Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 27 Σεπ 2011
«ΠΕΡΙ ΕΛΙΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ»  - 10 Νοεμβριού 2009 16:32
Κλίκ για μεγέθυνση

«Ξεκινώ απ' το περιγιάλι

κι ανεβαίνω αγάλι, αγάλι

ως τα πιο ψηλά βουνά

δασωμένα και γυμνά»

(τετράστιχο Μυτιλήνης)

 

Τώρα που πλησιάζει η συγκομιδή του ελαιοκάρπου, την ομορφιά της ελιάς θέλησα να τραγουδήσω. Την αναζήτησα στα κλωνιά της μυγδαλιάς, στην κατατρεγμένη βρούβα, στο δειλό πευκάκι του κάψαλου, στο άρωμα της λεμονιάς, στο κυπαρίσσι τ' αψηλό, στο ξύπνημα του ήλιου. Στάθηκα αποφασιστικά στο ανέμελο ασημοπράσινο σύννεφο του ελαιώνα που παίζει και λογχίζει τον ήλιο. Δε γνώριζα τους στίχους του Ελύτη πως

«καταμεσήμερο Ιουλίου...

που κι αν ακόμα δεν υπήρχαν ελαιώνες...

θα τους είχα επινοήσει»

Αφρόντιστα κατρακυλάει στο κύμα του Κορινθιακού από τον Κουρκουλιά και χρυσοπρασινίζει. Από το σοφό σου βόλεμα και το νοικοκυριό, σε διάλεξα, σε βρήκα κυρά κι αρχόντισσα ελιά.

Η καταγωγή της, χάνεται στους θρύλους και στις παραδόσεις λαών και χωρών, τροφοδοτεί τις λατρευτικές συνήθειες και δοξασίες. Αποδεχόμενοι πως η φυσιογνωμία λαών και κοινωνιών πλάθεται και με το διάλογο τους με το φυσικό χώρο που τους περιβάλλει, η ελιά είναι μέσα στο φάσμα της ιστορίας, του πολιτισμού και της ορθολογικής διατροφής όλων των μεσογειακών λαών. Για μας, τους Έλληνες, η επί χιλιετίες παρουσία της, όπως η ελιά του Πλάτωνα στο Αιγάλεω, περισσότερο από το αμπέλι και τα εσπεριδοειδή, κατέχει θέση ξεχωριστή στις γεωργικές μας ασχολίες και τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σε ορισμένες περιοχές, είναι η μόνη. Υπολογίζεται πως υπάρχουν στην πατρίδα μας 150 εκατομ. ελαιόδεντρα, λειτουργούν 2.800 ελαιοτριβεία και 560.000 οικογένειες, ζουν από την καλλιέργειά της.

Με τις ρίζες της, πατάει γερά μέσα στη γη, αντιστέκεται στους αγέρηδες και την αρμύρα, όρθια σε κάμπους, σε σχισμάδες βράχων, σε τόπους δυσκολοπάτητους, γκρεμούς και πλεύρες.

Πολυέλαιος τα κίτρινα τσαμπιά των ανθών της, λάμπουν στον ήλιο. Από νωρίς δείχνει την προίκα της, πράσινη, μαύρη γεμάτη λάδι και αξιοπρέπεια. Στο στρεβλό κορμό της, κάτω από την ξερή φλούδα, πράσινες φλέβες ανεβάζουν τον πυχτό χυμό στα θαλερά κλαδιά της λαδολιάς, πατρινιάς, κολοβής, αδραμμυτινής, καρολιάς, μοθολιάς, νερολιάς, κορωνέϊκης.

Δέχεται το δάμασμα του χρόνου με βαθιές πληγές στο βάθος του κορμού της. Αφήνει σκιερές τρύπες, οι φλέβες κόβονται κουλουριάζονται, συστρίφονται και αφήνουν το προαιώνιο ξύλο χωρίς τροφή, νεκρή πια ψίχα, κουφάλα μαύρη, κατοικία στα μαμούδια. Μα αντέχει. Ελιές και ξωμάχοι έχουν την ίδια τύχη, τις ίδιες πληγές, το ίδιο τραγούδι της ζωής, φθοράς και θανάτου. Τι ψίχα, τι ψυχή!

Ο φιλόλογος Παν. Κουμπούρας στο ποίημα του «Ρίζες της φύσης μου» στην πρώτη από τις τέσσερις στροφές, δείχνει την πληγή της ψίχας και τον προβληματισμό του από την αναστολή οδύσσειου ταξιδιού του και ρωτά:

«Λιόφυτος κάμπος όλη η γη,

μα εγώ έχω μέσα μου πληγή,

ψίχα καμένη.

ζω στο καμίνι, στο χιονιά

και που ν' απλώσω πια πανιά

στην οικουμένη».

Με τα πλούσια βιολογικά χαρίσματα, όπως η μακροβιότητα, η παραγωγικότητα, η αγέρωχη κορμοστασιά, γοητεύει λογοτέχνες και ζωγράφους με την παρουσία της στα κείμενα της Βίβλου, των αρχαίων λαών, αλλά και των συγγραφέων και ποιητών. Είναι βέβαιο πως το ελληνικό τοπίο και η λογοτεχνία θα ήταν πιο φτωχό αφού θα έχανε μια μοναδική πηγή έμπνευσης, συμβολισμών, λατρευτικών συνηθειών από τα βάθη του χρόνου μέχρι σήμερα.

Στη μυθολογία, η γλαυκόφθαλμη Παλλάδα κερδίζει τον Ποσειδώνα στο διαγωνισμό για το όνομα της πόλης όμοιας με «διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι». Το επιθετικό κοντάρι της σχίζει μια φλούδα γης και φυτρώνει γλαυκόφυλλη ελιά, θεία και σοφή θέληση. Από τότε η Αθήνα κληρονομεί όλες τις χάρες της νουνάς της: ιερότητα και θεία καταγωγή της ειρήνης, αλληλεγγύης, σεμνότητας και φρονιμάδας, σοφό βόλεμα και νοικοκυριό, τη σεμνότητα και το μεγαλείο της αρχέγονης ομορφιάς. Από τότε - λένε - τα δυο της πρώτα γράμματα θυμίζουνε Ελλάδα. Αγρίλι ακόμα, αναλαμβάνει το χρέος να στεφανώνει το ολόσγουρο κεφάλι των ολυμπιονικών, όλο το αβρό σόι της Καλλιπάτειρας στο στάδιο της Ολυμπίας που για το κλωνάρι της παλεύουν κι αγωνίζονται κορμιά για τις αξίες του «ωραίου, του μεγάλου, του αληθινού». Μυρώνει τους θεούς με τους χυμούς της κι η Αντιγόνη με δάκρυα και λάδι ξεπληρώνει το χρέος στο νεκρό της αδερφό.

Στην ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη κατέχει ξεχωριστή θέση. Κλωνάρι ελιάς φέρνει στο Νώε το περιστέρι μετά τον κατακλυσμό. Ο Χριστός, στον κήπο της Γεσθημανής όπου για μια φορά ακόμα πάσχει ως άνθρωπος και ομολογεί στους έντεκα μαθητές του πως «περίλυπος εστί η ψυχή μου έως θανάτου», λίγο πιο πέρα, στο όρος των Ελαιών με το «γενηθήτω το θέλημά σου» σώζει ως φιλάνθρωπος, το δάκρυ του ποτίζει και αγιάζει ελιά και τόπο.

Η πολύτιμη διαχρονική πείρα και σοφία του λαού μας έχει άριστα εκφραστεί και διατυπωθεί στις παραδόσεις και παροιμίες, πλουτίζοντας και ομορφαίνοντας τη λαογραφία σχετικά με την ελιά. Ειδικά η παράδοση γίνεται πιο δυνατή από το ίδιο το γεγονός. Αφαιρεί ή σβήνει ό,τι δε θέλει να διατηρήσει. Τα άλλα τα φωτίζει με το δικό της φως.

Τότε που σταυρώσαν το Χριστό, όλα τα δέντρα μάδησαν τα φύλλα τους, εκτός από την ελιά. Ακόμα κι οι πέτρες σχίστηκαν. Νωρίτερα η συκιά ζήτησε να μαλακώσουν τα κλαδιά της για να μην προτιμηθεί για άλλο κρέμασμα. Η λοιδοριά, το δέντρο, μαδιόταν γιατί κακολογήθηκε και περιφρονήθηκε, γιατί από το ξύλο της φτιάχτηκε ο σταυρός. Ας είναι.

- Δεν ντρέπεσαι, ελιά, δε λυπάσαι, δεν πονάς, εσύ που άκουσες τη φωνή του πριν από λίγο...

- Εσείς μαδάτε τα φύλλα σας και φαίνεται. Μα εμένα καίγεται η ψυχή μου, έχω στα σπλάχνα χαλασμό και δεν φαίνεται, απάντησε. Ποιος θα μπορούσε να ερμηνεύσει τόσο παραστατικά και πειστικά το πώς και το γιατί της ψίχας της ελιάς εκτός από το λαό μας;

Ιδιαίτερη προτίμηση έχουν τα πουλιά στην ελιά. Στο πυκνό της φύλλωμα βρίσκουν καταφύγιο για φώλιασμα ασφαλές. Λένε, πως όταν κουρνιάζουν και φωλιάζουν πολλά πουλιά θα έχουμε σοδειά και πως ο κόσσυφας θα φροντίσει για πολλά αγρίλια.

Με τη σειρά τους, οι παροιμίες και οι παροιμιώδεις λόγοι, σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη είναι « μεταφοραί απ' είδους εις είδος» χωρίς τον αυτοσκοπό της διδασκαλίας, λειτουργούν στο ζωντανό προφορικό λόγο σαν καταστάλαγμα γνώσης. Σοφές και λακωνικές, αμέτρητες σε παραλλαγές, μιλάνε αλληγορικά και έμμεσα για την ελιά.

Λέγει η ελιά στον αφέντη της:

Φρόντισέ με να σε θρέψω.

Πότισέ με να σε πλουτίσω!

Γι' αυτό, όταν άκουσε η ελιά το αλέτρι, νόμισε πως είναι νεραύλακας. Έτσι, από του Αϊ-Λια το βράδυ, βάζει η ελιά το λάδι, κι από του Σταυρού, το σταυρώνει. Μια άλλη, μας βοηθάει στις διαπροσωπικές μας σχέσεις με αναγνώριση των ατελειών μας, αφού μήτε ελιά χωρίς ξεράδι, μήτε άνθρωπος χωρίς ψεγάδι.

Για την άδικη και άνιση μοιρασιά, λέμε:

Πήρε του αβγού το απ' έξω και της ελιάς το από μέσα.

Λένε, πως του Αυγούστου η βροχή βλάπτει την παραγωγή σαν τη σκορδούλα, πανούκλα.

Με το να ανασταίνεις λιόδεντρα, θα πει πως αφήνεις πίσω σου έργο ζωής, σημαδεύεις την ύπαρξή σου, πιάνεις θέση στη μνήμη, στόμα στη φωνή σου, αδράχτι από πατρογονικά παραμύθια. Πάνω στο στρεβλό κορμό με τη λερή φλούδα, γράφεται η γονική ιστορία.

Γι' αυτό, βάλε ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου. Ελιές από πατέρα και παππού κι αμπέλι του χεριού σου.

Αν ποτέ θελήσεις να ξεχωρίσεις ένα μερακλή παραγωγό, κοίταξε, ψάξε τα λιοστάσια. Θέλει να του γνέφει η ελιά από ευχαρίστηση, γεμάτη ικανοποίηση από το άγγιγμα των αρσενικών χεριών του. Να την καμαρώνει ο περαστικός, να τη ζηλεύει ο γείτονας. Βασιλικός στη γλάστρα, σαν αυτόν στα εργόχειρα των κοριτσιών. Πολύτιμο κι αγαπημένο δέντρο, συνδεδεμένο με την αιωνιότητα, αναγέννηση και το φως. Δώρο θεϊκό κι ευλογημένο, σύμβολο ειρήνης, γονιμότητας και ευκλεών αγώνων. Του δουλευτή χαρά, προίκα της αρχοντοθυγατέρας, απαντοχή της παρακόρης.

 

Σωτ. Μουτζουρέλης

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου