Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 27 Σεπ 2011
Τα Περσικά - 17 Σεπτεμβρίου 2009 06:28
Κλίκ για μεγέθυνση

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 09

 

Της Ελένης Παμπούκη

 

Στην μνήμη του Βάσου Ανδρονίδη που ερμήνευσε το ρόλο του Δαρείου στο θέατρο της Επιδαύρου με δέος και με μέτρο.

 

Και το φετινό καλοκαίρι δημιουργήθηκαν εντάσεις στο θέατρο της Επιδαύρου εξαιτίας δύο παραστάσεων. Η μία παράσταση «Ο Πόλεμος των υιών του φωτός κατά των υιών του σκότους» με σκηνοθέτη τον Ισραηλινό Άμος Γκιτάι απεσύρθη σχεδόν σιωπηλά ίσως και εξαιτίας της άρνησης του εξαίρετου ηθοποιού Δημήτρη Κατειληφού να δεχθεί τις αλλαγές της τελευταίας στιγμής που προσπάθησε να επιβάλλει ο σκηνοθέτης.

Η παράσταση όμως της τραγωδίας του Αισχύλου «Πέρσες» δημιούργησε πολλές αναταραχές και ατέλειωτες συζητήσεις.

 

Το έργο

Το έτος 480 π.Χ. ήταν ο κρισιμότερος ίσως χρόνος για τον Ελληνικό - αλλά και για τον αγέννητο ακόμα τότε ευρωπαϊκό - χώρο και πολιτισμό.

Ο Ξέρξης, γιος του πεθαμένου βασιλιά Δαρείου και απόλυτος ηγεμόνας της Περσίας, είχε εκστρατεύσει μαζί με τους αρχηγούς από 26 χώρες της Ασίας - που προφανώς είχαν μαζί του κάποια σχέση υποτέλειας- εναντίον της Ελλάδας «εκδίκηση να πάρει από την ξακουστή Αθήνα»1 για τους Πέρσες που είχαν σκοτωθεί στον Μαραθώνα. «Τ' άνθος, ολ' οι άντρες της Ασίας φευγάτοι είναι, το ζυγό της σκλαβιάς να περάσουν στην Ελλάδα,(...) άλλοι καβάλα στ' αλόγατα, άλλοι μες στα καράβια, κ' αμέτρητοι με τα πόδια πεζοί, (...) του πολέμου τ' ολόπυκνο στίφος που τρομάρα σε πιάνει όταν το βλέπεις.» Έτσι περιγράφει ο χορός των γερόντων «των παλατιών οι φυλάκτορες που ο ίδιος ο αφέντης μας Δαρειογέννητος Ξέρξης μας διάλεξε ν' αγρυπνούμε στην χώρα του επάνω.» την αναχώρηση των πολεμιστών από την Ασία. Οχτακόσιες πενήντα χιλιάδες άνδρες ήταν ο στρατός και « μια χιλιάδα τα πλοία που οδηγούσε κι άλλα διακόσια εφτά στο τρέξιμο απαράβγαλτα.»

Διέσχισε, σχεδόν χωρίς αντίσταση, από βορρά στο νότο όλη την Ελλάδα και τον Σεπτέμβριο έφτασε στην Αττική με τον στρατό του και τα πλοία του αγκυροβολημένα στο Σαρωνικό κόλπο.

Οι Αθηναίοι πολιορκημένοι από στεριά και αποκλεισμένοι από την θάλασσα εγκατέλειψαν την πόλη τους. Οι Πέρσες μπήκαν στην άδεια Αθήνα έσπασαν τ' αγάλματα, κατέστρεψαν τα ιερά και πυρπόλησαν τον πώρινο ναό της πολιούχου θεάς Αθηνάς, τον Παρθενώνα, που είχε κτιστεί το 570 π.Χ. στην Ακρόπολη. Η κατάκτηση της Ελλάδας είχε ολοκληρωθεί και για μια στιγμή φάνηκε ότι όλα είχαν τελειώσει. Μια εποχή απολύτου σκοταδισμού θ' ακολουθούσε αν το θεοκρατικό και απολυταρχικό καθεστώς της Περσίας κυριαρχούσε στην χώρα και καθυπόταζε το πνεύμα ελευθερίας και το δημοκρατικό πολίτευμα που είχε αρχίσει να στεριώνει στην πόλη της Αθήνας.

« Ο Δίας πατέρας παραχώρησε σ' έναν άντρα το προνόμιο να εξουσιάζει ολόκληρη την Ασία και να κυβερνά με το σκήπτρο στο χέρι» καυχιέται το φάντασμα του Δαρείου. Αλλά ο χορός των γερόντων είχε απαντήσει στην Βασίλισσά του, την Άτοσσα όταν ρώτησε ποιοι τάχα να ήταν οι Αθηναίοι, «Δούλοι δε λογιούνται ανθρώπου, ουδ' υπήκοοι κανενός.» Δύο κόσμοι, δυο λαοί, δύο πολιτισμοί συγκρούονταν και η ελπίδα της νίκης ήταν για τους Έλληνες φέτα φτενή. Τριακόσια ετοιμοπόλεμα καράβια είχαν, του Θεμιστοκλή το ευφυές και απότοκο σχέδιο και τον ηρωισμό των απελπισμένων. Και μ' αυτά παγίδευσαν τον στόλο των Περσών στα στενά της Σαλαμίνας.

Το ξημέρωμα της 28ης Σεπτεμβρίου βρήκε τα πλοία των δύο αντιπάλων παρατεταγμένα αντικριστά, έτοιμα για μάχη. «Μα πρώτα ακούστηκε από την μεριά των Ελλήνων βουή τραγουδιστά με ήχο φαιδρό να βγαίνει και δυνατ' αντιβούιζαν μαζί τα βράχια του νησιού τριγύρω, ενώ τρομάρα τους βαρβάρους έπιασε γιατί δεν ήταν για φευγιό που έψαλαν σεμνό παιάνα οι Έλληνες, μα σαν να ορμούσαν μ' ολόψυχη καρδιά στην μάχη (...) και τότε φωνή μεγάλη από κοντά ν' ακούσεις.. Ω! παίδες των Ελλήνων, ίτε να ελευθερώστε την πατρίδα, να ελευθερώστε παιδιά, γυναίκες και των πατρώων θεών τα ιερά και των προγόνων τους τάφους. Νυν υπέρ πάντων αγών.»

Όλη την ημέρα κράτησε η μάχη και «δεν μπορούσες να βλέπεις πια την θάλασσα γιομάτη από ναυάγια καραβιών και ανθρώπων φόνο, όσο που η μαύρη της νύχτας ήρθε σκοτεινιά και έβαλε τέλος.»

Τέλος. Ο Ξέρξης διάταξε υποχώρηση. Κυνηγημένοι Πέρσες από πείνα και από δίψα, αποδεκατισμένοι από την παγωνιά ενός πρώιμου χειμώνα και τις κακουχίες «φθάσανε στην πατρική μας γη, μια φούχτα ανθρώπων μόλις.» Μ' αυτά τα λόγια ο αγγελιοφόρος αναγγέλλει στην Βασίλισσα του και στο χορό -λαό των Περσών το θλιβερό τέλος του λαμπρού στρατού τους.

 

Τα μηνύματα

Ο Αισχύλος έγραψε και ανέβασε την τραγωδία του Πέρσες στο θέατρο του Διονύσου το 472 π.Χ. Τα γεγονότα ήταν γνωστά στους συντοπίτες και συναγωνιστές του, η μνήμη νωπή και ο πόνος των Αθηναίων για τον χαμό όσων σκοτώθηκαν στην μάχη αιχμηρός. Η πόλη είχε αρχίσει να ανασυγκροτείται αλλά τα αναπάντητα ερωτήματα παρέμεναν - γιατί; Ο Αισχύλος, που είχε χάσει και αυτός τον αδελφό του τον Κυναίγειρο με τρόπο ηρωικό πέρα από τα όρια, τους απαντά - για την ελευθερία και την δημοκρατία.

Όχι ο ίδιος και όχι απ' ευθείας. Είναι οι Πέρσες που απαντούν εκφράζοντας τον ανομολόγητο φόβο τους για την κατάρρευση των δικών τους αξιών και εξουσιών. «Της Ασίας οι λαοί στων Περσών δεν θα ακούνε τον νόμο κι ούτε ως πρώτα πεσμένοι στα γόνατα προσταγές θα δέχονται γιατί τώρα για πάντα πάει χάθηκε του μεγάλου βασιλιά η εξουσία. Και ο λαός μια που βγήκε της βίας ο ζυγός ελεύθερο στόμα θ' ανοίξει.» Είναι οι Πέρσες, οι ηττημένοι που περιγράφουν, θρηνούν και τελικά επαινούν τον εχθρό τους Έλληνες για την νίκη του. Και πιο μεγάλος έπαινος από τον έπαινο των εχθρών δεν υπάρχει.

Ο Αισχύλος μιλάει στους συμπολίτες του για πραγματικά γεγονότα, κάνει την ιστορία ποίηση. Αλλά τοποθετώντας το έργο του στην χώρα των εχθρών και αφήνοντας αυτούς να μιλήσουν για όσα συνέβησαν, είναι σαν να παραμερίζει και ο ίδιος από την σκηνή και σαν απλός θεατής ανάμεσα στους πολλούς Αθηναίους θεατές να παρακολουθεί την παράσταση. Απαλή παρηγοριά απλώνεται πάνω στις πληγές τους και ελπίδα μεγάλη γεμίζει τις ψυχές τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους άρχισε η εποχή των κλασσικών χρόνων. Λαμπρή εποχή για την Αθήνα και τον αγέννητο ακόμα δυτικό πολιτισμό.

 

Συνέπειες και ανακολουθίες.

Και τώρα, τα τελευταία χρόνια έρχονται εκπρόσωποι αυτού του πολιτισμού, Έλληνες και αλλοδαποί, και μας λένε ότι το παραπείραμε επάνω μας. Κάτσαμε πάνω στο αρχαίο κλέος και κάνουμε τους σπουδαίους, ενώ τι είμαστε; Ένα μάτσο απαίδευτων Ελλήνων υπόπτου καταγωγής είμαστε! « Και αν έρθει κάποιος ξένος να μας δείξει τι να κάνουμε, α, τον ξένο που έχει άποψη τον σκοτώνουμε και τον θάβουμε2» λέει ο Μηνάς Χατζησάββας (Ταχυδρόμος 14.8.09).

Και από παράδοση; ρωτάει ο δημοσιογράφος. -Καμιά παράδοση ποια παράδοση; την επινοήσαμε την παράδοση απαντάει ο καλός ηθοποιός.

(Αχ! θειά μου Αθηνά που έλεγες σε ποιητές και απλούς ανθρώπους Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού με δάκρυα στα μάτια. Μην το ξαναπείς αυτό το τραγούδι το παλιό, το παραδοσιακό, το διαβαλκανικό σε κανέναν πια. Όπως δεν θα το πει και η γιαγιά του Γκότσεφ στην Βουλγαρία γιατί εκείνος είναι πια μαρξιστής. «Ως μαρξιστής δεν θα μπορούσα να βρω καμιά μεταφυσική ερμηνεία στην επίκληση» δήλωσε στην εφημερίδα Τα Νέα 29.7.09. Δεν χρειάζονται ούτε επικλήσεις ούτε τίποτα. Ο Δαρείος έχει σάρκα και οστά λέει ο Χατζησάββας, μ'ένα πουκάμισο πάνω στο παντελόνι του ριχτό, πιστός στην παράδοση του πειραϊκού κουτσαβακισμού των αρχών του 1900. Και τέλος φτάνει στην απόλυτη πρόταση: Επιτέλους καλύτερα να την κλείσουμε την Επίδαυρο.

Και έτσι φθάσαμε στο κρίσιμο ερώτημα- τι την κάνουμε την Επίδαυρο; Σε ποιους θιάσους την δίνουμε; Ποια έργα επιτρέπονται να παρουσιάζονται εκεί;

Μήπως θα έπρεπε να υπάρχει ένας κανονισμός προστασίας των γραπτών μνημείων της αρχαιοελληνικής γραμματολογίας ακριβώς όπως υπάρχει ο κανονισμός προστασίας των αρχαιοελληνικών και ρωμαϊκών αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών μνημείων. Μήπως όπως απαγορεύεται να σηκώσεις έστω και ένα πετραδάκι από ένα αρχαιολογικό χώρο, έτσι να απαγορεύεται να αλλάξεις έστω και ένα ιώτα σ' ένα αρχαιοελληνικό κείμενο. Και αν το κάνει κάποιος (καθεστώς ελευθερίας και δημοκρατίας έχουμε) να μην μπορεί να παρουσιάσει το έργο του σε κανένα αρχαιοελληνικό ή ρωμαϊκό θέατρο.(κυρίως στις τραγωδίες μιας και οι κωμωδίες έχουν μιαν άλλη επικαιρότητα)

Για τους πειραματισμούς- καλοδεχούμενοι και γόνιμοι είναι- υπάρχουν πολλά φεστιβάλ και πολλοί χώροι να παρουσιαστούν. Και όποιο κοινό θέλει με ευμένεια και χωρίς αποδοκιμασίες να παρακολουθήσει.

Η παράσταση των Περσών στην Επίδαυρο και γιουχαΐστηκε και αποδοκιμάστηκε γιατί το κοινό ένιωσε ότι εξαπατήθηκε. Στον κατάλογο των φεστιβαλικών παραστάσεων που κυκλοφόρησε από το Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε., Μάιος '09, αναγράφεται: Αισχύλου Πέρσες, Μετάφραση Ελένη Βαροπούλου, Σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff. Τίποτα δεν αναφέρεται για διασκευή του κειμένου ή προσθήκη άλλου κειμένου. Όμως ο ίδιος ο Γκότσεφ μιλάει για διασκευή (προς τιμή του) στην συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή 26.7.09. Αλλά, το Εθνικό Θέατρο που τον κάλεσε και ειδικά ο διευθυντής του ο κ. Χουβαρδάς, το Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε. που τον ενέκρινε ή / και που τον πρότεινε και ειδικότερα ο πρόεδρος ο κ. Λούκος δεν γνώριζαν ότι το έργο δεν ήταν οι Πέρσες του Αισχύλου αλλά μια διασκευή -παραποίηση -παράφραση του σκηνοθέτη, με την προσθήκη ξένων κειμένων και επιπλέον ρόλων. Και ακόμα η μεταφράστρια κ. Ελένη Βαροπούλου πως χειρίστηκε την μετάφραση στα μέρη που το κείμενο πρέπει να αλλάξει εξαιτίας της μετατροπής των σοφών γερόντων του χορού «γηραλέοι πιστοί, φίλοι συνομήλικοι, φύλακες, σύμβουλοι, σύντροφοι της νιότης, ...το λευκό το γένι σου τράβα το μάδησέ το...» σε ανάλαφρες κοπελίτσες. Και την επίκληση στον νεκρό Δαρείο που δώδεκα φορές αναφέρεται στο κείμενο πως την διαχειρίστηκε άραγε, και με ποιο τρόπο ενημερώθηκε για τις αλλαγές το κοινό πριν από την παράσταση.

Παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε κανείς να διαχειριστεί τα προβλήματα που προέκυψαν, είναι ο τρόπος που παρουσιάζει, ο πολύ σοβαρός οργανισμός του Εθνικού Θεάτρου Μεγάλης Βρετανίας το θεατρικό έργο Φαίδρα του Ρακίνα. Μία εκδοχή του Ted Hughes γράφει. Όχι μετάφραση, αλλά εκδοχή. Σημειώνω ότι ο Τ. Η. είναι ο σημαντικότερος σύγχρονος Άγγλος ποιητής και μεταφραστής αρχαιοελληνικών τραγωδιών.

Αυτά, για να είμαστε όλοι μας σοβαροί.

 

Ένα σχόλιο σε μία ανατροπή.

Θέλω να σχολιάσω τη σημαντικότερη, για μένα, ανατροπή που προτείνει ο Ντ. Γκότσεφ σε μια συνέντευξη του. «Ο παιάνας της νίκης ίτε παίδες Ελλήνων θα ακουστεί σβησμένα, σαν μελαγχολικό σχόλιο για περίοπτες νίκες, που σωρεύουν νεκρούς και στρατιές ηττημένων.»

Όμως, ο ύμνος αυτός δεν είναι η ιαχή ενός φιλοπόλεμου στρατού που ορμάει ακάθεκτος στην μάχη. Είναι το τραγούδι ενός λαού που αντιστέκεται, που πολεμά, που αγωνίζεται για την ζωή του, την ελευθερία του, τις αξίες του, την ανεξαρτησία του. Ζωσμένοι από παντού οι Αθηναίοι, όπως οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, αντιστέκονται στην επέλαση της βαρβαρότητας των Περσών όπως αντιστάθηκαν το 1940 στην Κρήτη-το τελευταίο ελεύθερο κομμάτι της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης - μια χούφτα πεζοί Κρητικοί στη σιδερόφραχτη, αήττητη γερμανική αεροπορία.

Παρακαλώ σας μην τον αγγίζετε, μην τον φορτώνετε με συμβολισμούς που δεν έχει. Είναι το πρώτο αντιστασιακό τραγούδι. Είναι ο πρώτος ύμνος στην ελευθερία. Γράφτηκε Σεπτέμβρη μήνα πριν από 2.489 χρόνια ακριβώς. Σε γλώσσα ελληνική. Είναι και το δικό σας τραγούδι.

 

1. Οι φράσεις σε εισαγωγικά προέρχονται από το βιβλίο «Οι Τραγωδίες του Αισχύλου- Πέρσες, σελ. 48-87. Μετάφραση Ι.Ν. Γρυπάρη, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» χ.χ.

2. Εκτός από ρατσιστές, εθνικιστές, συντηρητικοί, αμαθείς και ξενόφοβοι είναι τώρα και ξενοφονιάδες όσοι/ες αντιδρούν σε μοντερνοποιημένες σκηνοθεσίες.

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου