Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 07 Ιούλ 2013
Σαββατόβραδο με τους ομογενείς μας Αμερικάνους
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Η πατρίδα μας ήταν χώρα μικρή και φτωχή. Από την αρχαία εποχή και τη βυζαντινή, πολλοί ήσαν οι ξενιτεμένοι. Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς ήσαν πολλοί περισσότεροι. Ιδιαίτερα μετά την κατοχική περίοδο 1940-’50 και τον εμφύλιο σπαραγμό. Βαριά τραυματισμένη, άνοιξε την πόρτα της φαρδιά-πλατιά για μετανάστευση των παιδιών της.

Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του ’60 πολλοί νέοι συγχωριανοί μας ζήτησαν καλύτερη τύχη στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Γερμανία και σε άλλες χώρες. Προπαντός κυριαρχούσε το αμερικανικό όνειρο με ταυτόχρονη διάψευση και με εύθραυστη πάντα την ελπίδα. Όπου, όμως, κι αν πήγαν, δούλεψαν σκληρά με προσδοκίες και προοπτικές για ένα καλύτερο αύριο. Προσπάθησαν και πέτυχαν. Αλλά ποτέ δεν ξέχασαν την Πατρίδα. Τις ρίζες τους.

Από πολλές οικογένειες έφυγαν δύο, τρία, τέσσερα και πέντε παιδιά. Τη δεκαετία του 1960, υπολογίσαμε περίπου 120 ξενιτεμένους μας, από τον Πλάτανο και την Παραλία Πλατάνου.

Η χώρα αιμορράγησε. Καθώς τα νιάτα μας είχαν κακή «τύχη» να γνωρίσουν το πικρό ψωμί της ξενιτιάς. Δεν έφυγαν, όμως, ως λαθρομετανάστες, αλλά με νόμιμες διαδικασίες και αυστηρό έλεγχο από τις αρμόδιες επιτροπές μετανάστευσης. Στόχος ήταν η βελτίωση της ζωής τους. Όχι ο αριβισμός (τυχοδιωκτισμός). Τέτοια περιστατικά αριβισμού συμβαίνουν σήμερα μετά την εφαρμογή της «επάρατης» παγκοσμιοποίησης.

Και τώρα τα παιδιά εκείνα αποτελούν άλλη μια Ελλάδα στο εξωτερικό, μαζί με τη δεύτερη γενιά.

Ο λαός, ποιητής αληθινός, αισθάνθηκε την ανάγκη να γλυκάνει την πικρή στιγμή του χωρισμού. Έτσι επιστράτευσε τη φύση να τον βοηθήσει σ’αυτό με καλλιτεχνικό τρόπο.

Ευρήματα αληθινά και υποσχέσεις για μαλάματα και ασημένια που στέλνει το παιδί στη μάνα: «θα φύγει», «θα ξενιτευθεί», «θα πάει μακριά στα ξένα»,αλλά θα γυρίσει. Και να στείλει μηνύματα «με τη δροσιά της άνοιξης» και την «πάχνη του χειμώνα», «τα ρόδα του Μαϊου».

Μ’αυτά ανακούφιζαν τον πόνο.

Πικρά τα συναισθήματα ήταν στην ψυχή του νέου τη στιγμή του αποχωρισμού. Θλίψη για τη γη που γεννήθηκε. Για τους δικούς του, για τη μάνα που τον έφερε στον κόσμο.

Και όλα αυτά ανάμικτα με το φόβο και μαζί με την γοητεία του άγνωστου. Πόνος και κλάμα η ώρα του χωρισμού. Μαυρίλα ανακατεμένη με ελπιδοφόρα συναισθήματα.

«Σ’αφήνω γειά μανούλα μου, σ’αφήνω γεια πατέρα,/…θα φύγω θα ξενιτευτώ…/θα φύγω μάνα και θα’ρθώ να μην πολυλυπιέσαι./…θανά’σου στέλνω πράματα π’ουδέ τα συλλογιέσαι.»

* * *

Κάπως έτσι άνοιξε η κουβέντα μας με αναδρομές που θολώνουν τον καθρέφτη της ψυχής, αλλά ξελαμπικάρουν και φρεσκάρουν τους αναστοχασμούς μας, αφού σήμερα άλλαξε η εικόνα της σύγχρονης διαβίωσης.

Μια κουβέντα που έγινε το Σαββατόβραδο 15 Ιουνίου 2013 στο τραπέζι που μας κάλεσε το εξαίρετο ανδρόγυνο των Αμερικάνων συγγενών μας: Αρετή Αλεξίου Γιοβάνοβιτς και ο σύζυγός της Αλέκος, σ’ένα από τα εστιατόρια του Πλατάνου. Πλούσιο γεύμα και περιποίηση άψογη.

Όλα άρχισαν να κυλάνε με ιδιαίτερα φορτισμένη, συναισθηματικά, ατμόσφαιρα. Καθένας μας θυμόταν:

-Εγώ θυμάμαι τότε που στην Ποταμιά….στον Αϊ-Τρύφωνα τ’απόβραδο παίζαμε με την «μαντραγούρα (ξυλογαϊδάρα)». Ονειρεμένες βραδιές στην «Πλάκα» του οικισμού «Ρεβέλα».

…Τα γλέντια στα «Καρδάματα» κάτω από τα πανύψηλα πλατάνια και τις πηγές με τα κρυστάλλινα νερά»

-Αμ’τα πανηγύρια: τ’Αϊ-Λιός, τ’Αϊ-Παντελεήμονα, τ’Αγιαντρεός στον Πλάτανο και στο ξωκκλήσι τ’Αϊ-Γιώργη, της Ζωοδόχου Πηγής στην Παραλία….

Ξεχνιούνται αυτά; Είναι ανεξίτηλα χαραγμένα στο βιβλίο της τρυφερής ηλικίας! Δεν λησμονιούνται! Και τώρα δα ξετυλίγονται μπροστά μας σαν ολόφρεσκες εικόνες, ζωηρόχρωμες.

Και προχωρώντας η νύχτα δόστου τα τσουγκρίσματα με το πιόμα να ανεβάζει τη διάθεση για ιστορίες παλιές, που συγκινούν κι’ανάβουν την όρεξη. Να διηγούνται οι ομογενείς μας τα δικά τους περιστατικά, τις περιπέτειες στα ξένα και τους καημούς τους για παλιννόστηση.

Με ευχές να ξανανταμώσουμε και του χρόνου με υγεία και αγάπη. Μέχρι που αποχαιρετηθήκαμε με αγκαλιές και φιλιά. Σιωπηλά, βουρκώσαμε!

(Στη φωτογραφία: η γλυκύτατη Αρετή, όρθια, ακουμπάει με το δεξί της χέρι στον ώμο του υπέροχου συζύγου της και στοργικά με το άλλο το συγγενή της Νίκο Νικολόπουλο.

Ενώ ο σύζυγός της στηρίζει το δεξί του στον ώμο του κουνιάδου του Αλέκου, που παλιννόστησε πριν από χρόνια, ασχολείται με την πατροπαράδοτη καλλιέργεια και με επιτυχία προσφέρει στα κοινά του χωριού.

Οι δυό τους γαμπρός και κουνιάδος είναι φιλαράκια από την θητεία τους στο Ναυτικό. Δίπλα στον Αλέκο, η σύζυγος του υπογράφοντος , παρακολουθεί ευτυχής τις όμορφες στιγμές των συγγενών και φίλων. Και ο Πάνος Θεοδώρου-πρώην Αξιωματικός του Ναυτικού (Καπετάνιος)- χαίρεται και απολαμβάνει τις αξέχαστες στιγμές του Σαββατόβραδου με τους συγγενείς μας Αμερικάνους).

Εικόνες πλημμυρισμένες από τον αέρα του ελληνικού βουνού και του γλαυκού Κορινθιακού με τις απαλότατες πνοές του.

 

ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου