Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 08 Απρ 2021
Δημήτριος Καλλέργης, αγωνιστής και πολιτικός
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 
 
 
Ο Δημήτριος Καλλέργης (1803 – 8 Απριλίου 1867) ήταν αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, υποστράτηγος, πολιτικός και ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου. Γεννήθηκε το 1803 στην Κρήτη και ήταν γόνος ιστορικής κρητικής οικογένειας του Μυλοποτάμου, οι ρίζες της οποίας εντοπίζονταν από την βυζαντινή περίοδο και η οποία διατήρησε την επιρροή της και επί βενετοκρατίας. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία και στάλθηκε νεαρός στη Ρωσία κοντά στον υπουργό εξωτερικών του τσάρου, Νέσελροντ, ο οποίος από κάποιες πηγές εμφανίζεται ως θείος του. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του μετέβη στην Βιέννη με σκοπό να σπουδάσει ιατρική. Εγκατέλειψε τις σπουδές του για να συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και στις 19 Ιανουαρίου του 1822 αποβιβάστηκε μαζί με τους συγγενείς του, Εμμανουήλ και Νικόλαο Καλλέργη και τον αξιωματικό Βαλιανό στην Ύδρα, προσκομίζοντας μαζί τους πολεμοφόδια αξίας εκατό χιλιάδων ρουβλίων και μια συστατική επιστολή του Ιγνατίου Ουγγαροβλαχίας.
 
Το καλοκαίρι του 1825 ανέλαβε μαζί με τον συμπατριώτη του, Εμμανουήλ Αντωνιάδη την ηγεσία εκστρατείας στην Κρήτη. Στις 2 Αυγούστου, 200 επαναστάτες κατέλαβαν το οχυρό της Γραμβούσας, το οποίο τους επόμενους μήνες εξελίχτηκε σε άνδρο πειρατείας. Η εκστρατεία τελικά απέτυχε ενώ σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλέλληνα Σάμιουελ Χάου, ο Καλλέργης ήταν ακατάλληλος για την θέση του αρχηγού.
 
Αργότερα συμμετείχε στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη όπου διακρίθηκε. Τον Οκτώβριο του 1826 συμμετείχε στην αποτυχημένη επίθεση του Φαβιέρου κατά της Θήβας ( είχε σταλεί ως ενίσχυση από τον Καραϊσκάκη ). Στις 30 Ιανουαρίου 1827 έλαβε μέρος στη νικηφόρα μάχη της Καστέλλας όπου είχε σημαντική συμβολή και στις 20 Φεβρουαρίου υπερασπίστηκε σθεναρά τη θέση των Τριών Πύργων, την οποία κατέλαβαν εν τέλει οι Οθωμανοί, έχοντας όμως υποστεί αρκετές απώλειες. Κατά την καταστροφική για τα ελληνικά στρατεύματα μάχη του Ανάλατου, κατά την οποία διετέλεσε αρχηγός των κρητικών πολεμιστών, πιάστηκε αιχμάλωτος. Τελικά απελευθερώθηκε έπειτα από καταβολή μεγάλου χρηματικού ποσού από την οικογένειά του όμως κατά τη διάρκεια της ομηρίας του ακρωτηριάστηκε το ένα του αυτί.

Μετά την απελευθέρωση

Κατά την περίοδο της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια υπήρξε υποστηρικτής τοΥ. Διετέλεσε μάλιστα υπασπιστής του και προέβη στην οργάνωση τακτικού σώματος ιππικού, όπου ανέλαβε χρέη υπαρχηγού. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη τάχθηκε στο πλευρό του Αυγουστίνου Καποδίστρια και συμμετείχε ενεργά στις εμφύλιες συγκρούσεις της εποχής: τον Ιανουάριο του 1832 πολέμησε ως αξιωματικός του ιππικού στις σφοδρές μάχες εντός του Άργους και τον Μάρτιο στη μάχη του Λουτρακίου όπου οι δυνάμεις του ιδίου και του Νικηταρά νικήθηκαν από τα ρουμελιώτικα στρατεύματα του Κωλέττη. Παράλληλα, ακολούθησε στρατιωτική καριέρα ως αξιωματικός του τακτικού στρατού ενώ αναμείχτηκε ενεργά και στις πολιτικές ζυμώσεις της περιόδου πρώτα ως οπαδός του ρωσικού κόμματος και έπειτα του γαλλικού. Μάλιστα, το 1834, κατά τη διάρκεια της βαυαρικής αντιβασιλείας και της κυβέρνησης Κωλέττη φυλακίστηκε ως οπαδός του ρωσικού κόμματος, σημαντικά στελέχη του οποίου είχαν πραγματοποιήσει εκείνη την εποχή διάφορες εξεγέρσεις στην ελληνική επικράτεια.

Επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843

Το 1843, όντας τότε συνταγματάρχης του ιππικού, μυήθηκε στη συνωμοσία εναντίον του βασιλιά Όθωνα με σκοπό την παραχώρηση συντάγματος, κατά πάσα πιθανότητα από τον Ανδρέα Μεταξά και τον τότε πρεσβευτή της Ρωσίας, Κατακάζη (τότε ο Καλλέργης υποστήριζε ακόμη το ρωσικό κόμμα ) ενώ ήρθε σε επαφές και με τον Μακρυγιάννη. Μάλιστα, για την καλύτερη οργάνωση του κινήματος, οι μυημένοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν στον Καλλέργη ολιγοήμερη άδεια για να μεταβεί στην Αθήνα καθώς τότε υπηρετούσε στο Άργος ως διοικητής ιππικού ενώ παράλληλα του ανατέθηκε το στρατιωτικό σκέλος του κινήματος.
 
Το βράδυ της 2ας προς 3η Σεπτεμβρίου, ο Καλλέργης ξεσήκωσε τη φρουρά της Αθήνας, τέθηκε επικεφαλής της και αφού έγινε απόλυτος κύριος της πρωτεύουσας απελευθερώνοντας τους κρατούμενους των φυλακών του Μεντρεσέ, καταλαμβάνοντας διάφορα δημόσια κτίρια και θέτοντας σε περιορισμό διάφορους υπουργούς της κυβέρνησης αλλά και φιλομοναρχικούς αξιωματικούς, βάδισε κατά των Ανακτόρων, αναγκάζοντας τον Όθωνα υπό την απειλή ακόμη πιο δραστικών μέτρων να προχωρήσει στην παραχώρηση συντάγματος, βάζοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο τέλος στο πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας. Από τις 11 Σεπτεμβρίου ορίστηκε στρατιωτικός διοικητής της Αθήνας και έπειτα συμμετείχε ως πληρεξούσιος των Κρητών στην Εθνοσυνέλευση του 1843.

Ύστερη δράση

Το 1845, με αφορμή περιστατικό έντασης μεταξύ του ιδίου και της βασίλισσας Αμαλίας, παύθηκε από τον στρατό και αποχώρησε από την Ελλάδα, μεταβαίνοντας στο Λονδίνο, όπου απέκτησε φιλικές σχέσεις με τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα , ανιψιό του Μεγάλου Ναπολέοντα και μεταγενέστερο αυτοκράτορα των Γάλλων Ναπολέοντα Γ’, τον οποίο ακολούθησε αργότερα στο Παρίσι, με αποτέλεσμα να αποτελέσει έκτοτε οπαδός της γαλλικής πολιτικής.

 

Ο Καλλέργης σε φωτογραφία του 1865 στο Παρίσι.

 
Το 1854 κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου χρημάτισε υπουργός Εξωτερικών αλλά και Στρατιωτικών στην επιβαλλόμενη από τους Αγγλογάλλους κυβέρνηση Μαυροκορδάτου (το ονομαζόμενο και από τους Έλληνες «Υπουργείο Κατοχής»). Μάλιστα, μέχρι την άφιξη του, ευρισκόμενου στο εξωτερικό, Μαυροκορδάτου, ο Καλλέργης, έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των γαλλικών στρατευμάτων Κατοχής, ασκούσε ο ίδιος την εξουσία ως δικτάτορας. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση κάλεσε όλους τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στα επαναστατικά κινήματα σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία να επιστρέψουν στην Ελλάδα ενώ με προσωπική απαίτηση του Καλλέργη παύθηκαν οι υπασπιστές του Όθωνα, Γενναίος Κολοκοτρώνης, Σπυρομήλιος, Μαμούρης και Γαρδικιώτης Γρίβας ενώ τέθηκε σε διαθεσιμότητα ο μέχρι πρότινος υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος. Στη διάρκεια της υπουργίας του, σχηματίστηκε με δική του πρωτοβουλία για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα πρωτόλειο πυροσβεστικό σχήμα, η διλοχία των πυροσβεστών. Τον Σεπτέμβριο του 1855, σοβαρό επεισόδιο του Καλλέργη με το βασιλικό ζεύγος είχε ως επακόλουθο την πτώση της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου.
 
Με την αποχώρησή του από την κυβέρνηση επέστρεψε στο Παρίσι όπου έπειτα από αίτηση της γαλλικής κυβέρνησης ορίστηκε πρέσβης. Τον Δεκέμβριο του 1860 κλήθηκε από τον Όθωνα για να σχηματίσει κυβέρνηση, πρόταση την οποία ο ίδιος απέρριψε. Το 1866, μετείχε στη βραχύβια ( κράτησε δύο ημέρες ) κυβέρνηση Βούλγαρη ως υπουργός Στρατιωτικών. Κατά τα μέσα του 1866 επέστρεψε στην Ελλάδα έχοντας διοριστεί σταυλάρχης του βασιλιά Γεωργίου. Μάλιστα πρότεινε στον βασιλιά να του αναθέσει το υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζοντας πως με τη βοήθεια των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Ιταλίας θα ήταν σε θέσει να πραγματοποιήσει το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, όμως δεν έγινε πιστευτός από τον Γεώργιο. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους εξελέγη από τους Κρητικούς ως αρχηγός της επανάστασής τους, ο ίδιος όμως με επιστολή του τον Σεπτέμβριο αποποιήθηκε τη θέση λόγω προβλημάτων υγείας.
 
Τον Ιανουάριο του 1867 διορίστηκε πρέσβης της Ελλάδας στις ΗΠΑ όμως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του αρρώστησε στο Παρίσι με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Αθήνα όπου και απεβίωσε στις 8 Απριλίου 1867 από ημιπληγία. Η κόρη του Καρλότα παντρεύτηκε τον Ανδρέα Κουντουριώτη. Ο γιος του Ιωάννης είχε εγγονό τον Ιωάννη Καλλέργη.

Βιβλιογραφία

  • Αποστόλου Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, Θεσσαλονίκη 1986.
  • Ελένη Γαρδίκα-Κατσιαδάκη, Ο ρόλος της Διάσκεψης του Λονδίνου στην πτώση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, περιοδικό Μνήμων, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τ. 10, 1985.
  • Διονυσίου Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήναι 1974.
  • Γ. Μπενέκου, Κωλέτης – Ο πατέρας των πολιτικών μας ηθών, Κυψέλη, Αθήνα 1961.
  • Διονυσίου Σουρμελή, Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα, β’ έκδοσις, Εν Αθήναις, 1853.
  • Δημήτρη Φωτιάδη, 3η Σεπτεμβρίου 1843,Τα φοβερά ντοκουμέντα, εκδόσεις Φυτράκης χ.χ.
  • Δημήτρη Φωτιάδη, Όθωνας – Η μοναρχία, εκδόσεις Κυψέλη, Αθήνα 1963.
  • Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΓ’, Αθήνα, 1975.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, τ. Δ’, Αθήναι, 1929
 

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου




Ο έφιππος Δ. Καλλέργης ενώπιον των ανακτόρων (Συλλογή Λ. Ευταξία)
Φωτο:Ο έφιππος Δ. Καλλέργης ενώπιον των ανακτόρων (Συλλογή Λ. Ευταξία)

 

Πολιτικοστρατιωτικό κίνημα, που εκδηλώθηκε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, με σκοπό την παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα. Μέχρι τότε, ο βασιλιάς κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης, χωρίς να λογοδοτεί στους υπηκόους του («ελέω θεού μοναρχία»).

Στις αρχές του 1843 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη χώρα μας, το οποίο προϋπέθετε την ύπαρξη Συντάγματος. Ήταν ένα αίτημα που είχε τεθεί από τα φιλελεύθερα στοιχεία του Αγγλικού και Γαλλικού Κόμματος ήδη από την εποχή του Καποδίστρια. Σύνταγμα ζητούσαν και οι παραγκωνισμένοι από τον Όθωνα πρόκριτοι και αγωνιστές του '21, που ανήκαν κυρίως στο Ρωσικό Κόμμα και ήθελαν μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών να ακουστεί και πάλι η φωνή τους. Η ιδέα του Συντάγματος έθελγε και τις λαϊκές μάζες, που είχαν μεν μια θολή εικόνα για το τι αυτό αντιπροσώπευε, αλλά πίστευαν ότι ήταν το αναγκαίο μέσο για να λυθούν τα οξυμένα προβλήματά τους.

Την ίδια εποχή, η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη δαμόκλειο σπάθη των πιστωτών της. Από την αρχή του χρόνου αδυνατούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και οι πιστωτές τής επέβαλαν μια δυσβάστακτη οικονομική συμφωνία («μνημόνιο» θα λέγαμε σήμερα), που περιλάμβανε μείωση των κρατικών δαπανών, περικοπές μισθών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αθρόες αποστρατεύσεις αξιωματικών (όχι όμως και των Βαυαρών) και κλείσιμο πρεσβειών. Έτσι, διευρύνθηκε σημαντικά ο κύκλος των δυσαρεστημένων με το καθεστώς. Ο Όθωνας φαινόταν να μην ελέγχει την κατάσταση.

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν προϊόν συνωμοσίας τριών ανθρώπων: του κεφαλλονίτη αγωνιστή και διπλωμάτη Ανδρέα Μεταξά (Ρωσικό Κόμμα), που έφερε τον τίτλο του Κόμη, του αιγιώτη αγωνιστή Ανδρέα Λόντου (Αγγλικό Κόμμα) και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (Γαλλικό Κόμμα). Αργότερα, μυήθηκαν και στρατιωτικοί, όπως ο συνταγματάρχης του Ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, τον οποίο οι συνωμότες πέτυχαν να μεταθέσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Οι αρχές είχαν πληροφορίες για επικείμενο στασιαστικό κίνημα, πήραν κάποια μέτρα, τα οποία όμως αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Εξ αυτού του λόγου το κίνημα επισπεύσθηκε και εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 (αντί της 25ης Μαρτίου 1844, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο). Η Φρουρά των Αθηνών, που στρατοπέδευε στο Μοναστηράκι, στασίασε και με αρχηγό τον Δημήτριο Καλλέργη παρατάχθηκε στην πλατεία έμπροσθεν των Ανακτόρων (κτίριο της σημερινής Βουλής), η οποία θα μετονομασθεί εξ αφορμής του γεγονότος αυτού σε Πλατεία Συντάγματος. Την ίδια ώρα, πλήθος κόσμου με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη κατέφθασε μπροστά από τα ανάκτορα, αλαλάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα».

Ο Όθων εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί, παρά τη συνήθειά του, και εργαζόταν στο γραφείο του. Ένας αξιωματικός των κινηματιών εισήλθε στα ανάκτορα και του ανακοίνωσε την επανάσταση του στρατού. Ο βασιλιάς απέστειλε προς τους επαναστάτες τον Υπουργό των Στρατιωτικών για να πληροφορηθεί και επισήμως τα αιτήματά τους, αλλά αυτοί τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό περιορισμό. Πάντως, η βασίλισσα Αμαλία είχε φροντίσει προηγουμένως να ανακοινώσει στον σύζυγό της ότι οι επαναστάτες ζητούσαν Σύνταγμα και πολιτικές ελευθερίες. Τον συμβούλευσε, μάλιστα, να κάνει δεκτά τα αιτήματά τους.

Τότε, ο βασιλιάς αναγκάσθηκε να εμφανισθεί από ένα παράθυρο των Ανακτόρων (το τέταρτο δεξιά των Προπυλαίων της Βουλής, πάνω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη) και να ανοίξει διάλογο με τον έφιππο Καλλέργη, ο οποίος του εξήγησε ότι λαός και στρατός απαιτούν την άμεση σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για την κατάρτιση Συντάγματος. Ο βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και υποσχέθηκε την εκπλήρωση του αιτήματος την επομένη. Ο Καλλέργης ήταν ανένδοτος και ζήτησε την άμεση αποδοχή του αιτήματος, ενώ αξίωσε ακόμη την παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνης του λαού και την αποπομπή των Βαυαρών από τη δημόσια διοίκηση, εκτός των αποδεδειγμένα φιλελλήνων.

Ο Όθωνας αποσύρθηκε στο γραφείο του και ζήτησε να συναντηθεί με τους ξένους πρεσβευτές για διαβουλεύσεις. Όμως, αυτοί εμποδίστηκαν να εισέλθουν στο παλάτι από τον Καλλέργη, μία τολμηρή κίνηση που έκρινε την κατάσταση. Ο Όθωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν πλήρως απομονωμένος και προς στιγμήν σκέφθηκε να παραιτηθεί. Τελικά, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών και τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας υπέγραψε τα αναγκαία διατάγματα για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως.

Στη συνέχεια διόρισε πρωθυπουργό τον αρχηγό του Ρωσικού Κόμματος, Ανδρέα Μεταξά, ενώ επίλεκτα μέλη του κινήματος τον πλαισίωσαν στα βασικά υπουργεία (Ανδρέας Λόντος στο Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Κανάρης στο Ναυτικών, Ρήγας Παλαμήδης στο Εσωτερικών και Δρόσος Μανσόλας στο Οικονομικών). Το κίνημα, που ήταν αναίμακτο, έληξε και τυπικά γύρω στις 3 το μεσημέρι, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος διαλύθηκε και οι στρατιώτες επέστρεψαν στη βάση τους στο Μοναστηράκι.

Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, στα τέλη Οκτωβρίου του 1843 θα διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές στην Ελλάδα. Η Βουλή που θα προκύψει, συνέρχεται στις 8 Νοεμβρίου με πρόεδρο τον υπέργηρο Πανούτσο Νοταρά και αποφασίζει να λάβει το όνομα «Η της Γ' Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις». Κύριο έργο είναι η σύνταξη του Συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 18 Μαρτίου 1844 και αποτέλεσε τη βάση για όλα τα επόμενα.







 

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου