ένα φεγγίτη, που τον ασφαλίζαμε τη νύχτα για να μην τρυπώσει καμιά αλεπού, έμπαινε το πρωινό φως και άρχιζε η ανησυχία των έγκλειστων ζωντανών να βγουν έξω. Ρολόι ακριβείας τα κοκόρια προανήγγελλαν την καινούργια ημέρα, οι κότες κακάριζαν και τα μεγάλα ζωντανά μουγκάνιζαν να τα βγάλει κάποιος για βοσκή. Μόλις άνοιγε η βαριά πόρτα μια ζεστή άχνα έβγαινε προς τα έξω. Τα σώματα των ζώων εξέπεμπαν μιαν θερμική ακτινοβολία που έκανε λουτρό το στάβλο. Στα μεγάλα κρύα, εκεί έβρισκε θαλπωρή και ο Αννίβας ο σκύλος του σπιτιού που κουλουριαζόταν πάνω στο αχυρένιο στρώμα του και με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο ξάγρυπνο παρακοιμόταν, πιστός φρουρός της ιδιοκτησίας του αφεντικού του, που είχε αναλάβει την επίβλεψη και τη φύλαξη.

 

ιιι

 

Το πρώτο γαλάκτωμα προσώπου

 

Όταν τελείωνε το ζύμωμα, στη μεγάλη σκαφίδα, λαξεμένη σε ρόζο από πλατάνι, η καλή θεία που μας μεγάλωσε υποκαθιστώντας τη μάνα που μας είχε ξεφορτωθεί, ξέπλενε με χλιαρό νερό το σκαφίδι και από το γαλακτωμένο νερό έπαιρνε με τις φούχτες της και νιβόταν. Το πρώτο γαλάκτωμα, το πρώτο καλλυντικό εκ πείρας. Κάντε το και σεις μας συμβούλευε. Θ’ ασπρίσουν το πρόσωπο και τα χέρια σας. Το λευκό δέρμα ήταν το ιδεώδες της γυναίκας της εποχής εκείνης. Όπως και οι καπέτες στα μαλλιά. Υπήρχε ένα ψαλίδι με λούκια από το ένα μέρος (όπως οι τσίγκοι που σκεπάζουμε τις αποθήκες) και από το άλλο δυο ίσια σίδερα. Το ζεσταίναμε στη φωτιά και μ’ αυτό πιάναμε τα μαλλιά λίγα-λίγα που προηγουμένως είχαμε βρέξει κι εκείνα στέγνωναν μέσα στο αυτοσχέδιο ψαλίδι και έμενε το κυματιστό χτένισμα για λίγες ώρες. Αλλά δεν τελείωνε εδώ. Το γαλάκτωμα αυτό, αλλιώς πλύμα, επειδή γινόταν από το πλύσιμο του σκαφιδιού, μάζευε, η θεία πάντα, σε ένα ανοιχτό τενεκέ, έριχνε μέσα και λίγα πίτουρα, τ’ ανακάτευε πολλή ώρα και από την καταπακτή που υπήρχε με μια σκάλα που ακουμπούσε στο υπόγειο κατεβαίναμε κι εμείς μαζί της και ποτίζαμε μ’ αυτό το πλύμα, τη γίδα μας που είχε γεννήσει της προηγούμενες ημέρες ή και εκείνο το βράδυ να αναλάβει και να κατεβάσει γάλα για τα χαριτωμένα κατσικάκια που τα είχαμε απομονώσει σε μια καλαθούνα επειδή το πρώτο γάλα της γίδας μας ήταν βαρύ και τα έβλαπτε στο στομάχι. Μ’ αυτό η θεία, πανάξια και έμπειρη, έφτιαχνε μια γαλατόπιτα, επειδή είχε το χρώμα του κροκού του αυγού, κορκοφίνι τη λέγαμε και ήταν η μεγάλη λιχουδιά μας. Αλλά και η γουρούνα μας που είχε λουφάξει στη ζεστασιά κάτω από το παχνί έπινε με απληστία αυτό το πλύμα. Τέλος, ό,τι έμενε το έγλειφε ο Αννίβας που κι αυτός, ποτέ, σχεδόν, δεν ήταν χορτάτος.

 

ιv

 

Αρρώστιες και φάρμακα

 

Στον όροφο, όπου η τραπεζαρία, το τζάκι και οι κοιτώνας – όλα σε ένα δωμάτιο – μέναμε εμείς. Σε φτωχότερες οικογένειες, στο ίδιο χωμάτινο δάπεδο συνυπήρχαν άνθρωποι και ζώα. Χωρίζονταν με μια τσάμπρα και το μικρό αυτό οικοσύστημα συμβίωνε αρμονικά. Το πρόβλημα ήταν ο χειμώνας. Όταν έπεφτε γρίπη, όλο το χωριό είχε συναυλία πνευστών. Βήχας παντού. Μας έπιασε ένα καταραμένο ζαντούχι, έλεγε ο παππούς, και δος του βήξιμο. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις φόβος και τρόμος ήταν οι πνευμονίες. Το νοσοκομείο ήταν πέντε ώρες μακριά μέσα στο κρύο με ζώο.

Στο διπλανό χωριό ήταν εγκατεστημένος ένας ιδιώτης γιατρός που περιόδευε στα χωριά πότε-πότε. Είχε μια κόκκινη φοράδα καλοθρεμμένη που πέταγαν σπίθες τα πέταλά της . Δεν ξεπέζευε να εξατάσει τον άρρωστο, κυρίως τα παιδιά που είχαν διάρροιες. Κοιλιακά έλεγε. Και για τους μεγάλους η διάγνωση ήταν ενιαία. Βρογχικά αποφαινόταν. Συνταγή θεραπείας η νηστεία και για τα παιδιά, επιπρόσθετα υποκλυσμός. Να αδειάσει το έντερό τους για να αποφευχθούν επιπλοκές από μολύνσεις. Αλλά πού να βρεθεί μηχανισμός για έναν ή περισσότερους υποκλυσμούς.

Η δασκάλα είχε για τα δικά της τα παιδιά ένα τέτοιο εργαλείο, μια φούσκα όλη κι όλη με ένα πλαστικό ρύγχος που εκτόξευε στο έντερο των παιδιών, που βιάζονταν στην πραγματικότητα, ένα διάλυμα χαμομηλιού ή και σαπουνιού κάποτε για τις δυσκοιλιότητες. Το χρησιμοποιούσαν πολλές μανάδες που το δανείζονταν και έβραζαν το ρύγχος για να το απολυμάνουν. Δε μιλάμε για αποστείρωση. Θες από αυτό το λόγο, θες από το μικρόβιο που προσέβαλε όλους, τα παιδιά αλληλομολύνονταν και συνήθως γιατρεύονταν όλα μαζί.

 

Κι από φάρμακα, τα παραδοσιακά, μαλαχτικά, μολόχες και αφροξυλάνθια. Και βεντούζες για να φύγει το κρύο. Με το τσουβάλι μπαίνει και με το βελόνι φεύγει, γνωμάτευε η δασκάλα μας και δος του ντάπα ντούπα τα γυαλιά (τα ποτήρια) και κουκούλωμα.

Υπήρχε η συνήθεια να γίνονται και κοφτές βεντούζες. Χάραγμα, σφαγή εν ψυχρώ. Δηλαδή αφαίμαξη από την πλάτη. Εκείνο το λιγοστό αίμα που είχαμε εμείς τα παιδιά, μας το έπαιρναν για ...θεραπευτικούς λόγους με σαδιστικό τρόπο. Χωρίς αναισθητικό, που λέει ο Γιώργος Τράγκας στις πολιτικές κριτικές του. Να πονάει. Σφαδάζαμε κάτω από τα στιβαρά χέρια που μας κρατούσαν ακίνητους στο κρεβάτι και μ’ ένα ξυραφάκι, μας έκαναν τόπους – τόπους το κορμάκι μας στη πλάτη, κόσκινο. Από μπροστά τα ζεστά, να σπάσει το κρύο και

ν’ αρχίσει το φλέγμα να βγαίνει. Και τι δε μας έβαζαν. Κομμάτια από κεραμίδια καυτά, άμμο τηγανισμένο σε σακούλα κι αυτόν πάνω στο στήθος. Μας έψηναν κυριολεκτικά.

 

v

 

Ακτινογραφία θώρακος

 

Ύστερα από χρόνια, αφού επέζησα των θεραπευτικών μαρτυρίων μου, χρειάστηκε να βγάλω μια ακτινογραφία θώρακος. Όταν την είδε ένας νέος φίλος γιατρός που για ένα διάστημα έκανε ιατρική στο Αίγιο, με κατατρόμαξε. Τι είναι αυτά εδώ; Μου είπε. Φυματίωση βλέπω. Έλα κοίταξε. Γεμάτη, τόπους-τόπους άσπρα σημάδια η πλάκα. Κάτι συνέβαινε στο στήθος μου. Αφού με είδε ότι κατατρόμαξα, άρχισε να μου εξηγεί γελώντας. Μικρός, φαίνεται ότι συχνά αρρώσταινες από κρυολογήματα και σου έβαζαν ανεξέλεγκτα πολύ ζεστά. Τότε θυμήθηκα και του το βεβαίωσα. Μην ανησυχείς είναι ασβέστιο που έχει ρίξει ο οργανισμός σου σε σημεία που έχουν καεί, οι λεγόμενες αποτιτανώσεις μου είπε. Δεν ερεύνησα τον όρο αφού πήρα ανάσα και είμαι ακόμη καλά. Άλλη νοσηρότητα, όπως λοιμώδη νοσήματα που προσβάλλουν τα παιδιά στις πόλεις λόγω συγχρωτισμού, δεν υπήρχε.

Η λιτότητα στη διατροφή και ο εθισμός στην άσκηση του σώματος και ο καθαρός αέρας, μας κράτησαν στη ζωή. Ένα κομμάτι σταρένιο ψωμί βρεγμένο στη βρύση και μπόλικο δροσερό νεράκι κι είμαστε χορτασμένα, τα παιδιά που χαιρόμαστε το παιγνίδι στο προαύλιο του σχολείου ( το μόνο ίσιο μέρος) , γύρω από την εκκλησία και στα αλώνια.

 

vi

 

Ο Θεός ανέβηκε πολύ ψηλά!...

 

Γιορτές λαμπερές, δε θυμάμαι να ζήσαμε, ούτε ως παιδιά ούτε με τους μεγάλους στο σπίτι. Ήταν και τα άσχημα χρόνια του πολέμου. Η κοινωνία μικρή και κλειστή. Σε απόσταση μισής μέρας δρόμο, ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Από τις γιορτές του δωδεκαήμερου μας εντυπωσίαζε ο Αη Βασίλης, ο μαγικός άγιος, που έρχεται από το άγνωστο, μπαίνει από τις καμινάδες και αφήνει δώρα στα παιδιά. Αυτόν ονειρευόμαστε, δεν τον αμφισβητούσαμε αλλά και δεν του θυμώναμε όταν το ξημέρωμα βλέπαμε μόνο τα δικά μας παπούτσια στο παραγώνι. Εκείνο που κατανοούσαμε περισσότερο ήταν οι αποκριές με τα μασκαρέματα και την εύθυμη ατμόσφαιρα που δημιουργούνταν. Η Γέννηση του Χριστού ήταν μια ασύλληπτη, εν πολλοίς κι ακατανόητη ιστορία, που δεν τη χωρούσε το μυαλουδάκι μας. Ασάφεια γενικώς επικρατούσε στο γνωστικό μας επίπεδο. Μην αναζητήσουμε τι φταίει και ποιος φταίει περισσότερο γι αυτό. Όλη η θεοσέβειά μας επικεντρωνόταν στη νηστεία. Μην τύχει και αρτυθούμε τις απαγορευμένες ημέρες με απαγορευμένες τροφές. Δηλαδή τι; Λίγο τυράκι από τις γίδες μας και λίγο μαγειρεμένο φαγητό με λάδι ή χοιρινό λίπος. Γάλα, αν είχε γεννήσει κάποια γίδα σπιτίσια και κλέβαμε από το κατσικάκι λίγο για το παιδί που ήταν άρρωστο. Νηστεία ίσον τελεία εξάντληση. Η έννοια και ο χώρος της θεότητος του σύμπαντος ήταν ο ουρανός, όσον βλέπαμε επειδή τα γύρω βουνά άφηναν ένα κόσκινο ουρανό να συμβολίζει το σύμπαν και κατά συνεκδοχή και το Θεό. Ουρανός και θεός ήταν έννοιες ταυτόσημες αλλά κάπως αξεδιάλυτες και αόριστες.

 

Ένα βράδυ, ήταν καλοκαίρι θυμάμαι κι εγώ μικρό παιδί κάτω από τα δέκα χρόνια, γυρίζαμε από τη βρύση στη Ρέπεζα, η Νικολάκενα μια ασήμαντη γριούλα που είχε πάει να ποτίσει τα γελάδια της, μαζί της κι εγώ. Δε θυμάμαι τι λέγαμε. Όμως μου έκαμε εντύπωση, από τότε και διατηρώ ακέρια την απορία μου, η θεοσοφία της, η μεταφυσική εκτίμηση κάποιων σκέψεων. Έλεγε: Ο Θεός κάποτε ήταν πολύ κοντά μας παιδάκι μου. Τόσο κοντά που τον έγλειφαν τα βόγια. Έτσι έλεγε τα βόδια. Τώρα εξαιτίας μας ανέβηκε ψηλά, πολύ ψηλά, ούτε τον φτάνουμε ούτε μας βλέπει. Περίεργη αυτογνωσία και συμβολική αυτοκριτική από μια τελείως ανεύγαλτη και αγράμματη γερόντισσα που δεν είχε πάει πιο πέρα από το σπίτι της ως τη βρύση του χωριού. Η έννοια της φυσικής υπερδύναμης, ο Θεός, είναι έμφυτη στον άνθρωπο, μας έλεγε ο καθηγητής της θρησκειολογίας στη Σχολή. Άθρησκοι άνθρωποι υπάρχουν. Άθεος είναι μόνο ένας . ο Σατανάς. Η γρια Νικολάκαινα δεν ήταν έξω από τον κανόνα. Είχε συναίσθηση του θείου, της αμαρτολώτητας των ανθρώπων και την απομάκρυνση του Θεού. Πήγε ψηλά. Δεν τον φτάνουν , παιδάκι μου, ούτε τα βόγια ούτε εμείς.

 

vii

 

Ο σπειραλατιστός τράγος και το ξινόκρασο

 

Εκείνα, λοιπόν, τα παιδικά μας Χριστούγεννα, μας είχαν εντυπωθεί, περισσότερο, από το γείτονά μας που γιόρταζε και τρώγαμε κανένα αυτοσχέδιο γλύκισμα, όταν πηγαίναμε με το παππού να σηκώσουμε το ύψωμα στο σπίτι του. Σε κάθε σπίτι που είχε Χρίστο και γιόρταζε. Το χρέος του ιερέα ήταν να πάει και να ευλογήσει. Και από το γλέντι που ακολουθούσε, τι γλέντι δηλαδή, κάποια ξεφωνητά όλο φάλτσο, καθόσον στα ξεφαντώματα και σε φτωχούς γάμους στοματικώς χόρευαν και διασκέδαζαν. Τα παιδιά, σαν τα αγριοκάτσουλα, προσπαθούσαμε από τα φυραδάτα της εξώπορτα να βλέπουμε τι γινόταν μέσα. Μας πρόγκαγαν, επειδή, όλο περιέργειες είχαμε και μπερδευόμαστε στα πόδια της κυράς που δεν προλάβαινε τα σερβιρίσματα. Μας εντυπωσίαζε όταν χόρευαν, που ο πρώτος πηδούσε και χτύπαγε το παπούτσι του στη φτέρνα με το ένα του χέρι και φώναζε, ώπα!. Έτρωγαν βραστό τράγο που άχνιζε σπειραλατιστός στην πιατέλα πίνοντας και παλιόκρασο με την κανάτα. Στα ορεινά, τα κρασιά δεν προλαβαίνουν να «γίνουν» επειδή πιάνει νωρίς το κρύο. Ξαναβράζουν το καλοκαίρι και καταλήγουν σε ξιδιάδες. Όλο τον προηγούμενο καιρό είναι αζύμωτα, Γλυκίζουν και βαράνε κατακούτελα.

Το λέει και το δημοτικό τραγούδι για τα παλικάρια που μεθούν για τις κοπέλες του χωριού: «Δε φταίνε τα γλυκά κρασιά, δε φυαιν’ τα παλικάρια / μον’ φταίν’ οι Σουλιμνιώτισσες/ που βάζουν το φτιασίδι...Σουλιμνιώτισσα»κ.λ.π. Τα γλυκά κρασιά λοιπόν και τα επίσης γλυκά κορίτσια σαλεύουν τα συλλοϊκά του ανθρώπου και γράφονται πολλά τραγούδια αλλά και συμβαίνουν πιο πολλά παρατράγουδα.

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου