Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 25 Σεπ 2011
«Το ΤΑΜΑ» «Διήγημα»
Κλίκ για μεγέθυνση

10 Αυγούστου 2011 18:39

 

2ο Βραβείο 2011

Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών Ελλάδας στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος.

 

ΤΟ ΤΑΜΑ

Κάθε χρόνο, απόβραδο Προπαραμονής της Παναγίας Δεκαττενταυγούστας, η θεία Χαριτίνη ξεκινούσε από το σπίτι της, που βρισκόταν στο πάνω μέρος του χωριού, με το γαϊδουράκι της για το καθιεριομένο τάμα. Στο μπροστάρι του σαμαριού κρεμούσε δύο τετριμμένα ταγάρια. Στο ένα είχε ένα καλοζυμωμένο πρόσφορο και στο άλλο ένα ξακρίδι ψωμί, τροφή γιο τρεις μέρες. Εμπιστευόταν τα τέσσερα κορίτσια της στην αδερφή της και ξυπόλητη έπαιρνε το δρόμο για το μοναστήρι της Βεργουβίτσας κάπου στην Ορεινή Αιγιάλεια.

Από τότε που το παιδί της συνελήφθηκε και φυλακίστηκε αποφάσισε να φεύγει με το νύχτωμα για να αποφεύγει τα ανεπιθύμητα συναπαντήματα με χωριανούς. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε επιλέξει το μακρινό προσκύνημα και είχε απορρίψει πιο κοντινά όπως του Μεγάλου Σπηλαίου, της Μακελαριάς και άλλα.

Με δεμένο το καπίστρι στ' αριστερό χέρι και ανυπόδητη φάνταζε στην αυγουστιάτικη νύχτα σον μυθική Δρυάδα του δασόφυτου βουνού. Πεζοπόρος στο δαιδαλώδες μονοπάτι, της σκοτεινής ερημιάς, με συντροφιά το υπομονετικό υποζύγιο και τους φλύαρους ήχους του γκιώνη, μπορούσε να κλάψει, να προσευχηθεί και να φωνάξει στο παιδί της από το διάσελο του Αι-Λιά: Ιάσονα! Ιάσονα! Πού είσαι λεβέντη μου; Πού βρίσκεσαι παλικάρι μου; Ποιος σου έδωσε. να φας; Ποιος σε νοιάζεται παιδί μου;

Δύο χρονών νήπιο είχε αφήσει το παιδί ο πατέρας του, που αναζήτησε την τύχη στη μακρινή Νότια Αφρική. Εκείνος θα γυρίσει μετά από δέκα χρόνια χωρίς να έχει δημιουργήσει περιουσία. Σ' αυτά η μάνα αντιπάλευε σκληρά με τη φτώχεια, μεγαλώνοντας τα παιδιά. Έτσι ο μπάρμπα Δήμος θα βρει ένα ανάκοντο, δωδεκάχρονο παλικαρόπουλο, που θα γραφτεί στο κοντινό Γυμνάσιο του χωριού του. Ο καθηγητής των Μαθηματικών θα θυμίζει στις επόμενες μαθητικές γενιές τον ανεπανάληπτο στην εξυπνάδα, σπιρτάδα και μαθηματικές ικανότητες μαθητή του.

Η διαδρομή στον αγροτικό, πετρώδη χωματόδρομο είναι δύσκολη. Το χάραμα την έβρισκε σ'ένα μαγευτικό κεφαλοχώρι. Κάτι είχε να θυμηθεί από αυτό. Όταν ο Ιάσονας είχε παραδώσει τα όπλα, γύρισε με διπλή πλευρίτιδα στο χωριό του. Ένας από τους αρχηγούς των ομάδων που τον κυνηγούσαν ήταν από αυτό. Τότε πήδηξε από το παράθυρο και ξυπόλητος θα περπατήσει στο χιόνι. θα κρυφτεί στο λόγκο και περασμένα μεσάνυχτα με τη βοήθεια του «Μούργου» ενός πανέξυπνου σκύλου, Θα πάρει το δρόμο για το πατρικό χωριό της μάνας του, κάπου μια ώρα μακριά. Το σκυλί προχωρούσε μπροστά ανιχνεύοντας. Αφού δεν υπήρχε τίποτε το ύποπτο, γύριζε πίσω κουνώντας την ουρά, σημάδι ότι δεν υπάρχει. κίνδυνος. Μόνο σ' ένα μαντρί τον εμπόδισε, γιατί άκουσε τη φωνή κάποιου βοσκού. Σε κανένα άλλο σημείο. Μόλις έφτασαν στου παππού το χωριό, ο Ιάσονας χτύπησε το τζάμι. Θορυβημένος εκείνος ξύπνησε και άνοιξε. Ο Ιάσονας ζήτησε ψωμί να ταΐσει το σκυλί,, που, αφού έφαγε, το χάιδεψε και του είπε να πάει στο χωριό τους όπως κι έγινε, μόνο που από τότε δεν ξαναντάμωσαν.

Καθώς πορευόταν για το προσκύνημα η θεία Χαριτίνη περνούσε από τα χωριά της Ανατολικής πλευράς του Χελμού. Οι χωρικές γνώριζαν ακόμα και την ώρα που θα περνούσε η βασανισμένη μάνα. Από νιόπαντρη είχε ακούσει για τη χάρη της Παναγίας και πήγαινε κάθε χρόνο. Μάλιστα τώρα που το παιδί της ήταν φυλακή είχε εναποθέσει την ελπίδα στο θαύμα της Παναγίας. Λίγα πράγματα ή και καθόλου δε γνώριζαν οι καλοσυνάτες χωρικές που φόρτωναν το γαϊδουράκι με φρούτα και περιβολικά της εποχής. Με δακρύβρεχτα μάτια εκείνη και αγνά συναισθήματα που ‘χε σμιλεύσει ο πόνος αντιδρούσε μ' ένα χαμόγελο των στεγνωμένων χειλέων της, με μια βαθιά ανθρώπινη υπόκλιση και μ' ένα αργόσυρτο, αδύναμο ευχαριστώ που ‘βγαινε απ' τα μύχια της καρδιάς της.

Θύμα συκοφαντίας το παιδί της θα συλληφθεί πιο πάνω από το Γυμνάσιο που απεφοίτησε και θα οδηγηθεί στη φυλακή. Συγχωριανοί του χωρίς αποδεικτικά στοιχεία του φόρτωναν δύο φόνους. Η αλήθεια είναι πως τον μισούσαν, γιατί στα χωριά κανένας δεν δέχεται άλλον ανώτερο από τον εαυτό του. Γεγονός είναι ότι ο Ιάσονας «είχε πιστέψει με αλόγιστο πάθος στην ανάγκη μιας κοινωνικής αλλαγής». Ίσως σε λάθος εποχή. Μιας εποχής που επικρατούσε ανωμαλία και σύγχυση και τα πάντα επιβάλλονταν.

Στη δίκη που θα γίνει δε ζει πια ο πατέρας του. Έτσι η χήρα μάνα πρέπει να κάνει πέτρα την καρδιά. Τέσσερα κορίτσια, το αγόρι φυλακή, φτώχεια,ανέχεια, σ' όλα έπρεπε να δώσει λύση.

Καθώς η πορεία έφτανε στο τέλος και η απόσταση του τελευταίου χωριού από το μοναστήρι ήταν δεν ήταν δύο χιλιόμετρα πήγαινε γονατιστή. Τα γόνατά της πιτσίλιζαν με αίμα το χωματόδρομο και τον νότιζε ο ιδρώτας που ‘τρεχε αυλάκι από το ηλιοκαμένο πρόσωπό της. Ξαφνικά στην άκρη του χωριού, πρόβαλε μια γερόντισσα σφιχτομαντηλισμένη ακουμπώντας στο ραβδάκι της και κρατώντας στο άλλο χέρι μια βυσσινάδα. Στάθηκε μπροστά της, τη σταμάτησε και της έδειξε μια ριζιμιά πέτρα να καθίσει. Με τη σκέπη της καθάρισε τον ιδρώτα και της έδωσε να πιει το χυμό. Αδύνατον να δεχτεί η ικέτιδα. Μπρος στην επιμονή της σεβάσμιας γερόντισσας υποχώρησε. Συγκινημένη την παρότρυνε να μην συνεχίσει γονατιστή.

- Φτάνει θυγατέρα μου! Μη βασανίζεσαι. Ο θεός κι η Παναγία θα δώσουν λύση στο αίτημά σου!

- Τον κόπο μου πάω στη χάρη της κυρούλα!

Τίποτε άλλο δεν έχω!

- Σκέψου τ' αδύνατα Χαριτίνη! Θα τα αφήσεις στο δρόμο;

- Έχει ο Θεός την έννοια τους...

Ήταν αδύνατο να της αλλάξει τη γνώμη κι ο δρόμος ήταν ανηφορικός. Όσο έφερνε στο μυαλό της τον Ιάσονα σαν θανατοποινίτη αφού είχε δικαστεί σε θάνατο, τις εκτελέσεις που γίνονταν, την ταπείνωση και περιφρόνια συγγενών και χωριανών ένιωθε σαν το μόνο παρήγορο την ανίκητη ελπίδα που είχε εναποθέσει στη χάρη της Παναγίας.

Φτάνοντας στον περιβάλλοντα χώρο του μοναστηριού ο κόσμος που τη γνώριζε παραμέριζε για να περάσει. Μια γυναίκα έλυσε το καπίστρι του υπομονετικού ζώου και το έδεσε σε μια ελιά. Της πέρασε το ταγάρι με το πρόσφορο στον ώμο και σε λίγο βρέθηκε μπροστά στη θαυματουργό εικόνα. Έβγαλε τη σκέπη, έριξε τα μαλλιά στο πρόσωπό της κλαίγοντας γοερά, ύψωνε τα χέρια ζητώντας το θαύμα. Έπειτα καθισμένη αντίκρυ δεν έλεγε να πάρει τα μάτια της από τη Βρεφοκρατούσα.

Με το πέρας της θείας λειτουργίας κοντά στο ξημέρωμα της Χάρης της, κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Συνομιλούσε με βασανισμένες γυναίκες, έτρωγε λίγο ψωμί με ντομάτα και με το ηλιοβάρεμα μ ανάλαφρη ψυχή έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής...

Το απόγευμα της γιορτής γύρισε στο χωριό. Μαθαίνει από την αδερφή της, πως στο πατρικό τους χωριό έχει έρθει ο εξάδερφός τους ο Ανέστης από την Αθήνα, δικηγόρος Αρείου Πάγου και συνήγορος υπεράσπισης του Ιάσονα.

Δε χάνει καιρό, παίρνει το γαϊδουράκι και με το σούρουπο φτάνει στο πατρικό σπίτι του πρωτοξάδερφου. Κουβέντιαζαν ώρες ατέλειωτες. Ο κυρ Ανέστης θα την καθησυχάσει, δεν ήθελε να την απογοητεύσει. Όμως η χήρα πάγωσε όταν άκουσε πως «Το Συμβούλιο Χαρίτων» απέρριψε την αίτηση χάριτος. Σταυροκοπήθηκε, ύψωσε το βλέμμα στον ουρανό και ψέλλισε:

«Μην αποστρέψεις το πρόσωπό σου από τη χήρα δούλη σου Κύριε...». Περασμένα μεσάνυχτα χώρισαν τα ξαδέρφια.

«Έχε πίστη» της είπε ο Αρειοπαγίτης. «Εσένα έχω και το Θεό: Οι οχτροί περιμένουν την είδηση της εκτέλεσης» είπε η θεία Χαριτίνη και χώρισαν...

Αρχές του τελευταίου μήνα εκείνης της χρονιάς ο δικηγόρος θα επισκεφτεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Χτύπησε την πόρτα του τμηματάρχη, άνοιξε, μα βρέθηκε προ εκπλήξεως. Τη θέση αυτή κατείχε φίλος συμφοιτητής του!

- Καλώς τον φίλο μου! Πώς εδώ Ανέστη;

- Να ρωτήσω για έναν ανηψιό μου, ήρθα... είναι κατάδικος, θανατοποινίτης...

- Πώς λέγεται Ανέστη;

- Ιάσονας...

- Γνωστό το όνομα. Α, να πάνω - πάνω έχω το φάκελό του. Ξέρεις τη διαδικασία. Πρέπει να σταλεί στην Εισαγγελία της πόλης των φυλακών για να την εκτελέσει. Ύστερα ο Εισαγγελέας θα επιστρέψει προς αρχειοθέτηση το φάκελο. Δουλειά δική μου...

- Το γνωρίζω φίλε. Ορφανό, χήρα μάνα τέσσερις αδερφές, φτώχεια, ανέχεια, κυνηγητό. Όμως δεν μπορώ να διανοηθώ ότι πρέπει να διακινδυνέψεις τη θέση σου!

Ο κυρ Ανέστης σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει εγκάρδια το φίλο, μα εκείνος του έγνεψε να καθίσει.

- Με συγκίνησες Ανέστη, πίστεψέ με!

- Την αλήθεια είπα φίλε...

- Άκουσε, θα κάνω το ηθελημένο λάθος. Θα βάλω το φάκελο στο αρχείο των εκτελεσθέντων. Όμως δε θα ζητήσεις ποτέ δικογραφία...

- Όχι, ποτέ. Άλλως τε εγώ είμαι ο συνήγορός του. Μη φοβάσαι!

Οι δύο φίλοι αλληλοασπάστηκαν και αποχωρίστηκαν. Ο Ιάσονας θα ζήσει δύο χρόνια σαν εκτελεσμένος. Όμως στη φυλακή θα ζει κάθε βράδυ επί δύο χρόνια τον εφιάλτη του θανάτου. Θα βλέπει τους συγκρατούμενους φίλους να λιγοστεύουν και θα προσμένει τη σειρά του. Θα ακούει τους φρουρούς μεσάνυχτα να ξυπνούν τους θανατοποινίτες και να τους οδηγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τις επαναλαμβανόμενες κραυγές και την κλαγγή των όπλων. Εφιαλτικές στιγμές! Τη μέρα να ζει, να κινείται έστω σε περιορισμένο χώρο και το βράδυ η κορύφωση της αγωνίας, αν θα δει το φως της άλλης μέρας...

Μετά τα δύο χρόνια οι φίλοι ανταμώνουν και ο κυρ Ανέστης πληροφορείται ότι σταμάτησαν οι εκτελέσεις και η ποινή θανάτου μετατρέπεται σε ισόβια. Εύκολη η υπόθεση για τον Αρειοπαγίτη η μείωση της ποινής. Για τη μάνα του Ιάσονα είναι ένα θαύμα, από εκείνα που μόνο η φαντασία μπορεί να τα σκαρφιστεί. Κανένας δεν πίστευε ότι ζει. Μέχρι κι ένας από τους φρουρούς όταν θα τον συναντήσει ελεύθερο, θα μείνει άγαλμα. «Ζεις; Ζεις;» Του είπε κι έπεσε στην αγκαλιά του.

Στα επόμενα χρόνια η θεία Χαριτίνη θα συνεχίζει το καθιερωμένο τάμα με ευλάβεια και ευχαριστίες στην Παναγία. Η χαρά της είναι απερίγραπτη. Συμμετέχουν κι οι χωρικές που ξεπροβάλλουν από τα σοκάκια συνεχίζοντας απλόχερα τις προσφορές τους καθώς πηγαίνει στο μοναστήρι.

Όμως εκείνης τα βάσανα δεν έχουν τελειωμό. Ο γιος της συνολικά θα εκτίσει είκοσι τρία χρόνια φυλακή. Θα είναι ένας από τους είκοσι επτά που δραπέτευσαν από τις φυλακές Βούρλων. Αυτός που έλυσε το «άλυτο πρόβλημα των Μαθηματικών». Αυτός που δεν έκανε ποτέ μετάνοια κι ας έζησε σε κόσμους συγκρουόμενους που τους διέκρινε η παρανομία, η προδοσία, το ψέμα, η υποκρισία, η τρομοκρατία που είχαν σαν αποτέλεσμα να συγκλονίζουν ελεύθερες συνειδήσεις». Μέσα στη φυλακή θα μάθει ξένες γλώσσες και θα κάνει μεταφράσεις. Είδε όμως «αυτό που πίστεψε με αλόγιστο πάθος να γίνεται θρησκεία. Μα ό,τι έχει να κάνει με θρησκεία στον αντίποδα σοφίζονται αιρέσεις...».

Η θεία Χαριτίνη αξιώθηκε να τον δει ελεύθερο πολίτη. Τον χάρηκε σαν έναν από τους σημαντικούς συγγραφείς - ιστορικούς. Σαν ιδανικό επιχειρηματία. Να επιμελείται μεγάλες εκδόσεις. Να γράφει βιβλία, αφού «γνώρισε του έθνους τη μαρτυρική διαδρομή που ποτίστηκε με το αίμα των αγώνων». Να ευγνωμονεί τους δύο ανθρώπους που βοήθησαν το παιδί της. Το συγχωριανό που την ειδοποίησε να τον κρύψει και τον ξάδερφο που του χάρισε τη ζωή.

Όσα χρόνια της έδωσε ο θεός, από τότε που το μαρτύριό της πήρε τέλος θα ζήσει μαζί του. Θα νιώθει δικαιωμένη για εκείνα που έζησε και είδε. Όλα αυτά ήταν έργο της Παναγίας στην οποία είχε εναποθέσει την ανίκητη ελπίδα της πειστικά έλεγε...

Ο μαθητής της Γ' τάξης του 2ου Γυμνασίου Πατρών ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΦΟΣ έλαβε μέρος στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Διαγωνισμούς «Διηγήματος» και «Ποίησης» και βραβεύτηκε:

1. Με το Β' Βραβείο Διηγήματος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών

(Π.Ε.Λ.) με Θέμα «ΤΟ ΤΑΜΑ»

Αναφέρεται στη μητέρα του θείου του, Περικλή Ροδάκη - Συγγραφέα - Ιστορικού

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου