Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 27 Σεπ 2011
ΤΟ ΜΕΣΟΦΟΡΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ  -	 09 Οκτωβρίου 2009 07:15
Κλίκ για μεγέθυνση

Να είναι άραγε η ξιπασιά,

η φιλαρέσκεια που αφιερώνουμε

το χρόνο μας σ' ένα ταπεινό

εσώρουχο που το βλέπανε

-μια φορά κι έναν καιρό-

στο γιούκο ή στο προικοσύμφωνο μόνο,

κι ύστερα σκεπασμένο

από το εξωτερικό φόρεμα παραμένει

κρυμμένο και αθέατο;

 

Το αναζητήσαμε πρώτα, στα σεντούκια ανάμεσα στα αζήτητα και στις προσθήκες των λαογραφικών μουσείων. Το βρήκαμε απλωμένο και μονόφυλλο να σκεπάζει το μπαούλο της κυρίας Θ.Χ. κληρονομικό κειμήλιο της γιαγιάς της, προσφυγοπούλας από τη Σμύρνη.

Απομεινάρι μιας εποχής που αγγίζει τον αιώνα κρατά ζωντανή την πρώτη του ομορφιά και συγκινεί ακόμα και τώρα παρά τη βεβήλωση της αρχικής του μορφής και χρήσης. Ένα στοιχείο νέο που προστίθεται εδώ, είναι η παρουσία ενός κρίκου τέχνης που πέρασε από την Ιωνία και πλουτίστηκε τότε με την τοπική ραπτική και λευκοκεντητική, μέχρι την τελική του μορφή, ώστε ν' ανταποκρίνεται στις ανάγκες που δημιουργεί ο παραδοσιακός τρόπος ένδυσης της γυναίκας.

Το μεσοφόρι (μέσα φέρω, φορώ) είναι το δεύτερο και ενδιάμεσο φόρεμα στη βασική και καθημερινή ένδυση της γυναίκας που το καλύπτει η εξωτερική φούστα. Η αρχή του, χάνεται στο χρόνο. Αρχικά είναι πλεχτό, βαρύ από μάλλινη λεπτή κλωστή. Φοριέται το χειμώνα και στις κρύες περιόδους. Καταλήγει σε μύτες ή διαδοχικές γλώσσες. Συγχρόνως, χρησιμοποιείται το υφαντό ύφασμα λινό, βαμβακερό, χασεδένιο και περκάλι πάντα λευκό. Προοδευτικά και εξελικτικά τυποποιείται βιομηχανικά η παραγωγή του με πολύχρωμη συνθετική ύλη- κάπως το λένε στα φράγκικα. Κάποτε, έγινε φουρό, αλλά για λίγο. Επέδραμαν το παντελόνι, τα καυτά σόρτς, τα κολάν. Έχασε τη θέση του. Γι' αυτό, ο Οδ. Ελύτης απορημένος ρωτά το «Δελφινοκόριτσο»

«Μωρέ, του λέω, που είν' το μεσοφόρι σου,

έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου;|

 

Τα μεσοφόρια αποτελούσαν μια καθαρή οικιακή απασχόληση σε στενή εξάρτηση με την υφαντική του σπιτικού αργαλειού και τη λευκοκεντητική. Υφάντρα, κεντήστρα η μάνα, η κόρη σαϊτιά -σαϊτιά, τάκου-τάκου, βελονιά-βελονιά, μακραίνουν και πλουμίζουν το στημόνι της ζωής με πόθους και αισιοδοξία. Μικραίνει όμως η λαχτάρα και η έγνοια που συντροφεύει την κόρη από τη γέννηση της κιόλας. Διαλέγει και κόβει το πιο καλό κομμάτι χωρίς χοντράδες και ανυφασιές. Με το μάτι ή με ανοιχτή την παλάμη μετρά το μήκος στο διπλάσιο, μέχρι το γόνατο. Κόβει τις δύο λουρίδες χωρίς μανίκια που περνούν από τους ώμους και ενώνει το μπροστινό στο ύψος του στήθους με το πίσω μέρος. Με πιέτες σχηματίζει τον μπούστο με τσιγκουνιά στο άνοιγμα και το σουρώνει στη μέση με πτυχώσεις. Το υπόλοιπο, πέφτει αβέρτο μέχρι τα γόνατα με περιμετρικό στρίφωμα.

Πιο πάνω από το γαζί τους στριφώματος του ποδόγυρου και σε πλάτος 10-15 εκ. κεντά περιμετρικά με επιθυμητή συμμετρία μονοπρόσωπα διάφορα μοτίβα με την τεχνική και ποικιλία της βελονιάς, όπως η χυτή, η τραβηχτή, η σταυρο-κόμπο- ριζο-βελονιά. Στο κέντημα τους στήθους συνηθίζεται η τρυπητή που γίνεται με το ξέφτισμα της κλωστής του υφάσματος. Στη συνέχεια, η κεντήστρα φτιάχνει το αζούρ, δουλεύοντας το ξεφτισμένο ύφασμα. Η κλωστή είναι στριφτή χρωματιστή, διαφορετική για κάθε θέμα. Η τεχνική μπατίκ(1) προϋποθέτει το περίγραμμα του θέματος με μολύβι, τυποποιημένο και αντίγραφο ή αυτοσχεδιασμό. Δεν επιδιώκεται ο εντυπωσιασμός που εξάπτει τη φαντασία και τροφοδοτεί την πρόκληση. Συνθετότερο, αλλά με προσωπικό ύφος είναι το κοσμημένο με λεπτές τρύπες, το κοφτό, που εικονίζει άνθη, πολύπλοκους κλώνους και ελισσόμενους βλαστούς βασιλικού σε γλάστρα και κυπαρίσσια, δίνοντας ένα λαμπερό ανάγλυφο αποτέλεσμα.

 

 

 

 

 

 

Τραγούδια συνταιριασμένα με το διάκοσμο του μεσοφοριού, ζωντανεύουν το συμβολισμό όταν εκτίθενται νυφοστόλι την ημέρα του γάμου, όπως:

- «Τη νύφη μας την έχουμε στη γλάστρα λουλουδάκι

και ο γαμπρός μας όμορφος ωσάν κυπαρισσάκι!»

Με την πάροδο του χρόνου η εκλογή του θέματος δέχεται τη διασταύρωση νέων επιδράσεων και προσθετικών στοιχείων, όπως δαντέλα στον μπούστο και στον ποδόγυρο, με σταθερό τον αρχικό χρηστικό σκοπό.

Να είναι άραγε η ξιπασιά, η φιλαρέσκεια που αφιερώνουμε το χρόνο μας σ' ένα ταπεινό εσώρουχο που το βλέπανε - μια φορά κι έναν καιρό - στο γιούκο ή στο προικοσύμφωνο μόνο, κι ύστερα σκεπασμένο από το εξωτερικό φόρεμα παραμένει κρυμμένο και αθέατο; Σκέψη βιαστική. Το μεσοφόρι της γιαγιάς και όπως είναι, θα μιλά φλύαρα για τη φιλοκαλία, την προκοπή, τη νοικοκυροσύνη και την κοινωνική αξιοπρέπεια του σπιτικού. Τα κεντίδια, οι βελονιές, θα θυμίζουν τα άξια και ροζιασμένα ή τρυφερά χέρια, το φως του λυχναριού ή λάμπας, ώρες ατέλειωτες υπομονής και λαχτάρας.

Γενικευμένο και ταυτισμένο με τη γυναίκα, πάντα θα συγκινεί η φωνή του Βασίλη Αυλωνίτη, όταν με αυταρέσκεια και τραγουδιστά ομολογεί:

«Αχ βρε παλιομεσοφόρια τι τραβάν για εσάς τα' αγόρια,

τι τραβάν για σας τα' αγόρια!».

 

ΣΩΤ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ευχαριστώ τις κυρίες: Άννα και Παρασκευή Σιαφλά, Ελένη Κ. Σμυρνιώτη, Μηλιά Σακελλαροπούλου και Βασιλική Γαλανοπούλου, από τον Πλάτανο, για τις πληροφορίες που έδωσαν, τις τόσο πολύτιμες.

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου