Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 25 Μάρ 2020
Τσοπανάκος (Παναγιώτης Κάλλας)
Κλίκ για μεγέθυνση

Ο Τσοπανάκος (Παναγιώτης Κάλλας)





Τσοπανάκος ήταν το προσωνύμιο του ποιητή Παναγιώτη Κάλλα, που διακρίθηκε με τους εμψυχωτικούς στίχους του κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Οι λόγιοι της εποχής του τού απέδωσαν τους χαρακτηρισμούς «Ομηρίδιον», λόγω και του μικρού του ύψους και «Τυρταίος της Επανάστασης».

Ο Παναγιώτης Κάλλας γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας και ήταν πολύ κοντός, σχεδόν νάνος και καμπούρης. «Το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παππαδόπουλος.

Από μικρός απέκτησε την ευχέρεια στη στιχουργία, σκαρώνοντας σατιρικούς στίχους, με τους οποίους ειρωνευόταν τα κακώς κείμενα της πατρίδας του. Καθόταν σε μια γωνιά της Δημητσάνας και τους απήγγειλε μεγαλοφώνως. Εξ αυτού του λόγου, οι συμπολίτες του τού «κόλλησαν» το παρατσούκλι Τσοπανάκος, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κάλλας παρακολούθησε μόνο για δύο χρόνια μαθήματα στο Ελληνικό Σχολείο της Δημητσάνας, λόγω προβλημάτων υγείας. Ήταν, όμως, φιλομαθής και όταν ένιωθε καλά, επέστρεφε στα θρανία.

Με την έκρηξη της Επανάστασης άλλαξε τις χορδές της λύρας του και αντί σατιρικών επιγραμμάτων συνέθετε θούρια που προέτρεπαν τους Έλληνες στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας και υμνούσε τα κατορθώματα του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη του Κανάρη και των άλλων ηρώων της Επανάστασης.

Απ’ όλους τους Τουρκομάχους θαύμαζε και αγαπούσε τον Νικηταρά, και πρώτα σ’ αυτόν διάβαζε τα νέα του ποιήματα. Μια μέρα ο Νικηταράς, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του Τσοπανάκου στην Επανάσταση, του απέστειλε ως δώρο ένα λάφυρο από την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια το καλοκαίρι του 1822. Ήταν ένα όμορφο άλογο χωρίς ουρά, που θα του χρησίμευε για να περιέρχεται τα στρατόπεδα έφιππος και να εξάπτει με τους στίχους του το φρόνημα των μαχητών.

Ο Τσοπανάκος, που ήταν πάμπτωχος και μόλις που κατόρθωνε να θρέψει τον εαυτό του, ξαναβρήκε τον σατιρικό του οίστρο και ευχαρίστησε τον Νικηταρά με τους παρακάτω στίχους:

Το δώρο σου Νικηταρά
είν’ άλογο χωρίς ουρά
Ή μου στέλνεις και κριθάρι
ή σου στέλνω το τομάρι.

Ο Νικηταράς τού έστειλε το κριθάρι που ζητούσε και η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέλαβε να τον συντηρεί. Ο θάνατος του Τσοπανάκου το 1825 ήταν αρκετά πεζός. Καθ’ οδόν προς τη Δημητσάνα συνάντησε μια κορομηλιά και αποφάσισε να χορτάσει την πείνα του. Στάθηκε καβάλα στο άλογο κάτω από το δέντρο και άρχισε να καταβροχθίζει λαίμαργα τους καρπούς του. «Αφού η φύσις τον εστέρησε το σώμα, του έδωκε μεν πνεύμα πολύ, αλλά κοιλίαν μικρήν και αδύνατον και δια τούτο μη δυνάμενος να χωνεύση τα κορόμηλα απέθανεν» γράφει ο Φωτάκος στους «Βίους Πελοποννησίων Ανδρών».

Τα πατριώτικα ποιήματά του εκδόθηκαν μετά το θάνατό του το 1838 από τον Νικόλαο Παππαδόπουλο, με τίτλο «Άσματα Πολεμιστήρια του υπέρ της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Αγώνος». Τα σατιρικά του, όμως, επιγράμματα χάθηκαν και μόνο κάποια από αυτά διασώθηκαν από στόμα σε στόμα.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

 Προς την Ελλάδα

Προς την Ελλάδα

AddThis Sharing Buttons
Share to Facebook

Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/742

© SanSimera.gr

Ω Πελοπόννησος Ελλάς,
Τί σιωπάς και δεν βοάς;
Να ειπής των προπατόρων
Των ανδρειωμένων όλων,

Από τον Άδην να ευγούν,
Στα θαύματά τους να βρεθούν,
Να ιδούν τους απογόνους,
Κάποιοι χαλούν τους νόμους.

Να ερμηνεύσουνε αυτούς,
Τους απογόνους τους Γραικούς,
Για να παύσ’ η αναρχία,
Και ν’ αυξήση η ανδρεία.

Μητέρα! υπηρέτησ’ τα
Τα τέκνα σου νσυθέτησ’ τα !
Να μη πέσουν την κραιπάλην,
Νά μη σέ σκλαβώσουν πάλιν.

‘Ωστε να παύση το σπαθί,
Απ’ των Τούρκων την κεφαλή,
Τότε θ’ αναβής στον θρόνο
Και ν’ αφήσης κληρονόμο.

Τέκνα μου περιπόθητα,
ως πότε αδιόρθωτα;
Εως πότε αναρχία;
Παύσατ’ από την κακία!...

Μην αγαπάτε τον χρυσόν
Τα λάφυρα των ασεβών.
Ενωθήτε καθώς πρέπει,
Τότε η πατρίδα χαίρει.

Χαίρε ευφραίνου, ω Ελλάς,
Εις τας βασιλικάς αυλάς,
Γένος είσαι καί γενναία,
Είσαι των Ηρώων θρέμμα.

Ω Πελοπόννησος Ελλάς,
Τί σιωπάς καί δεν σκιρτάς!;
Νέον σύστημα εγίνη,
Για να παύσουν οι κινδύνοι.

‘Ωστε στον θρόνον ν’ αναβής,
Εγκάρδιος να ευφρανθής,
Εως πότε βαρβαρία,
Και τυραννική σκλαβία!

Ήλθε της δόξης ο καιρός,
Βουλή συμβούλευσον καλώς
Τους Γραικούς τους απογόνους,
Να ευπείθωνται στους νόμους.

Τους νόμους να τελέσουνε,
Θέλει τούς επαινέσουνε,
Οι φιλογενεϊς ανθρώποι
οπού είναι στην Ευρώπη.

 





Προτροπή εις τους Έλληνας δια την Ελευθερίαν

Έλληνες τώρα άγομεν,
Τα όπλα ας λάβωμεν,
Η πατρίδα μας φωνάζει,
Και ο Ρήγας μας διατάζει.

Να ελευθερωθή λοιπόν,
Να μην καταπατήται πλιόν,
Να ετοιμασθούν τα ξίφη
Κατά των Τούρκων τα στήθη.

Ως πότ’, ως πότε σταις σπηλιαίς
Και είς των Τούρκων ταις δουλειαίς;
Έως πότε τυραννία;
Ζήτω ή Ελευθερία!

Ως πότε, βρε παιδιά Γραικοί,
Νά τρέχωμεν εδώ κ’ εκεί
Υβρισμένοι, εμπαιγμένοι,
Στα δεσμά κατοικημένοι;

Κλαί’ η πατρίδα καί θρηνεί,
Δεν έχει πλιο υπομονή
Να βαστάζη τους τυράννους
Τους αχρείους Μουσουλμάνους.

Αλλήλους ασπασώμεθα,
Τα όπλα ενδυσώμεθα,
Πολεμήσωμεν συμφώνως
Κατά του απατεώνος.

Οι Πρόγονοί μας μια φορά
έκαμαν θαύματα πολλά.
Μιμηθώμεν Λεωνίδα,
Να λυτρώσωμεν πατρίδα.

Πλέον δεν έμεινεν ελπίς,
Καθώς τό γράφ’ ο Κοραής
Κάλλια θάνατος με βία,
Κι’ όχι πλέον τυραννία.

Δούλος δεν γίνεται Γραικός
'Ωντας καλός πολεμικός.
Τον αυχένα δεν τόν κλίνει
Το σπαθί του Τούρκου δείχνει.

Καθώς ό Φοίνιζ καινουργεί,
Και γίνεται νέον πουλί,
Έτσι  καινουργεί το έθνος
Το ελληνικόν το γένος.

 
 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου