Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 10 Ιούν 2014

 

 

Ένας θάνατος, οποτεδήποτε κι αν έχει συμβεί, σ’ οποιονδήποτε και για οιοδήποτε λόγο δεν επουλώνεται αλλ’ ούτε και απαλείφεται εύκολα.. Πολύ περισσότερο με λόγια , όσο παρήγορα και αν είναι.

Θεωρούμε το νεκρό μας εν ζωή, κι ας έχει φύγει οριστικά απ’ ανάμεσά μας. Αρχαίες συνήθειες (σπονδές, αγώνες προς τιμή του, αθλοθετήματα) εξακολουθούν να ισχύουν με άλλη μορφή, πλην προς την ίδια κατεύθυνση. Δηλ. την ανέλκυση της μνήμης του, όπου μόνη αυτή υπάρχει να επισημαίνει την παρουσία του. Οικείοι του, φίλοι και συμπατριώτες, συμμμετέχουν να τιμήσουν χαρακτηριστικές ημέρες από την εκδημία του (τριήμερα, εννιάμερα, σαρανταήμερο, όπου και το πρώτο μνημόσυνό του, μέσω της εκκλησίας)

 

Πιστεύεται ότι οι ημέρες αυτές είναι σταθμοί της πορείας της ψυχής του προς το μεταφυσικό άπειρο και ότι επισκοπεί τα γήινα που άφησε πίσω του, έχει δηλ. μια μορφή επαφής με τους ζωντανούς και ότι απολαμβάνει των μεταθανάτιων φροντίδων τους. Αν και η ψυχή, ως αθάνατη, ανά πάσα στιγμή έχει τη δυνατότητα να επισκοπεί τα εγκόσμια με ασύλληπτες μεταφυσικές ενέργειές της.

 

Έχουν περάσει 40 μέρες από του θανάτου του Γιώργου Παναγιωτακόπουλου, αφ’ όταν η οικογένειά του και οι φίλοι, τον προπέμψαμε κατά την εκκλησιαστική τάξη με την ευχή να είναι μακαρία η οδός στην οποία πορεύεται. Ήδη τελείται το πρώτο μνημόσυνό του. Η θύμησή του είναι ένα είδος άτυπης μετάκλησης. Μνημόσυνο είναι η θύμηση του αγαπημένου προσώπου που έφυγε.

 

Η Εκκλησία έχει ειδική Ακολουθία – δέηση, στην οποία συσσωματώνονται και οι προσευχές όχι μόνο των οικείων του , όχι μόνο όσων κλήθηκαν να παραστούν αλλά και όλου του εκκλησιάσματος, με μόνο αίτημα τη σωτηρία της ψυχής του μνημονευόμενου. Είναι η διαδικασία του θρησκευτικού μνημοσύνου, επειδή συνηθίζεται να τελούνται και φιλολογικά και πολιτικά μνημόσυνα, όπου δεν παρεμβαίνει η εκκλησία.

 

Ο Γιώργος, προπέμφθηκε με συγκινητικούς επικήδειους λόγους, οι οποίοι είναι παραμυθητικοί για την οικογένειά του. Πώς αλλιώς να ανορθωθεί, έστω λίγο, η πεσμένη ψυχολογία, η συσκότιση εκείνης της μαύρης στιγμής; Τώρα, πιο ψύχραιμα, θυμόμαστε το δάσκαλο, τον οικογενειάρχη, το κοινωνικό άτομο.

Η ομόθυμη παρουσία των συναδέλφων του, κατά την εξόδιο ακολουθία, έδειξε ακριβώς αυτό που ήταν. Δηλαδή καλός. Ο δάσκαλος ως εκ της φύσεως και της ευθύνης της δουλειάς του, είναι «καταδικασμένος» να είναι καλός, με όλες τις αποχρώσεις που εφαρμόζεται αυτή η ιδιότητά του. Ήταν καλός και κύριος, όπως θα προσθέταμε, κοσμικά. Μπορεί η μικρή ομάδα της τάξης του, να ήταν δυσανάλογη προς το ανάστημα και το όλο στυλ του. Δίδασκε και δίδαξε, τηρώντας με συνέπεια τις εντολές του Κράτους για το αξίωμα που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία.

Γιατί ο δάσκαλος δεν είναι μια υπαλληλική ιδιότητα. Είναι αξίωμα. Και Τιμή, να διαχειριστείς το ύψιστο αγαθό ενός λαού, που είναι τα μικρά παιδιά, που πρωτανοίγουν τα μάτια τους και παίρνουν κατευθύνσεις για να διαμορφώσουν, με τον καιρό στάση ζωής, στην κοινωνία της εποχής τους. Αλλά ο δάσκαλος είναι και κάτι άλλο, αυτό που διέκρινε το Γιώργο Παναγιωτακόπουλο. Ήταν ο φίλος και ο άνθρωπος, μέσα στην παιδαγωγική οικογένεια και στο σχολικό περιβάλλον.

 

Είχε τελειώσει η νεκρώσιμη ακολουθία. Οριστικοποιήθηκε το σύνορο ζωής και θανάτου. Το φέρετρο με το Γιώργο, έφυγε για το Βαλτεσινίκο Γορτυνίας, απ’ όπου καταγόταν και ετάφη εκεί. «Να με θάψετε στο νεκροταφείο του χωριού μας δίπλα στον πατέρα μου», φέρεται να ήταν η εντολή που άφησε στον εγγονό του στο νοσοκομείο. Μέτοικος στην Αιγιάλεια, ρίζωσε και ευδοκίμησε με το γάμο του. Αλλά η γενέθλια γη, αυτή είναι η δική του πατρίδα, πατρίδα καθενός μας. Μετά τον τελευταίο ασπασμό ( μ’ ένα φιλί μας υποδέχεται η ζωή μόλις γεννηθούμε και μ’ έναν ασπασμό μας κατευοδώνει), έγινε ορατή η τραγική απόσταση που διαχώρισε, οριστικά, τα εγκόσμια από τα μεταφυσικά.

Η ύπαρξη που ως τη στιγμή αυτή δρούσε, οραματιζόταν, απολάμβανε τη ζωή, πέρασε στην άλλη διάσταση, στην άγνωστη περιοχή, εντεύθεν των μακράν και εκείθεν των πλησιέστερων πνευματικών βιωμάτων μας.

Και όπως έφευγα με σκέψεις και το κεφάλι σκυμμένο, μου κόβει το δρόμο ένας έφηβος, αξύριστος με ρούχα δουλειάς, μ’ άλλα λόγια εργάτης σε κάποιο πρακτικό επάγγελμα. Με αγκαλιάζει και μου λέει λυπημένα: «Τον είχα δάσκαλο. Σας ξέρω. Είσαστε μαζί, όταν με είχε μαθητή». Μου είπε μάλιστα και τ’ όνομά του. Δε μπήκα στην εκκλησία. Δεν τον αποχαιρέτησα. Ντρεπόμουνα...τόσοι δάσκαλοι εκεί. Περνούσα και διάβασα το πρόγραμμα. Με ξαναγκάλιασε, συγκινημένος. Με ξαναφίλησε κι έφυγε με γκαζωμένο το μηχανάκι του.

 

Σ’ όλο το δρόμο σκεφτόμουνα: Αυτή είναι η πραγματική, η αφιλοκερδής δόξα, η δόξα του δασκάλου που μόλις πριν προπέμψαμε με το τελευταίο αντίο «τελευταίον ασπασμόν». Τόχει κι αυτό προβλέψει η εκκλησία. Να βρεθεί όμως στο δρόμο σου ένας παλιός μαθητάκος και να βραβεύσει ένα έργο ζωής, με μια έκφραση ευγνωμοσύνης, δεν είναι από τα συνήθη στις μεταξύ μας σχέσεις. Είναι όμως, αναμενόμενο, στην ιδιαίτερη παιδαγωγική επίδραση δασκάλου, στο μαθητή του.

Από κάτι τέτοια παιδιά μαθητές, δεν πεθαίνουν ποτέ οι, καλοί , δάσκαλοι. Αγήρως η μνήμη τους. Και γίνομαι, Γιώργη, ο διαγγελέας μιας τιμής που σου ανήκει, από την αυθόρμητη ομολογία ενός παλιού μαθητή σου, που κι αν τον έβλεπες δε θα τον θυμόσουν καν.. Που σημαίνει πως κάποια στιγμή κάτι άφησες στην ψυχούλα του, από την ιεροτελεστία της παιδαγωγίας στην τάξη . Μαρτυρία που επιβεβαιώνει την αποστολή του δασκάλου και την προσωπική σου επίδραση σ’ αυτό το παλικαράκι που είχε μείνει ακόμη στην τάξη, που σε άκουσε. Σε πίστεψε και σε θαύμασε. Κι ακούμπησε στον τοίχο της εκκλησιάς, συνεσταλμένο και έκπληκτο μέχρι να τελειώσουν όλα.

Τώρα, το αν τελείωσαν ΟΛΑ ή άρχισαν όλα, με τη λήξη των επικήδειων ευχών, είναι μια άλλη προσωπική στάση και απόσταση ζωής καθενός. Από τη μεταφυσική συνέχεια της ζωής, το άγνωστο είναι το πνευματικό περιβάλλον της, η μεγάλη αναμονή. Κάπου εκεί θα υπάρχεις εις τους αιώνας. Στην άλλη διάσταση, που δεν είναι και απόμακρη τόσο από τη γήινη παρουσία μας...

Ας είναι αυτά τα λίγα που γράψαμε μια δικαίωση της ζωής σου και μια προσευχή, η μόνη , τώρα για μας κλίμακα επικοινωνίας με το επέκεινα, για την ανάπαυση της ψυχής σου.

Αν.- / Φλ..-

 

 

 

 

 

 

Ευθύνες του νέου δημοτικού

συμβουλίου και (αναδρομικά) των δημοτών

Η πρώτη Κυριακή των δημοτικών εκλογών, ήταν αυτή της ανάδειξης των δημοτικών συμβούλων, ανά συνδυασμό. Ήταν η πιο γνήσια έκφραση του λαϊκού αισθήματος για τα πρόσωπα που έχουν δώσει δείγματα ικανότητας και προσφοράς τους στα κοινά, από το προηγούμενο δημοτικό συμβούλιο και επιβραβεύτηκαν από τους δημότες και επανεκλέχτηκαν πανηγυρικά από την πρώτη Κυριακή των εκλογών. Αυτό δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι κατώτερων προσόντων και όσοι προστέθηκαν με το συνδυασμό που πήρε τις εκλογές τη δεύτερη Κυριακή. Έχουν άλλωστε μια πενταετία μπροστά τους να μελετήσουν το δημοτικό κώδικα, να «γνωριστούν» με τα πραγματικά προβλήματα του Δήμου και να καταθέσουν τις προτάσεις τους για την επίλυσή τους.

Φτάνει μόνο, το νέο δημοτικό συμβούλιο, με τα 33 μέλη, να λειτουργήσει με ομαδική αντίληψη ενός συλλογικού οργάνου απαλλαγμένου από τις παραταξιακές θέσεις των ψηφοδελτίων που διαγωνίστηκαν την πρώτη Κυριακή. Να λειτουργήσει ως συμβούλιο του Δήμου και όχι ως διαβούλιο των παρατάξεων μέσα σ’ αυτό, όπως ατυχώς έχει διαπιστωθεί σε όλες τις δημαρχιακές περιόδους. Φτάνει οι εισηγήσεις της δημοτικής αρχής και η ευελιξία του πρόέδρου του δημοτικού συμβουλίου να κρατάει την ενότητα , την ευγένεια και τους χαμηλούς τόνους, που ευoδώνουν τις συζητήσεις επί των κρισίμων θεμάτων.

Με το δεδομένο ότι το δημοτικό συμβούλιο μιας πόλης είναι το ισχυρότατο και πλέον αντιπροσωπευτικό όργανο της τοπικής αυτοδιοίκησης, η ευθύνη των συμβούλων που θα το συγκροτήσουν είναι πολύ μεγάλη. Θα λέγαμε ότι η ψήφος του, η γνώμη του και οι αποφάσεις του (αν λειτουργήσει ως αυτόνομος θεσμός) είναι τελεσίδικες και πολλές φορές αντίθετες των εισηγήσεων του δημάρχου, ο οποίος είναι , βασικά, ο εκτελεστής των αποφάσεών του. Έτσι ο πρόεδρος του Σώματος είναι ισόκυρος του δημάρχου επειδή αυτός χειρίζεται και διαχειρίζεται τις θέσεις των παρατάξεων στο συμβούλιο. Υπήρξαν περιπτώσεις που εισήγηση δημάρχου δεν πέρασε ως απόφαση του συμβουλίου και αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν τη δύναμη και το δημοκρατικό κύρος του Σώματος.

Το ατύχημα είναι που οι δημότες αποφεύγουν να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις – αν και δημόσιες, ελεύθερες στον καθένα - και πληροφορούνται μόνο αποσπάσματα από διαφωνίες και κόντρες, από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Θα ήταν πολύ διαφορετική η εκτίμηση της γνώμης των αντιπροσώπων της πόλης, αν ο δημότης έμπαινε στον κόπο να παρακολουθεί, έστω και επιλεκτικά, κάποιες συνεδριάσεις. Τα λέμε αυτά, στην αρχή της νέας δημαρχιακής περιόδου που αρχίζει την πρώτη Σεπτεμβρίου, αντί της πρωτοχρονιάς όπως συνηθιζόταν, μήπως και ενεργοποιηθεί το άμεσο ενδιαφέρον των δημοτών, σε ζητήματά τους ,όταν φτάνουν στη διαβούλευση και γίνονται αποφάσεις. Είναι διαρκής, στο διάστημα της πενταετίας, η ευθύνη του δημότη που ψηφίζει σχεδόν ανενημέρωτος.

Αυτός που ψηφίζει, κατά το σύνηθες ανενημέρωτος. είναι σα να βάζει την υπογραφή του σε αποφάσεις που δε γνωρίζει, όμως αποδέχεται ή επικρίνει, απών πάντα και όπου τον πάνε τα συνθήματα συντάσσεται και επανεκλέγει τα νέα πρόσωπα, που στην ουσία είναι όργανα του κατεστημένου, όσο και αν υπόσχονται εξυγίανση και ανατροπές στη διοίκηση του Δήμου. Στο τέλος της θητείας τους, πάλι τα ίδια θα επικαλεστούν.

Το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει πιο υπεύθυνα όταν υπάρχει ακροατήριο στην αίθουσα. Οι εφημερίδες που υποχρεωτικά ξενυχτήσαμε πολλές φορές, βεβαιώνουμε αυτό το γεγονός και προτρέπουμε τους συνδημότες να μπαίνουν (χωρίς εισιτήριο) και να παρακολουθούν το έργο που (όντως παίζεται στις κεντρικές συνεδριάσεις δυο φορές το μήνα, πλην των εκτάκτων....

 

 

 

 

 

Καθρέφτης των προσόντων η σταυροδοσία

Μια πρώτη ματιά στους πίνακες της σταυροδοσίας, των συμβούλων των συνδυασμών, που δημοσίευσε το Πρωτοδικείο, έδωσε αφορμή για ποικίλες κρίσεις και συζητήσεις στο πρωινό καφενείο, όπου οι πάντες έκρυβαν τα χαρτιά τους αλλά δε μάζευαν τη γλώσσα τους. Περιχαρείς για την επιτυχία των δικών τους αλλά και χαιρέκακοι για την υποεκτίμηση των απέναντι, άνοιγαν φακέλους και έκλειναν άλλους με ευκολία, μετρώντας την κοινωνική αξία των προσώπων σε σχέση με τους αριθμούς των ψήφων που έλαβαν. Όποιος μπαίνει υποψήφιος εκτίθεται στην κοινή κρίση. Εκθέτει υποψηφιότητα, λέμε. Με συνεπόμενο να δεχτείς τα καλά και τα άσχημα, κάποτε και άδικες κρίσεις ενώ για τις καλές πλευρές των δραστηριοτήτων σου, υπάρχει τσιγκουνιά του καλού λόγου.

Σκεπτόμουνα πως ανάμεσα στα 200 τόσα ονόματα, δεν υπήρξε ούτε ένα που να μην πήρε ένα τηλέφωνο για στήριξη. Δεν υπήρξε ούτε ένα που να αφέθηκε στην αβίαστη επιλογή των συνδημοτών του. Αν νομίζουν ότι μπορώ κάτι να προσφέρω, ας με ψηφίσουν. Ναι, αλλά δε μας το ζήτησες είναι η απάντηση. Δηλαδή πρέπει να τους το χρωστάς και υποχρέωση. Σα να μη φτάνει που αναλαμβάνεις να επιλύσεις προβλήματα και να δημιουργήσεις προϋποθέσεις προόδους στο Δήμο. Περίεργη ψυχολογία. Παλιός αχαιός πολιτικός που χρημάτισε και υφυπουργός, σχολίαζε το νόημα της προεκλογικής χειραψίας. Πρέπει να έχει στο εσωτερικό της παλάμης σου, κολλημένο ένα τάλιρο (ήταν τότε τα μεταλλικά πεντάδραχμα) και να το νιώσει μέσα στη δική του το μικρό τούτο όφελος, ο πιθανός υποστηριχτής σου. Διαφορετικά μην περιμένεις εκλογή. Τα ίδια πάνω-κάτω και σήμερα. Εξέθεσε το σύστημα αφηρημένος οπαδός ενός συνδυασμού που μαζί με το ψηφοδέλτιο έριξε και το φιλοδώρημα που του είχαν μέσα στο φάκελο (γράφουμε παραπάνω γι αυτό). Όπερ εστί λέγειν, το συμφέρον, πρώτο και πάνω απ’ όλα. Εκείνη η λαϊκή παροιμία «μάζευε κι ας είν’ και ρόγες» δικαιώνει ως μέσον, το σκοπό. Όλα πληρώνονται σε τούτο τον κόσμο, αδιάφορο αν δεν...εκπληρώνονται οι στόχοι που μπαίνουν....

 

 

 

 

Το πενηντάευρο που πρόδωσε το σύστημα

 

Θα έχουμε ευκαιρίες, μετά την εκλογή των νέων Οργάνων του Σώματος να σχολιάσουμε τις θέσεις και τις αποφάσεις τους. Προχθές γράφαμε για τους αφηρημένους και τους απρόσεκτους ψηφοφόρους, που φακέλωναν αντί του ψηφοδελτίου, διάφορες άσχετες αποδείξεις. Έλα όμως που συνέβη και το ακόλουθο περιστατικό, που ανέγραψε στην ειδησεογραφία της, από την επικαιρότητα, τοπική συνάδελφος. Κάποιος, που είχε υποχρέωση ή ήθελε να υποχρεώσει έναν υποψήφιο σύμβουλο, πέρασε από το γραφείο του και ζήτησε έτοιμο ψηφοδέλτιο. Άλλωστε έτσι που ήταν τα φετινά ολόκληρες απλάδες, όποιος δεν ήταν εξοικειωμένος, υπήρχε κίνδυνος να ψηφίσει άλλα αντ’ άλλων. Μπήκε, λοιπόν, στο παραβάν με το σκονάκι στην τσέπη και το φακέλωσε όπως του το έδωσαν...σταυρωμένο. Στη διαλογή, έπεσε από μέσα ένα πενηντάευρο. Ήταν το δώρο του υποψήφιου, ο οποίος για να μην τον προσβάλει δεν του είπε τίποτα ,υποθέτοντας, όταν άνοιγε το φάκελο θα το έβλεπε. Υπολόγιζε και στην έκπληξη που θα δημιουργούσε στον ψηφοφόρο του. Μετά τη θυμηδία που προκλήθηκε στο εκλογικό κέντρο, έπρεπε να διακανονιστεί που θα κατέληγε το χαρτονόμισμα, προφανώς στο κράτος ως δημόσιο έσοδο. Αλλά ήθελε άλλη διαδικασία. Το απρόβλεπτο γεγονός απέδειξε, ότι όσα λέγονται περί εξαγοράς ψήφων δεν είναι μυθεύματα. Σε καιρούς ανάγκης και πείνας άμα ανοίγεις φακέλους με ψηφοδέλτια και πέφτουν από μέσα πενηντάευρα και εκατοντάευρα, ανάλογα με τους ψήφους που διαθέτει η οικογένεια, η ψυχολογία γίνεται αργυρώνητη και ο υποψήφιος συμπαθέστατος. Ψιθυρίζονταν κάτι τέτοιες ιστορίες. Εδώ όμως υπήρξαν και... με πληρωμένες αποδείξεις.

 

 

Το μυστικό είναι στα...πόδια!

Συχνά, συναντώ το φίλο μου το Θανάση, γιατρό, ο οποίος είναι φανατικός πεζοπόρος και γελαστός, πάντοτε με την καλή κουβέντα έτοιμη και την ατάκα μαζί.

-Με τα πόδια γιατρέ;

- «Αντρέα περπάτα, μου λέει. Αν δεν περπατάμε το χάσαμε το παιγνίδι.»

- Το αυτοκίνητο, ξεκουράζεται, λέω να τον πειράξω.

- Δεν έχω αυτοκίνητο, αντεπιτίθεται, ευχάριστος πάντα. Τι να το κάνω; Και πού να το βάλω; Μια πόλη που έχει σχεδιαστεί, από τον περασμένο αιώνα, για δίποδα έως τετράποδα δυσκολεύεται να χωρέσει τόσα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν, χωρίς λόγο τα περισσότερα. Μας έμειναν λοιπόν τα πόδια και η διάθεση για περπάτημα.

Πνευμονολόγος την ειδικότητα, λέγοντας «το χάσαμε το παιγνίδι» αν δεν περπατάμε, εννοεί πολλά εκ της επιστήμης του ωφελήματα. Εκλεγμένος αλλά και εκ νέου υποψήφιος στο κεντρικό ψηφοδέλτιο του Δήμου, θα ήταν προς τιμή του να εισηγηθεί την τροποποίηση του παλαιού πολεοδομικού σχεδιασμού (όπου είναι εφικτό) για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των οχημάτων.

 

 

 

 

Θεραπεία η ποδηλασία

Τότε θυμήθηκα έναν άλλο β/ηπειρώτη περιπατητικό φιλόσοφο, ο οποίος είχε μυοσκελετικά προβλήματα. Πονούσε παντού. Από ανάγκη πήρε ένα ποδήλατο και κυκλοφορεί. Δεν ψάχνει για κατήφορο να μη βαρεί πεντάλ, αλλά μετάτρεψε τα δυο πόδια του σε δυο ρόδες, που τον πάνε πιο γρήγορα και ταυτόχρονα τον ψυχαγωγούν.

-«Τώρα που με βλέπεις, μου έλεγε μια μέρα που τον συνάντησα, νιώθω νέος. Δεν ξαναπήγα στο γιατρό. Μου πέρασαν όλοι οι πόνοι». Βγάζει ένα μπλοκάκι και μου διάβαζε κάτι σημειώσεις που είχε σε αριθμούς και ημέρες. Να, μου λέει και η πίεσή μου. Την παρακολουθώ και την καταγράφω καθημερινά.

- Ψυχολογικό το πρόβλημά σου, είπα. Και η χοληστερίνη; μου δείχνει σε άλλη σελίδα. Κι αυτή το ίδιο, λέω. Τι τα ψάχνεις; Με την άσκηση που κάνεις καθημερινά και με την ευεξία που νιώθεις, προχώρα και μακριά από...τροχαίο. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Και του γιατρού μου επίσης, πρόβλημα, πρόσθεσε, που καθώς κατέβηκε στο δρόμο ανύποπτος, πήγε να τον σαρώσει η κυρία με το μαύρο τζιπ, που πέρασε βολίδα, δίχως να καταδεχτεί την πεζουριά που σούρνεται βαριεστημένη. Διόρθωνε το πρόσωπό της στο μέσα καθρέφτη και δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο πέρ’ από τον εαυτό της.

Στο πεζοδρόμιο τα δίποδα. Που κι αυτά, τα πεζοδρόμια, υπάρχουν στην πόλη με ρυμοτομία του χίλια οχτακόσια τόσο. Έδωσε ο σεισμός του 1995 την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ανοίξουν κάποιοι δρόμοι στο κέντρο, τουλάχιστον. Σε μια μελέτη φερέλπιδος συγκοινωνιολόγου (που σπουδάζει ακόμη), οι διαβάσεις των πεζών και τα πεζοδρόμια είναι υπερυψωμένα, έτσι που να παρέχουν άνετη θέα του δρόμου αλλά και εμπόδιο στους τροχούς να ανεβούν και να καταλάβουν κι αυτό το χώρο που δικαιούνται οι άνθρωποι. Μελέτες υπάρχουν στοίβα στα συρτάρια του Δημαρχείου, δρόμοι δε φαίνεται να διανοίγονται ή να ρυθμίζονται έτσι ώστε να κυκλοφορούν και οι πεζοί.

 

 

 

Περιμένει το άστοργο αφεντικό του

Ηταν ένας ασπρόμαυρος σκύλος, με χαρακτηριστικά κυνηγετικού, ράτσας περίπου γκέκα. Καλοταϊσμένος, με το λουρί του στο λαιμό, αλλά με ανήσυχο, ερευνητικό βλέμμα. Φαίνεται πως στο σημείο που τον εγκατέλειψαν οι άνθρωποι που τον μεγάλωσαν, το καημένο το σκυλί, από ένστικτο συντροφικότητας και πιστό, τους περιμένει να γυρίσουν, να το πάρουν. Ακούει με ανησυχία τις μηχανές των αυτοκινήτων και προσπαθεί να αναγνωρίσει εκείνη του αφεντικού του. Κοιτάζει τους ανθρώπους ήρεμα και παρακαλεστικά. Μια πληροφορία ζητάει για τους δικούς του.

Κάποιοιος διερχόμενος τον εγκατέλειψε κοντά στον οικισμό (σου λέει κάποιος θα το σπλαχνιστεί το ζωάκι) στον κορμό ενός ευκάλυπτου κι αυτός ο καημενούλης μένει εκεί και παραφυλάει μήπως και ξαναγυρίσουν τα αγαπημένα του πρόσωπα. Από κοντά κι άλλο ένα δύστυχο του κάνει παρέα, μα αυτός δεν υπήρξε αλητόβιος, δεν καταδέχεται να χωθεί στα δοχεία απορριμμάτων, να σκίσει καμιά σακούλα και να βρει κάτι φαγώσιμο. Αντέχει και την πείνα και την εγκατάλειψη. Έναν ενοχλητικό ζητιάνο, υπάρχει περίπτωση να τον προσπεράσεις. Αλλά ένα ζώο που φαίνεται να τα έχει χαμένα σε ξένο τόπο και να φοβάται τα πάντα γύρω του, δεν είναι εύκολο να το αφήσεις χωρίς να σκεφτείς τι το περιμένει. Αν τύχει και το κοιτάξεις κατάματα, γονάτισες. Έχει μια τέτοια έλξη, μια παρακλητικότητα, μια φιλικότητα η ματιά του, που το υιοθετείς με την πρώτη.

Τα σύγχρονα όμως σπίτια είναι απρόσφορα. Και για ξένους και για ζώα, ακόμη και για σκύλους που αξίζουν να μοιράζεσαι τη μπουκιά σου μαζί τους. Εύχομαι, κάθε που περνώ από το σημείο εκείνο να μην τον συναντώ, να μην περιμένει στο δρόμο. Να είναι κάπου παράμερα. Αδέσποτα τα χαρακτηρίζουν. Κι όταν συζούν ομαδικά και φτιάχνουν αγέλες, όταν ξυπνάει το βασικό ένστικτο επιβίωσης των προγόνων τους, ο «πολιτισμένος» άνθρωπος αισθάνεται κίνδυνο από την παρουσία τους και τα καταδιώκει. Άλλοτε τα εξοντώνει με φρικτό θάνατο, σπέρνοντας φόλες, άλλοτε, εξαντλημένα τελειώνουν στις ρόδες κάποιου αυτοκινήτου και συχνά τα στέλνει στον άλλο κόσμο κάποια αρρώστια.

Δε ζητάνε επίσημο γεύμα. Μια σακούλα με αποφάγια τους φτάνει. Και είναι τόσο ευγνώμονα που κουλουριάζονται μπροστά στη φιλόξενη πόρτα και τη φρουρούν, μέρα-νύχτα. Βρες άνθρωπο να σου ανταποδώσει το καλό που του έκαμες. Το λιγότερο που θα πάθεις είναι να σε ληστέψει. Ίνα αληθεύσει το ρηθέν, ότι δηλαδή, ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος...

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου