Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 27 Σεπ 2011
Έλληνες και Ελληνίδες στα ξένα - μέρος Β’  09 Απριλίου 2010 20:56
Κλίκ για μεγέθυνση

Της Ελένης Παμπούκη.

 

Στη μνήμη του φίλου μου Γιάννη - John Lorigan και την αγάπη και την ανεξάντλητη υπομονή της Κούλας - Kate Lorigan που μου γνώρισαν τη δική τους Αμερική και τον Ελληνισμό της.

 

Πριν από πολλά χρόνια, στην άκρη του τότε - χωριού Παραλία Ακράτας κατάσταση βρισκόταν το καφενεδάκι του Τσόγκα. Μερικές φορές, πηγαίναμε εκεί κάποιοι... τολμηροί νεολαίοι - ο Σωτήρης Παμπούκης, ο Πάνος Χαρώνης, εγώ κι ένας - δυο άλλοι να παίξουμε τάβλι, να παραγγείλουμε (ο χαμένος κέρναγε) καφέ πολλά γλυκύ, «υποβρύχιο» ή και λουκούμι.

Από τότε και έως τώρα Παραλία, Τσόγκας και απομεσήμερα καλοκαιρινά πάνε μαζί στις αναμνήσεις μου. Γι' αυτό, ξάφνιασμα περίεργο και ευχάριστο ήταν, και συναισθήματα αξεδιάλυτα γεννήθηκαν όταν η λέξη Τσόγκας συνδέθηκε τόσο άμεσα με την πόλη Lowell, την πόλη της Κούλας και του Γιάννη. Στην άκρη της βρίσκεται το νέο στάδιο «Tsongas Arena», χώρος αθλητικών συναντήσεων και η έδρα της τοπικής ομάδας Χόκεϊ στον Πάγο. Στο ιστορικό κέντρο της, σ' ένα από τα παλαιότερα κτίρια, στεγάζεται το «Kέντρο της Bιομηχανικής Iστορίας Τσόγκας».

Ένα ίδρυμα που σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης συντηρεί τη μνήμη και διδάσκει ενήλικες και παιδιά, με σεμινάρια, εργαστήρια και άλλες εκδηλώσεις, ότι αφορά την ιστορία και τη βιομηχανική ανάπτυξη της περιοχής.

Ο Πόλ Ε. Τσόγκας, γιος Ελλήνων μεταναστών, ήταν πριν από αρκετά χρόνια, υποψήφιος για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Τον πρόλαβε ο καρκίνος. Η γυναίκα του, η Νίκη Τσόγκα πήρε τη θέση του στο Δημοκρατικό Κόμμα και εκλέγεται μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η πόλη τιμά τους ανθρώπους της και οι απόγονοι εκείνων που το 1912 ένας ντόπιος ξενοδόχος φοβόταν και αποκαλούσε «παλιό Έλληνες» 1 παίρνουν τώρα τη θέση τους στη σύγχρονη ζωή της πόλης. Αυτοί δεν είναι μόνο Έλληνες αλλά και μετανάστες από άλλες χώρες. Ένας Αμερικάνος ιστορικός γράφει: «Σε αντίθεση με τις στατιστικές που μιλάνε για τη μεγάλη κινητικότητα των Αμερικανών, τα παιδιά και τα εγγόνια εκείνων των πρώτων κλωστοϋφαντουργών παραμένουν εδώ. Αρκετοί από όσους είναι τώρα οι εντεταλμένοι θεματοφύλακες της συλλογικής μνήμης του τόπου : συντηρητές, βιβλιοθηκονόμοι, αρχειοθέτες, ερευνητές, έχουν Ιρλανδέζικα, Πολωνικά, Ελληνικά και Γάλλο - Καναδέζικα επώνυμα»2.

 

Η πόλη των Ελλήνων

Στην πόλη υπάρχει μια περιοχή που λέγεται Acre και είναι ίσως η παλαιότερη συνοικία μεταναστών - και η πολυπληθέστερη. Πρώτοι ήρθαν 40 περίπου Ιρλανδοί εργάτες το 1822 να χτίσουν κανάλια για την υδατοκίνηση των μηχανών, και εργοστάσια και οικοτροφεία που βοήθησαν την ανάπτυξη της υφαντουργίας και έκαναν τη Lowell μία από τις πρώτες σπουδαίες βιομηχανικές πόλεις της Αμερικής.

Καραβιές μεταναστών άρχισαν να έρχονται από τις μακρινές πατρίδες τους για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Ανέστιοι και πένητες έρχονταν με μόνο εφόδιο τα όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή. Η συνοικία Acre ήταν η χοάνη που τους απορροφούσε και τους στέγαζε όταν υπήρχαν δουλειές και τους απόδιωχνε όταν, για διάφορους λόγους, η παραγωγή περνούσε κρίση. Παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να είναι ένας τόπος υποδοχής για αλλοδαπούς εργάτες που τα τελευταία χρόνια προέρχονται από χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Βρίσκουν τώρα εδώ στήριξη από τις τοπικές αρχές, τον κλήρο και τις διάφορες οργανώσεις, (ανάμεσά τους και την Ουάσιγκτον - Ακρόπολις , ελληνικών συμφερόντων, υποθέτω) που τους βοηθούν να βελτιώνουν τους όρους διαβίωσής τους.

Μετά τους πρώτους Ιρλανδούς εργάτες που έχτισαν τις ξύλινες καλύβες τους και ζούσαν εκεί με τις οικογένειές τους, ολοένα και περισσότεροι έρχονταν και τελικά έγιναν η μεγαλύτερη μεταναστευτική ομάδα. Όμως οι παλαιότεροι ντόπιοι κάτοικοι - οι Γιάνκις φοβήθηκαν ότι οι αξίες τους : εγκράτεια, οικονομία, και σκληρή δουλειά κινδύνευαν από τους νεοφερμένους Ιρλανδούς. Οι συγκρούσεις, ανάμεσα στους προτεστάντες Γιάνκις και τους καθολικούς Ιρλανδούς, ήταν αναπόφευκτες, συχνές και βίαιες. Τότε οι υπεύθυνοι της βιομηχανικής ζώνης, για να καταλαγιάσουν λίγο τα πνεύματα, παραχώρησαν ένα τμήμα γης για να χτιστεί ο καθολικός ναός του Αγίου Πατρικίου που αποπερατώθηκε το 1839. Πολλά χρόνια αργότερα χτίστηκε εκεί κοντά από τους Έλληνες η πρώτη ορθόδοξη ελληνική εκκλησία σε αμερικανικό έδαφος,, ο ιερός ναός της Αγίας Τριάδος. Υποθέτω ότι η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Οι ορθόδοξοι Έλληνες ήθελαν να δηλώσουν έμμεσα αλλά με σαφήνεια τις δογματικές διαφορές με τους Καθολικούς και με τους Προτεστάντες και να εκφράσουν την προσήλωσή τους στη δίκη τους στη πίστη.

Όμως, καθώς το καμπαναριό του Αγ. Πατρικίου αντανακλάται στον χρυσό βυζαντινό τρούλο της Αγίας Τριάδας, διαγράφονται στον ορίζοντα της πόλης οι πολιτισμοί των πολλών και τόσο διαφορετικών λαών που έρχονται να απαγκιάσουν εδώ. Η ιδιαιτερότητα του κάθε λαού ακούγεται στις φωνές των παιδιών που παίζουν και λαλούν διάφορες γλώσσες, στις μουσικές των μαγαζιών, φαίνεται στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που περπατούν στους δρόμους μιας συνοικίας που κάποτε ονομαζόταν Greektown ή και Acre- Acropolis, πόλη των Ελλήνων.

«Στις αρχές του 1900 η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Ιρλανδοί και Έλληνες. Στοιβαγμένοι σε λαϊκές πολυκατοικίες, ολόκληρες οικογένειες μοιράζονταν συχνά ένα μόνο δωμάτιο χωρίς τρεχούμενο νερό. Οι Έλληνες μαζεύονταν στα καφενεία τα βράδια, έπιναν καφέ συζητούσαν πολιτικά, η διάβαζαν την εφημερίδα Weekly Telegraphos που δημοσίευε τακτικά τα νέα από τη χώρα που γεννήθηκαν. Υπερβολικά αφοσιωμένοι στην πατρική τους γη, γύριζαν όταν γινόταν πόλεμος προσωρινά στην Ελλάδα να αγωνιστούν για την πατρίδα τους»3.

Κάποιες πηγές λένε ότι το έθιμο της βεντέτας τηρήθηκε και εδώ, ένας δυό ανεξήγητοι φόνοι έγιναν στα καφενεία, από καλούς και ήρεμους ανθρώπους που δικάστηκαν από τα Αμερικάνικα δικαστήρια, εξήτησαν την ποινή τους και έζησαν έκτοτε σιωπηλοί και αποτραβηγμένοι στον εσώτερο εαυτό τους.

«Η Μεγάλη Ύφεση του 30 [μετά το οικονομικό κραχ του 29] χτύπησε άσχημα την πόλη. Υφαντουργεία έκλεισαν, εργάτες απολύθηκαν, γειτονιές και σπίτια ερειπώθηκαν. Για να αναβαθμιστεί η περιοχή 12 οικοδομικά τετράγωνα περίπου κατεδαφίστηκαν και οικοδομήθηκαν στα πλαίσια ενός από τα πρώτα Ομοσπονδιακά Προγράμματα Ανασυγκρότησης. Η όψη της συνοικίας άλλαξε δραματικά καθώς οι λαϊκές πολυκατοικίες μαγαζιά και ταβέρνες εξαφανίστηκαν και πολλοί κάτοικοι, ειδικά οι Έλληνες αναγκάστηκαν να μετακομίσουν».3

Μετακόμισαν αλλά δεν έφυγαν τελείως. Δεν εξαφανίστηκαν. Τα σημάδια τους μένουν πάνω στις πινακίδες των δρόμων και στην είσοδο ενός σχολικού συγκροτήματος που έχουν ακόμα τα ελληνικά τους ονόματα. Έμειναν στους χάρτες της πόλης που δείχνουν τα σημεία που έδρασαν Έλληνες όπως «...εκεί στεγάστηκαν τα κεντρικά γραφεία της οργάνωσης ΑΧΕΠΑ που στήριζε τους Έλληνες, μετανάστες στην Αμερική». Έμειναν στα έντυπα που μαζί με την ιστορία της πόλης γράφουν και για τη ζωή των Ελλήνων. Έμειναν σε μια υποσυνείδητη Ελληνικότητα όσων έζησαν και μεγάλωσαν εκεί. Έμειναν στην ταβέρνα «Αθηναϊκή Γωνιά» του Σταύρου που κατάγεται από το Κεφαλόβρυσο κοντά στην Καλαμάτα. Σερβίρει «τη μεγαλύτερη ποικιλία ελληνικών εδεσμάτων». Παίζεται ελληνική, αρμενική και αραβική μουσική, χορεύεται ο χορός της κοιλιάς τα Παράσκευο-Σαββάτο-Κύριακα Ναι! όλα αυτά μαζί και κεφάτα όπως κεφάτος και φιλόξενος είναι ο κυρ-Σταύρος). Έμειναν στην άλλη ταβέρνα Nick's Restaurant που είναι θαρρώ η συνέχεια του ιστορικού Nicky's Bar όπου σύχναζε ο Τζακ Κέρουακ που είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.

 

Τζακ Κέρουακ, ένας παρ' ολίγον Έλληνας.

 

Με τον Τζακ Κέρουακ έχουμε μια εκλεκτική συγγένεια ως Έλληνες εννοώ. Με ανεξίτηλους τρόπους συνδέθηκε μαζί μας , έγινε δικός μας. Γεννήθηκε το 1922. Οι γονείς του ήταν Γαλλο - Καναδοί μετανάστες. Αγαπημένος φίλος των νεανικών του χρόνων, ήταν γιος μεταναστών από τη Μάνη. Προσπάθησε να τον εμποδίσει να καταταγεί στο στρατό όταν η Αμερική μπήκε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν τα κατάφερε. Πιστός εκείνοςστην οικογενειακή παράδοση και στον πατριωτισμό των Ελλήνων ήρθε στην Ευρώπη να πολεμήσει τους εχθρούς της πατρίδας του. Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της απόβασης των Αμερικάνικων στρατευμάτων στη Σικελία. Ήταν 21 χρονών.

Ό Τζακ έφυγε από την πόλη. «Περιπλανήθηκε στον κόσμο σαν τον Οδυσσέα μένοντας πότε εδώ και πότε εκεί, ζώντας με ανθρώπους λογιών-λογιών». 3

Και γράφοντας ποίηση, μυθιστορήματα με πολλά βιωματικά στοιχεία, δοκίμια - περίπου 20 βιβλία. Έγινε γνωστός το 1957 με τον βιβλίο του «On the road» που του χαρακτήρισε ως πατέρα ων Beat. Το 1967 γύρισε στην πόλη των νεανικών του χρόνων άρρωστος πολύ. Αναζητώντας ίσως το λιμάνι της παλιάς φιλίας παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη αδερφή του φίλου του τη Στέλλα Σάμπας (αναφέρεται και ως Σταυρούλα ή Σταθούλα). Πέθαινε το 1969 και θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο της συζύγου του. Νομίζω ότι ήταν η άσβηστη απελπισία για το θάνατο του φίλου του που τον οδηγούσε 25 χρόνια στον πλάνητα βίο του και τέλος στον πρόωρο θανατό του.

Η πόλη Lowell ανέγειρε το 1988 αναθηματικό μνημείο προς τιμήν του φτιαγμένο από γρανιτένιους πεσσούς σε δαιδαλώδη διάταξη με χαραγμένα αποσπάσματα από τα γραπτά του. Είναι εκεί για να υποδηλώνει ότι «Δρόμος» σε άγονους τόπους είναι η ζωή μας.

Η περιπλάνηση στην πόλη τελείωσε. Ο Γιάννης σταμάτησε το αυτοκίνητο στο προαύλιο της Εκκλησίας. Η Κούλα κι εγώ κατεβήκαμε. Πήγαμε κοντά. Η πόρτα ήταν κλειστή, κλειδωμένη. Μέσα σκοτεινά. Αλλά από παράθυρο σε παράθυρο περνούσε μια ηλιαχτίδα κόκκινη σαν τη δύση του ήλιου που έπεφτε. Πορτοκαλιά σαν τα χρωματιστά τζάμια της εκκλησίας- όπως συμβαίνει μερικές φορές στον Αϊ Χαράλαμπο στην Ακράτα. Από τα γύρω χαμηλά σπίτια παιδιά μιας άλλης φυλής παιδιά από την Καμπότζη,, το Λάος, το Βιετνάμ την Κολομβία, το Πορτορίκο βγήκαν και μας κοίταζαν ακίνητα σαν φρουροί. Όχι με παιδική περιέργεια, αλλά σαν φύλακες ενός ιερού που τους ήταν ξένο, αλλά το φύλαγαν σα να ήταν δικό τους. Φύγαμε.

Υ.Γ. Πήρα μαζί μου ένα «Οδηγό Επισκεπτών» της βιομηχανικής και ιστορικής Μασαχουσέτης. Στη σελίδα 10 υπάρχει μια ωραία, σχεδόν ολοσέλιδη φωτογραφία της κόγχης του ιερού και του θόλου της Αγίας Τριάδας με εξαίσιες τοιχογραφίες όχι αυστηρά βυζαντινές απαλές, αέρινες φιγούρες του Χριστού, των Αποστόλων, των Ευαγγελιστών ως και ένθρονης Παναγιάς της Πλατυτέρας αιωρούνται σα να χορεύουν και να αγάλονται.

Την κοιτάζω όταν θέλω να πιάσω τα νήματα της μνήμης και της φιλίας.

1.βλ. το περασμένο φύλο της εφημερίδας

2.The Lowell offering, επμ: Benita Eisler, N.Y. 1977 σελ. 217

3. Lowell National Historical Park "διάφορα έντυπα

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου