Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 27 Σεπ 2011
Ο ΚΥΡ-ΜΕΝΤΙΟΣ ΕΠΙΔΟΤΕΙΤΑΙ.  - 15 Ιουνίου 2009 20:11
Κλίκ για μεγέθυνση

Τώρα που είναι άνοιξη και μάλιστα Μάιος, το ευτυχέστερο ζώο, θα πρέπει να είναι ο γάιδαρος ξεσαμάρωτος, ακόμα και δεμένος. Σε ύφεση οι εργασίες, άφθονη και ποικίλη η τροφή. Βιολογικά, μετέχει στον οργασμό της φύσης και αφήνει το γκάρισμα του, όσο πιο μελωδικό και δυνατό μπορεί για να τύχει κατανόησης και ανταπόκρισης.

 

Άλλοτε ο Πλάτανος, καθώς και τα άλλα χωριά και κωμοπόλεις, είχε πολλά υποζύγια: άλογα, μουλάρια, βόδια, όλα δεμένα με τη γεωργική οικογένεια και λογίζονται ενεργά μέλη. Το οικονομικότερο και το πιο προσιτό για τις αγροτικές ανάγκες και δουλειές είναι το γαϊδούρι. Μετέχει στις μετακινήσεις από και προς την Ποταμιά, με πρόθυμη πάντα τη ράχη του στον ονηλάτη, στο φόρτωμα των νεροβάρελων, στη μεταφορά γεωργικών προϊόντων, στο θερισμό και τρύγο. Κατασάμαρα τα πλυμένα ρούχα μεταφέρονται στο σπίτι από τις βρύσες, όπου το κοινόχρηστο πλυσταριό. Αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα του στη σεμπριά με την ομολογία: εσύ είσαι το βόδι μου, εσύ και το γαϊδούρι μου.

Στις φτωχές οικογένειες, ο θάνατος του γαϊδουριού, του μόνου υποζυγίου που μπορούσαν να έχουν, είναι εξίσου οδυνηρός, όσο και ο θάνατος ανθρώπου. Τα μηχανοκίνητα μέσα είναι ελάχιστα και τα έχουν λίγοι, κριτήριο αρχοντιάς.

 

Σήμερα, τα υποζύγια λιγόστεψαν δραματικά, όπως και οι άνθρωποι στον Πλάτανο. Αναρίθμητες γεωργικές εργασίες σταμάτησαν να γίνονται και πολλά σχετικά επαγγέλματα λησμονήθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν. Σπανίζει ο καλλιγωτής, ποιος ασχολείται για το σαμάρι, τις καπιστράνες, τα μπαλτίμια!

Από όλα, ξέπεσε πιο πολύ ο κυρ-Μέντιος και Μένιος, το γαϊδούρι. Τά άλλα τα βλέπουμε σε πανηγύρια. Άλογα συντηρούν μερακλήδες, όπως τον τοπικό σύλλογο «ΟΙ ΦΙΛΙΠΠΟΙ» και τα επιδεικνύουν εδώ και εκεί σε αγώνες, μόνο.

Το παρήγορο είναι πως δεν απειλήθηκε με αφανισμό από τον άνθρωπο άμεσα, αλλά από το αγροτικό του αυτοκίνητο, έμμεσα. Πήρε στην καρότσα του μεγάλο μέρος από τα καθήκοντα και το έργο του γαϊδάρου, αφήνει πίσω του στην σκόνη και την ταχύτητα τροφή στο Μινώταυρο της ασφάλτου και το τίμημα των καυσαερίων που πληρώνουμε καθημερινά.

Στο χωριό, μόνον τρεις αντιστέκονται. Μένουν τρεις γάιδαροι, χαρούμενη νότα το πέρασμα τους, που διεκδικούν προνομιακή θέση στη μνήμη. Αν φύγουν οι ονηλάτες τους, θα φύγουν κι αυτοί.

 

Δικαιολογημένα και σοφά η πολιτεία με φορέα το Δήμο επιδοτεί τους ονηλάτες, ώστε να διατηρηθεί το σε ανεπάρκεια παραδοσιακό γαϊδούρι. Η παρουσία του με τους ανέμελους καβαλάρηδες, δίνει χρώμα στο χωριό, χαρακτηρίζει την ύπαιθρο, κερδίζει την προτίμηση των παιδιών.

 

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο ζώο που να φορτώθηκε από τον άνθρωπο τόσους μειωτικούς χαρακτηρισμούς. Όλα τα μέλη της ανατομίας του, η συμπεριφορά του, τα βιολογικά του γνωρίσματα, γίνονται πλούτος στον καθημερινό λόγο με παροιμίες, μονολεκτικές υποτιμητικές σημασίες που μόνο σε ανθρώπους βρίσκουμε.

Φαίνεται πως η μακρόχρονη συναναστροφή με τον άνθρωπο, η συμμετοχικότητα στις εργασίες της καθημερινότητας κάνει εύκολη την απόδοση όλων των αμαρτημάτων και αποκλίσεων των διαπροσωπικών μας σχέσεων. Πάντως, καθώς με κοιτάζει εταστικά με τα μεγάλα του μάτια, μπορεί να βρίσκει ομοιότητες. Είναι πολύ δύσκολο να αποκωδικοποιήσεις τους γαϊδουρινούς στοχασμούς.!

Οι πρόγονοι του, αξιώθηκαν να έχουν τη θεία προτίμηση, τρεις φορές: στο δρόμο προς τη Βηθλεέμ, στη φυγή στην Αίγυπτο και στη θριαμβευτική είσοδο του στην Ιερουσαλήμ. Η μυθοπλασία τον θέλει πρωταγωνιστή, ο Αίσωπος σε βίους παράλληλους με της αλεπούς και η σχολική ποίηση συμπαθές θέμα. Τέλος, ο μακαρίτης Παν. Παπαδημητρίου οΤζίρβας, δανείζεται το σαμάρι του για να πει: έχω στην πλάτη μου ένα σαμάρι, τον Πλάτανο, που με πληγώνει, με πονά, μα το θέλω, το αντέχω.

 

Αγαπητέ αναγνώστη, όσα θα ακολουθήσουν είναι και δικά μας. Σε μια στιγμή αυτογνωσίας, ίσως βρούμε κάτι που μας αφορά και , αφού το πάρουμε θα ελαφρώσουμε το γομάρι του, το ανεπιθύμητο φραστικό βάρος και φορτίο, όπως ατέλειες, ιδιοτροπίες, ύβρεις, προσωποποιήσεις, αναλογίες, αχαριστίες, διαμαρτυρίες, προτροπές, αλλά και ορθή κρίση και ομορφιά από την ασχήμια που τη βρήκαμε και που ευκαιριακά, συμπτωματικά και ευτράπελα τη συνεχίζουμε.

Γάιδαρος και γαϊδούρι με το λογοτεχνικό όνομα κυρ-Μέντιος και Μένιος. Το κάπως μεγάλο κεφάλι του και τα υπερμεγέθη πάντα υψωμένα αφτιά του σε σύγκριση με τα άλλα ζώα, δίνουν τροφή σε συγκρίσεις και σημασιολογίες μειωτικές όπως: είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα, γι' αυτόν που κατηγορεί άλλους για ελαττώματα που ο ίδιος τα έχει σε μεγαλύτερο βαθμό. Γαϊδουρινή μούρη έχει η ασχήμια. Στη μυθολογία μας στο κεφάλι του Μίδα φυτρώνουν αφτιά γαϊδάρου ως τιμωρία για την άκριτη και άδικη διαιτησία του στο μουσικό αγώνα μεταξύ Απόλλωνα και Πάνα. Αν όμως ακουστεί πως πέσανε - λύγισαν, κρεμάστηκαν τα ορθόστητα αφτιά του-τότε ή έχουμε αρρώστια ή οριστική ταπείνωση.

Η ζωολογία και οι αρχαίοι μας τον θέλει όνο, ο χωρικός γάιδαρο, λέξη αραβική που σημαίνει σκληρότητα από την καταπιεστική συμπεριφορά που δοκιμάζει από τον άνθρωπο.

Αμύνεται με το σκληρό, χοντρό και ανθεκτικό γαϊδουροτόμαρο για να δηλώνουμε την έλλειψη ευαισθησίας, τον αδιόρθωτο.

Και οι αρχαίοι μας δεν έμειναν πίσω σε υποτιμητικές εκφράσεις: περί όνου σκιάς για συμφεροντολογική δικαιοπραξία και όνον κείρει (κουρεύει) για τη ματαιοπονία, όνος ύεται (βρέχεται) δηλ. δε συμβαίνει τίποτα, εις όνους αφ' ίππων, από τα καλά στα χειρότερα κ.α.

Στα προτερήματα του, αναγνωρίζεται η μνήμη του, τη προτίμηση στο καθαρό νερό, η προθυμία και η υπομονή του. Όμως ο πεισματάρης άνθρωπος σκάει γάιδαρο όταν εξαντληθούν και τα πιο μεγάλα περιθώρια υπομονής. Φοβάται όταν είναι μισακός γιατί ξέρει πως θα τον φάνε οι λύκοι - σκύλοι. Τελικά, δηλώνει πολλά. Τον ανάγωγο, άξεστο, ασήμαντο. Χειρότερος, ο ξεσαμάρωτος.

 

Γαϊδούρα: για την ανάγωγη και αγενή γυναίκα, αλλά το γαιδουρόγαλο θεραπεύει τον κοκίτη. Στη Χίο, χρυσώνουν το χάπι της ειρωνείας με το να την αποκαλούν κυρά-γαιδουρόκαινα.

Γαϊδούρια: και μάλιστα μεγάλη για την έλλειψη ντροπής, φιλότιμου, ανταπόδοσης και ευγένειας στη συμπεριφορά μας. Χοντροκοπιά.

Μακριά γαϊδούρα: το παραδοσιακό ομαδικό παιχνίδι, που τόσα λέγονται κι ακούγονται χλευαστικά.

Γαϊδουρογάιδαρος: δυο φορές αγενής, ανάγωγος, αδιάντροπος.

Γαϊδουροφωνάρα: η έλλειψη μουσικής καλλιέργειας, αφού λύρα παίζανε κι αυτός τα' αφτιά του τάραζε ή όνος λύρας ακούων, για τον αδαή και άσχετο.

Γαϊδουρόβηχας: ο ξηρός, βαθύς και κακόηχος βήχας. Άλλο που ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβονται.

Γαϊδουροκαλόκαιρο: ο υπερβολικά ζεστός καιρός.

Γαϊδουρόγαμος: σατιρικά δρώμενα την περίοδο των Απόκρεω.

Έδεσα το γάιδαρο μου: εξασφάλιση, σιγουριά, προνοητικότητα γιατί ο φρόνιμος λέγει πως κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε. Και γάιδαρος δεμένος, νοικοκύρης αναπαμένος.

Τα στύλωσε σα γάιδαρος: η επιμονή σε μια άποψη.

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος: για όποιον εμφανίζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι' αυτόν.

Τον καβαλίκεψε το γάιδαρο: ταπείνωση σε περίπτωση χρεοκοπίας, όταν η τιμωρία ήταν η διαπόμπευση πάνω σε ξεσαμάρωτο γάιδαρο.

Φάγαμε τον γάιδαρο, στην ουρά θα μείνουμε; Για εργασία ή υπόθεση που το μεγαλύτερο μέρος έχει περαιωθεί και μένει ένα μικρό μέρος.

Όταν δεν μπορεί να δείρει το γάιδαρο, δέρνει το σαμάρι;: γιατί δεν μπορεί ν' αναμετρηθεί και ν' αντιμετωπίσει τους ανώτερους ή ισχυρότερους και υπεύθυνους για κάτι, δέρνει τους άλλους που ευθύνονται λιγότερο, είναι κατώτερη ή άσχετοι.

Δεν μπορεί να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρα: γι' αυτόν που δεν μπορεί ν' αντιμετωπίσει και να επιλύσει τις πιο απλές και αυτονόητες εργασίες, ο ανάξιος.

Και παντρεμένος γάιδαρος κι ανύπαντρος γομάρι: χαρακτηρίζει τον αδιόρθωτο, τον αγενή, τον μεγαλόσωμο κι αναίσθητο. Και κυπριώτικο γαϊδούρι.

Αν δεν κλοτσήσει ο γάιδαρος δεν τον ξεφορτώνουν: η διαμαρτυρία, φέρνει αποτέλεσμα για τον καταπιεζόμενο.

Καποιανού χάριζαν γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια: σε καταστάσεις αχαριστίας και μεμψιμοιρίας.

Κι αν έχει ο γάιδαρος φωνή, για ψάλτη δεν τον κράζουν: για κάθε ανειδίκευτο, ακατάλληλο και άχρηστο για συγκεκριμένη εργασία. Προκατάληψη;

Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα: για τη διένεξη και φιλονικία σε τόπο και θέμα που δεν τους ανήκει.

Γάιδαρος με σέλα και τσοπάνος με ομπρέλα: για παράδοξα κι αταίριαστα.

Ήταν στραβό το κλήμα, το'φαγε κι ο γάιδαρος: για κάτι που έρχεται ως τελειωτικό χτύπημα, καταστροφικό τέλος σε μια προϋπάρχουσα προβληματική κατάσταση.

Γάιδαρος είν' γάιδαρος κι ας φορεί και σέλα: η έμφυτη αγένεια, που δεν αλλάζει.

Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει! : σε περιπτώσεις που αναγκάζεται κανείς να υποχωρεί ή να δέχεται παράλογες απόψεις ή καταστάσεις.

Γάιδαρος με περικεφαλαία: ο διακεκριμένος αγενής, ανάγωγος.

Μη στάξει η ουρά του γαιδάρου-ποντικού: όταν αγνοείς τα ουσιαστικά και ασχολείσαι με δευτερεύουσα θέματα.

 

Αγαπητέ γαϊδαράκο: όλα αυτά δικά σου και δικά μας. Τα δικά μας, δικά σου. Μεγάλη η τιμή. Όμως μην τα πάρεις στα σοβαρά. Πάντα θα ισχύει και θ' ακούς: « ντε βρε γάιδαρο ντε, ντε με τα γαϊδούρια τα' άλλα, γάιδαρε μου κουτέ ντε».

 

Σωτ. Μουτζουρέλης.

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου