Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 10 Ιαν 2013
Η ΔΗΜΩΔΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ «Ρίζες και φτερά»
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

«Η ιδιαιτερότητα κάδε έι9νους είναι ο πολιτισμός του. Μέσα από αυτόν διαμορφώνεται η φυσιογνωμία του μέσα στου ς αιώνες και μέσω αυτού σηματοδοτείται η ι του ανάμεσα στους άλλους λαούς.»

Θάνος Μικρούτσικος

Είμαστε ευγνώμονες στους προγόνους μας, γιατί μας κληροδότησαν «την καλλίστη των τεχνών » ιερή παρακαταθήκη, με θεία προέλευση και προστασία, τη μουσική.

Ζούμε σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, αλλά και αξιών. Όμως, ας προσπαθήσουμε να περισώσουμε τις αγάπες μας που έχουν συνάψει συμβόλαιο με τη ζωή, σαν μια δύναμη σταθερή, πλούσια, ανεξάντλητη, ανθρώπινη αλήθεια, με θαλερά ατομικά και ομαδικά βιώματα. Τέτοια είναι η λαϊκή-δημώδης παραδοσιακή μας μουσική.

Ψάχνουμε να βρούμε το αληθινό φως, που το έχουμε μέσα μας. Είμαστε λαός τραγουδιστής με εσωτερική ακοή, που με τη δύναμη του φτερωτού Δημοτικού στίχου, μελωδεί τις καθημερινές χαρές και λύπες, αλλά και τα κρίσιμα μερόνυχτα των ιστορικών αγώνων.

Όταν έπεσε η Επτάλοφη Βοσπορίτισσα Πόλη, αντί να επικαλεσθεί. την εξ ύψους παρηγορία, ο ίδιος λαός παρηγορεί την κυρά – Δέσποινα « να μην πολυδακρύζει ». Είναι μόνο μια στιγμή που στάλαξε ο πόνος, αλλά δεν θάμπωσε το εσωτερικό του φως.

Κάποιες ευαίσθητες ψυχές, ντόπιες και ξένες σε απόμακρες στεριές και θάλασσες, άπλωσαν, αφού έπλασαν μαγικό κόσμο με μακρινό φως, τη μουσική τους παράδοση. Μια διαπίστωση παλιά και ρέουσα, όσο και η ζωή. Γιατί ο άνθρωπος πρώτα τραγούδησε άναρθρα και μιμητικά και, μετά μίλησε. Πιο μακρινή από το μοιρολόγι και το παραμύθι. Ο Ν. Καζαντζάκης, εξομολογείται πως ο παραμυθένιος βίος του Ζορμπά έγινε έργο ιστορικό και θρυλικό γιατί «στην αρχή, μουσική ταραχή, πυρετική ηδονή και δυσφορία σαν να μπήκε μέσα στο αίμα μου ένα ξένο σώμα και μάχονταν ο οργανισμός μου να το δαμάσει και να το αφανίσει αφομοιώνοντάς το».

*

Για τους δικούς μας αρχαίους, η μουσική είναι μια από τις πια αγαπημένες τέχνες με θεϊκή προέλευση, που συντροφεύει αδιάκοπα κάθε στιγμή της ζωής, γέννηση, θάνατο, κοινωνική και θρησκευτική δραστηριότητα, όπως στους αγώνες αυλητικής και αυλωδίας, κιθαριστικής και κιθαρωδίας, ραψωδίας. Στην εκπαίδευση των νέων, είναι βασικό μάθημα. Αμόρφωτος είναι αυτός που δεν ξέρει ούτε ένα μύθο του Αισώπου, δεν παίζει ένα όργανο και δεν τραγουδά. Ο Σωκράτης που δεν ήξερε μουσική, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα σε μεγάλη ηλικία. Οι Πυθαγόρειοι, όπως αναφέρει ο Αριστόξενος, θεράπευαν το μεν σώμα με τη βοήθεια της ιατρικής, την δε ψυχή με τη βοήθεια της μουσικής.

Αρχίζει με την πρώτη σκανταλιά του Ερμή, όταν μωρό ακόμα, μετατρέπει το καβούκι χελώνας σε λύρα, το αρχαιότερο και πολύχρηστο μουσικό όργανο. Θα περιέλθει στον Απόλλωνα ως αντάλλαγμα και μετά από διακανονισμό για την επιστροφή των κλεμμένων αγελάδων του από τον Ερμή. Ανακηρύσσεται προστάτης της μουσικής μετά από ενόργανο μουσικό διαγωνισμό μεταξύ του τερατώδη δαίμονα Μαρσύα με όργανο τον καταραμένο αυλό της Αθηνάς. Οι παριστάμενες Μούσες, κριτές, κρίνουν νικητή τον Απόλλωνα, γιατί στη μελωδία της λύρας του πρόσθεσε και ποίηση, κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει ο ανταγωνιστής του με τον αυλό στο στόμα. Από τότε, οι Μούσες, αν και κάθε μια έχει συγκεκριμένες προστατευτικές προτιμήσεις, γίνονται νουνές και τα μελωδικά ακούσματα και η ποίηση ονομάζονται συνολικά μουσική και ο Απόλλωνας Μουσηγέτης. Όμως, η Ευτέρπη διεκδικεί την ανακάλυψη και πρώτη χρήση του αυλού, η Μελπομένη τη μελωδία και η Πολύμνια τη λύρα.

Ο μυθοποιημένος βίος του μουσικού και ποιητή Ορφέα με τη μουσική παιδεία των Μουσών και τη μαγεμένη χρυσή λύρα του Απόλλωνα, εξασφαλίζει την επιτυχή έκβαση της Αργοναυτικής εκστρατείας, όταν στη Λήμνο μεταπείθει τους μετανοημένους ναύτες, όταν ακινητοποιεί, από τότε τις Συμπληγάδες πέτρες, όταν αποκοιμίζει το δράκοντα στην Κολχίδα, όταν συγκρατεί τους συντρόφους του Οδυσσέα από το δελεαστικό, υπερκόσμιο και θανάσιμο τραγούδι των Σειρήνων και, προπαντός, όταν υπερβαίνει το νόμο της ζωής με την κάθοδό του στον Άδη νια την ανάκτηση της πολυαγαπημένης του Ευρυδίκης. Η υπόκρουση της ίδιας πανάρχαιας λύρας, Θα περάσει στους πλανόδιους αοιδούς στα ομηρικά έπη, στο χορό και στο βωμό της Θυμέλης. Συντροφεύει τους ραψωδούς της Κύπρου, της Ιωνίας, Αιολείας, Πόντου, τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Διατηρεί στις χορδές της και αναπαράγει το αποτύπωμα των δακτύλων του Απόλλωνα στη μακρόσυρτη δοξαριά του κρητικού λυράρη εκ και ολοζώντανα. Το 1922 οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας μαζί με τις εικόνες της Παναγίας Σουμελά, Κωνσταντίνου και Ελένης, Αϊ-Γιώργη και Δημήτρη, μεταφέρουν στις πνευματικές πολιτισμικές τους αποσκευές τη μουσική τους παράδοση, με τα Σμυρνέικα, Πολίτικα, Ποντιακά Αϊβαλιώτικα τραγούδια και χορούς, σύμβολα « σαν τα μάρμαρα της Πόλης που’ναι στην Αγιά Σοφιά » χωρίς την ακαμψία του στερεότυπου, φιλτραρισμένη από τυχόν δάνεια μουσικά μοτίβα της ανατολίτισσας Μούσας, συμπυκνωμένη την εξέλιξη και προσαρμογή στη δική τους έμπνευση και συναισθηματική βίωση, επιβιώνει, συντηρείται, αναδεικνύεται και κληροδοτείται πάντα ζωντανή, ενεργός, παρά την μακραίωνη παρουσία της. Γι’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. Η αλληλεπίδραση με γειτονικούς λαούς είναι σχέση ανταποδοτικής μετακένωσης. Δεν μπορείς να πάρεις χωρίς να δώσεις και να νιώσεις. Έχει όλον τον κόσμο των μορφών και διαθέτει ένα τέλειο όργανο με απεριόριστες δυνατότητες για να εκφρασθεί, τη φωνή. Ο Β. Ρώτας λέγει, πως « ποτέ δεν θα μας περνούσε από το νου να πούμε για τον αρχαϊκό κούρο τι ωραία πέτρα. Λέμε όμως για ένα τραγούδι: τι ωραία φωνή!» Και, δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλα χείλη, εάν ανάμεσα στα λόγια και τον ήχο που βρήκε έκφραση δεν ασκήσει μυστηριώδη υποβολή και κρούση ευαίσθητων ψυχικών χορδών. Μια μεγάλη αλήθεια αποκαλύπτεται: Η μουσική λαϊκή παράδοση διατήρησε γλώσσα και ποίηση.

*

Η κορυφαία έκφραση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού η τραγωδία, ανδρώθηκε με Κύριο συστατικό τη μουσική. Όλοι οι τραγωδοί εκτός από ποιητές του λόγου Είναι και ποιητές των ήχων. Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, ο ολοφυρμός της πάνω από την άδεια κάλπη (αρχ. κάλπις) που υποτίθεται πως περιέχει τη σποδό του νεκρού Ορέστη, θαρρείς πως έρχεται από τα βάθη του πέμπτου π.Χ. αιώνα στις κορυφές του Ταϋγέτου σαν απόηχος Μανιάτισσας που αυτοσχεδιάζει μοιρολόγια για τον αδελφό της «κορονυχιάζοντας τα μάγουλά της, χύνοντας δάκρυ πικρό». Κι αν δεν αρκεί αυτό, ο Όμηρος ιστορώντας το θάνατο του Έκτορα πρώτα οι ειδικοί αοιδοί των ολοφυρμών και μετά το ξέσπασμα της Ανδρομάχης και Ελένης.

Όταν η τραγωδία έχασε την όψη της θεατρικής σκηνής, απόμεινε η αρχική της μορφή, ο διθύραμβος, όπως τον διαμόρφωσε ο Μηθυμναίος (Λέσβιος) κιθαρωδός Αρίων. Με τους ρυθμικούς χορούς στα δάση και αγροτικά γιορτάσια ο Διόνυσος με την ακολουθία του, ο Πάνας με τη γλυκύτατη σύριγγά του στήνουν χορούς και ξεφαντώνουν με πρώτο τον εξάρχοντα. Γεμίζουν τα δάση και οι λόγγοι με τη ζωηρή χαρά τους, μέχρι το τέλος της ειδωλολατρίας.

*

Οι Ρωμαίοι, διατηρούν τις βάσεις της μουσικής στη θεωρία και τα όργανα. Σαν στρατιωτική υπερδύναμη της εποχής, η μουσική είναι πομπώδης και επιβλητική. Συμπληρώνει τη στρατιωτική πειθαρχία, τους θριάμβους τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία στην ιδιωτική και δημόσια ζωή με « άρτον και θεάματα».

*

Με την επικράτηση του χριστιανισμού στο Βυζάντιο, αναπτύσσεται με ταχύτατους εκφραστικούς, έντεχνους ρυθμούς, τοπική μουσική από την ανάγκη μελωδικής επένδυσης χριστιανικών ύμνων « εν χορδαίς και οργάνοις » αίνος και γέφυρα επικοινωνίας με το θεό. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος αναφέρει πως « όταν ο θεός είδε ότι πολλοί αν ήταν οκνηροί και με δυσκολία αφοσιώνονταν στην ανάγνωση των πνευματικών κειμένων, θέλησε να τα απλοποιήσει γι’ αυτούς. Πρόσθεσε τη μελωδία στα λόγια του Προφήτη, έτσι ώστε όλοι να ικανοποιούνται με τη γοητεία της μουσικής και με χαρά να τον υμνούν ». Σημειογραφείται βασικά πάνω στη θεωρία της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων με αλλαγή των μουσικών όρων και Παραμένει μέχρι σήμερα ως Βυζαντινή. Ταυτίζεται με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, που ξεπερνά τα ιστορικά όρια της Βυζαντινής περιόδου, αφού το πεντάγραμμο χρησιμοποιήθηκε μετά τον 11ο μ.Χ. αιώνα. Η αυξανόμενη κυριαρχία της μουσικής πάνω στην υμνογραφία των Αγίων Πατέρων, των υμνογράφων ποιητών Κοσμά επισκόπου Μαϊουμάς, επισκόπου Κρήτης Ανδρέα, του μελωδού Ρωμανού, Ιωάννη Δαμασκηνού, καλλικέλαδου Μηνά κ.ά. προκύπτει η ανάγκη κάθε ποίημα να ψάλλεται με ιδιαίτερο μουσικό δρόμο, ήχο και τρόπο, τα τροπάρια. Οι ήχοι, προέρχονται από την αρχαιότητα. Ως πρώτος μουσικολόγος και συλλέκτης, αναφέρεται ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος μ.Χ. αιώνα ) που μετέφερε, διασκεύασε από την ανατολίτισσα Μούσα μοτίβα που πλαισίωναν λατρευτικές εκδηλώσεις. Σταδιακά και πολλές εκδηλώσεις γίνονται σημειογραφικές απλοποιήσεις, διορθώσεις και προσθήκες, ώσπου διαμορφώνονται και παραμένουν οκτώ ήχοι, τέσσερις κύριοι και τέσσερις πλάγιοι.

Ατό τον 9ο αιώνα μ.Χ. η βυζαντινή μουσική μεταδίδεται στους αραβόφωνους Χριστιανούς της Συρίας, της Παλαιστίνης, αλλά και στα δυτικά, Βαλκάνια, Ρουμανία, Βουλγαρία, μέρος της Σερβίας και πιο πέρα, Ρωσία και Φιλανδία. Παράλληλα, αναδεικνύονται υμνωδοί, ψάλτες και πρωτοψάλτες που προσθέτουν τις δικές τους διασκευές και συνθέσεις πάνω στα μόνιμα μονοπάτια των ήχων όπως ο Φωκαέας, Βασιλικός, Στανίτσας, Αναστάσιος κ.ά. Στη γειτονιά μας στο Αίγιο σι αείμνηστοι Περιστέρης και Τασσόπουλος. Σήμερα, ο χοράρχης Φίλιππας Οικονόμου ακάματος ζηλωτής της βυζαντινής μουσικής και λάτρης της λαϊκής μας παράδοσης διακονεί στη Θεωρητική και χορωδιακή διδασκαλία τους. Αξιόλογη και αποτελεσματική η συμβολή της Ιεράς Μητροπόλεώς μας που με την ενθάρρυνση και βοήθεια που παρέχει σε νέους που επιθυμούν την εκμάθηση της βυζαντινής μουσικής. Έτσι, ηχούν οι μακρινές φωνές μα και από πολύ κοντά οι σημαδιακοί ήχοι στις εκκλησίες μας.

*

Η μουσική αλυσίδα, όσο αδιόρατη κι αν είναι δεν έχει σπάσει τους κρίκους της. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας προστίθεται ένας ακόμη κρίκος από την παρακαταθήκη των νωπών ακριτικών επικών και ιστορικών τραγουδιών, άγνωστος, αγράμματος τραγουδιστής παραλαμβάνει με αίσθημα και πάθος σαν ξεχείλισμα χυμού. Έχει τη γεύση του λυρισμού από την εποχή της Σαπφούς και των γλυκόπικρων στιγμών της ζωής. Το μοιρολόγι, το νανούρισμα, ο ηρωισμός, η αγάπη, ο έρωτας, η ξενιτιά με το «έχε γεια», τα παινέματα του γάμου, το γύρισμα της μυλόπετρας, η πόντιση της άγκυρας και η ανάσυρσή της, η κωπηλασία, ο θάνατος.... Είναι η γόνιμη μήτρα. Συντηρεί τα έθιμα με την κανονική χρονική επανάληψή τους όπως τα κάλαντα, τα χελιδονίσματα, τα σκωπτικά καρναβάλια με την ντοπιολαλιά και τους τοπικούς χορούς. «Τα σα εκ των σων» τραγουδά ο «κλέφτης» και τραγουδά την προσδοκώμενη ελευθερία και ζωή με τρόπο απλοϊκό, γράφοντας ιστορία. Συνθέτει πινδαρική ωδή, δίχως χαρτί και μελάνι με σμιλάρι κοφτερό τα κλέφτικα τραγούδια, παλικαρίσια και μπαρουτοκαπνισμένα. Στήνει χορό ομαδικό χέρι με χέρι όπως τον αρχαίο γέρανο μιμούμενος την ελεύθερη πτήση του γερανού, τον ομηρικό κυκλωτικό όρμο, τον πολεμικό πυρρίχιο, πάντα τον εξάρχοντα ή κορυφαίο πρώτο, με χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς, τσαλίμια.

Συνήθως λέμε πως το δημοτικό τραγούδι είναι δημιούργημα του λαού γι’ αυτό και ο προσδιορισμός του ως λαϊκό. Όμως πάντα υπάρχει κάποιος με ταλέντο που εμπνεύστηκε από κάποιο γεγονός προσωπικό ή κοινού ενδιαφέροντος και έφτιαξε ένα τραγούδι. Αλλάζει από στόμα σε στόμα και από περιοχή σε περιοχή, διαδίδεται με αλλοιώσεις, διασκευές, προσθήκες και δικαιωματικά γίνεται δικό του τραγούδι. Έτσι έχουμε τα παραδοσιακά νησιώτικα, ηπειρώτικα, ποντιακά, πελοποννησιακά, θρακιώτικα, στερεοελλαδίτικα, κρητικά. Δύναμη και ενέργεια πολύτιμη, θησαυρός αδαπάνητος, εμπνέει και τροφοδοτεί τη λογοτεχνία.

*

Φιλότιμες προσπάθειες φιλολόγων και μουσικολόγων αναζητούν την ετυμολογική γέννηση του «δημοτικού τραγουδιού ». Συμφωνούν πως οι λέξεις έχουν βαθιές ρίζες στο χρόνο, πανάρχαια προέλευση και δημιουργία. Κανείς δεν αμφισβητεί πως το «δημοτικό» περιέχει την γνήσια ελληνική έννοια του Δήμου που παρουσιάζεται στα συγγράμματα και μνημεία. Το «τραγούδι» μαρτυρεί πως από πού αλλού μπορεί να Προέρχεται Παρά από την τραγωδία; Την άποψη αυτή, αρνείται ο Φωριέλ, ο πρώτος συλλέκτης των δημοτικών μας τραγουδιών (1824).

Πάνω απ’ όλα, είναι δραστική τέχνη και τεχνική. Όλες οι τέχνες παίρνουν και τείνουν προς τη μουσική από το γεγονός ότι επιδιώκουν την αρμονία, το ρυθμό, το μέτρο, την αισθητική θεώρηση, όπως ο εικαστικός Γ. Ιακωβίδης με τον πίνακα του «παιδική συναυλία». Και ο Β. Ρώτας δίνει τη δική του άποψη: « Η μουσική περιέχει τις νότες, δεν περιέχεται σ’ αυτές. Οι νότες είναι σημάδια που βοηθούν το μουσικό να καταλάβει ποια είναι η μουσική. Αλίμονο αν αυτός καταλάβει μόνο τις νότες». Το συναρπαστικό είναι πως η μουσική μιλάει μια γλώσσα που την αντιλαμβάνονται όλοι και ο καθένας χωριστά και χωρίς εκπαίδευση.

*

Στη χρήση των μουσικών παραδοσιακών οργάνων, υπάρχει ένας συνεχής διάλογος με τα δάχτυλα, αλλά και στην κουλτούρα. Τα χορδόφωνα έλκουν την καταγωγή τους από τη χορδή του τόξου, την πανάρχαια λύρα. Στις «ζυγιές» των παραδοσιακών μουσικών χρησιμοποιούνται το βιολί, το σαντούρι, το κανονάκι, το λαούτο, η λύρα και κατά τον Λ. Παπαδόπουλο « σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη».

Από τα μεμβρανόφωνα, διάφορα τύμπανα, το νταούλι με νταουλόβεργα, το τουμπερλέκι, το ντέφι το σείστρο των αρχαίων.

Από τα αερόφωνα, με πρότυπο τον αυλό και τη σύριγγα του Πανός, η φλογέρα, το σουραύλι, η τσαμπούνα, η πίπιζα, η μπιμπίκια για ισοκράτημα, ο ζουρνάς, η γκάιντα (άσκαυλος). Κυρίαρχη Θέση έχει το κλαρίνο εδώ και 160 χρόνια, σχετικά μικρή αν σκεφθούμε πως το δημοτικό μας τραγούδι όπως έχει ταξινομηθεί και καταγραφεί. έχει ηλικία επτά αιώνων. Στη Δυτική Μακεδονία ευρύτατη είναι η χρήση των χάλκινων πνευστών, όπως η μικρή τού μπα, το τρομπόνι, το κόρνο, η τρομπέτα.

*

Τον περασμένο αιώνα, αναδείχθηκαν, αξιόλογοι μουσουργοί, ερευνητές, συλλέκτες και ερμηνευτές της μουσικής μας παράδοσης. Τόσο ο Ν. Σκαλκώτας με τη συμφωνική ορχηστρική οργανική σύνθεση των «τριάντα έξι ελληνικών χορών », όσο και ο Μ. Καλομοίρης με τη «συμφωνία της λεβεντιάς», το «θάνατο της αντρειωμένης» παρά τη δυτική μουσική τους Παιδεία, εμπνεύστηκαν από τα μοτίβα, τους ρυθμούς, τις μελωδικές κλίμακες των δημοτικών μας τραγουδιών. Χαρίζουν ένα τυπικά νεοελληνικό χρώμα με ξεχωριστή πολυμορφία συγκερασμένη με το δυτικό μουσικό πνεύμα.

Ακολουθεί ο Σίμων Καρράς με αυθεντική συλλογή, καταγραφή και ταξινόμηση από τόπο σε τόπο και ερμηνεία τους από παραδοσιακά όργανα. Η Δόμνα Σαμίου, ο Χρόνης Αηδονίδης, ο Γεώργιος Μελίκης, ο Αντώνης Σουλακέλης, τα διάσπαρτα μουσικά Λύκεια συνεχίζουν με ενθουσιασμό την ανάδειξη της μουσικής λαϊκής μας παράδοσης. Η αρχή γίνεται από την μετακένωση από το στόμα του παππού και της γιαγιάς στο αφτί του εγγονού, από απλούς ανθρώπους, εμπειρικούς πλανόδιους πρακτικούς μουσικούς οργανοπαίχτες, στις «ζυγιές» των πανηγυριών.

*

Θρονιάστηκαν τυραννικά στην καθημερινότητά μας οι τρομακτικές λέξεις μέτρα, ρυθμός, εξέλιξης και ανάπτυξης, ύφεση και λιτότητα. Αν θελήσεις να ταπεινώσεις το άγος τους, δεν έχεις παρά να τις «παίξεις στα δάχτυλα» και να αφουγκραστείς τα μέτρα του ρυθμού, τις μουσικές υφέσεις στην άρθρωση του μουσικού δρόμου, την ανάπτυξη της αρμονίας, τη λιτότητα του δημοτικού στίχου, την ανάκαμψη της ψυχής, την Οικονομία των φθογγοσήμων και τα μνημόνια των μουσικών όρων. Μια μορφή αντίστασης.

Τελείωσα. Θέλω να τραγουδήσω,

Πλάτανος, Δεκέμβριος 2012

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΜΟΥΤΖΟΥΡΕΛΗΣ

 

 

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου