Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 25 Σεπ 2011
Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΒΡΑΚΙΑ
Κλίκ για μεγέθυνση

10 Σεπτεμβρίου 2010 21:47

 

ΜΝΗΜΕΣ

 

 

 

1946-1949, εμφύλιος πόλεμος και αδελφοσπαραγμός. Παντού καταστροφές λεηλασίες, αρπαγές, βιασμοί, φυλακίσεις, εξορίες στα ξερονήσια της Πατρίδας μας, στρατοδικεία, ανταρτοδικεία και δυστυχώς εκτελέσεις Ελλήνων. Και τούτο γιατί ήσαν αντίθετοι με την μία ή την άλλη παράταξη, η οποία επιζητούσε να επικρατήσει με τη βία και με τα όπλα.

Ο δημοκρατικός διάλογος, οι εκατέρωθεν υποχωρήσεις, ο σεβασμός στο δημιούργημα του Θεού, τον άνθρωπο, ήσαν «ἔπεα πτερόεντα», τα πάντα τα σκέπαζε η διχόνοια η δολερή.

Από τη μια μεριά ο στρατός που υπάκουε στην αλαζονική και τυφλή δεξιά και από την άλλη οι αντάρτες ή «κατσαπλιάδες»ή «δημοκρατικός στρατός», έσπερναν το θανατικό. Ο φτωχός και ανήμπορος ΛΑΟΣ μας πλήρωνε με τη ζωή του όλες τις πληγές που ήσαν τα αποτελέσματα του εμφυλίου σπαραγμού.

Οι συμπατριώτες μας Σουδενιώτες δέχτηκαν βαθιά στο πετσί τους όλες αυτές τις συμφορές. Όσοι μπορούσαν έδιωχναν μακριά τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια. Υπήρχαν όμως και συμπατριώτες οι οποίοι για λόγους οικονομικούς, είτε γιατί τους φόβιζε το άγνωστο, είτε γιατί συμπαθούσαν κατά κάποιο τρόπο, τον ένοπλο αγώνα των ανταρτών, κράτησαν τα παιδιά τους κοντά τους.

Οι αντάρτες για να καλύψουν τις απώλειες που είχαν σε ανθρώπινο δυναμικό ή για ν' αυξήσουν τη δύναμή τους, επιστράτευαν άλλοτε εθελοντικά και άλλοτε χρησιμοποιούντες βία, αγόρια και κορίτσια, από 16-17 χρονών και πάνω. Από τα δύο χωριά μας, οι αντάρτες επιστράτευσαν βίαια 5-6 Σουδενιωτόπουλα και που δυστυχώς τρία (3) εξ αυτών πλήρωσαν με τη ζωή τους την βίαιη συμμετοχή τους στις πράξεις των ανταρτών.

Ο Θανάσης του Π..., ήταν ένα νέο παλικαρόπουλο μόλις 14 ετών, το παρουσιαστικό του όμως έδειχνε πως ήταν κοντά στα 18 του χρόνια. Ήταν πανύψηλο, κάπου 1,85 - 1,90 μ. στητό κυπαρίσσι, πλάτες πλατιές, χέρια και πόδια δυνατά, «ψημένα» στις δύσκολες αγροτικές δουλειές, μαύρα μαλλιά και δυο κατάμαυρα μάτια, σαν ελιές Αμφίσσης. Το όλο παρουσιαστικό του Θανάση συμπληρωνότανε με το πάντα χαμογελαστό πρόσωπό του.

Το αμούστακο αυτό παλικάρι, το είχαν βάλει στο μάτι οι αντάρτες. Η μάνα του Θανάση, ξύπνια και ζωντανή Σουδενιώτισσα, όταν πληροφορήθηκε την σχεδιαζόμενη βιαία επιστράτευση του γιου της, πήρε την απόφαση να φυγαδεύσει το σπλάχνο της και να το στείλει στον καλό της αδελφό που από χρόνια πολλά ζούσε και εργαζόταν στην Αθήνα.

Νύχτα έφυγε με το γιο της, πέρασε βουνά και λαγκάδια, Ξερόκαμπο, Βρεαχνέικα λιβάδια, Ψηλό Σταυρό, Πετούχι, Ποταμιές, για να φτάσει τα ξημερώματα στην γνωστή της περιοχή, της Ακράτας.

Από εκεί επικοινώνησε με τον αγαπητό της αδελφό Κ... να κατεβεί στην Ακράτα για να παραλάβει το παιδί της και ανιψιό του. Την ίδια μέρα κατέβηκε ο αδελφός στην Ακράτα, τα είπε με την αγαπημένη του αδελφή, παρέλαβε τον ανιψιό του, Θανάση, κι επέστρεψε στην Αθήνα. Η πονεμένη μάνα αποχαιρέτησε το σπλάχνο της με σπαραγμό και πήρε τον δρόμο του γυρισμού για το χωριό της, με μαύρες σκέψεις στο νου και την καρδιά, για το τι θα μπορούσε να υποστεί από τους αντάρτες για την φυγή του αγαπημένου της παιδιού Θανάση.

Ο Θανάσης σε όλη τη διαδρομή με το τρένο για την Αθήνα δεν χόρταινε να βλέπει και να θαυμάζει τον τεράστιο και κατάφυτο με πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα, κάμπο της Βόχας. Οι ερωτήσεις στον θείο του ήσαν απανωτές και ο θείος καμάρωνε τον ανιψιό του και απαντούσε σε όλα και για όλα στις ερωτήσεις του.

Έφθασαν στη θορυβώδη Αθήνα και με το τραμ Κυψέλη - Παγκράτι στο σπίτι του θείου. Το σπίτι που βρίσκονταν στην τότε αριστοκρατική συνοικία της Αθήνας Κυψέλη ήταν μια ωραιότατη ιδιόκτητη μονοκατοικία, κουκλίστικο σπιτάκι με κήπο, κληματαριά και βεράντες.

Η σύζυγος του κ. Κ..., τους περίμενε με ανοιχτή αγκαλιά. Ο Κ... είχε καταφέρει να μεταδώσει στην γυναίκα του την αγάπη του για τους συγγενείς του αλλά και για όλους τους συγχωριανούς του. Η Αργυρούλα, έτσι την έλεγαν την γυναίκα του κ. Κ... αν και Αθηναία, αγάπησε τον Σωουδενιώτικο κόσμο και κάθε καλοκαίρι που κατέβαιναν για παραθερισμό έδειχνε σε συγγενείς, φίλους κα συγχωριανούς του άντρα της, την αγάπη της.

Η θεια Αργυρούλα είχε έτοιμο το μπάνιο για τον άντρα της και τον ανιψιό της. Ο θείος έδειξε στον Θανάση τον τρόπο με τον οποίο θ' άνοιγε τους διακόπτες για να έχει άλλοτε ζεστό και άλλοτε κρύο νερό. Ο Θανάσης δήλωσε πως κατάλαβε, μπήκε στην μπανιέρα, άνοιξε τέρμα τον διακόπτη του ζεστού νερού και απότομα δέχθηκε στο σώμα του το καυτό νερό. Έβαλε τις φωνές, έτρεξαν θείος και θεία. Το κορμί του Θανάση είχε γίνει κατακόκκινο σαν την πιπεριά που βάζουμε στη χειμωνιάτικη φασολάδα. Του έβαλαν διάφορες αλοιφές και τον διαβεβαίωσαν πως την επόμενη ημέρα ούτε που θα το θυμόταν. Ήταν η πρώτη οδυνηρή εμπειρία του αγνού χωριατόπουλου.

Την άλλη ημέρα πήρε ο θείος Κ... τον ανιψιό του και τον πήγε να γνωρίσει τα διάφορα αξιοθέατα της πολυθόρυβης Αθήνας. Ο Θανάσης έβλεπε τα μεγάλα και ωραία κτήρια, τους μεγάλους κι ασφαλτοστρωμένους δρόμους, την Ακρόπολη, τον Λυκαβηττό, το Βασιλικό κήπο, το Ζάππειο, τον άγνωστο στρατιώτη. Για όλα είχε ερωτήσεις, εκείνο όμως που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν αυτό το μεγάλο πλήθος του κόσμου που έτρεχε εδώ κι εκεί σαν να το κυνηγούσε κάποιος.

Πέρασαν αρκετές μέρες με την «ξενάγηση», ο Θανάσης είχε αρχίσει να είναι σκεπτικός και ανήσυχος. Τον ρωτούσε ο θείος του τι είχε, γιατί στενοχωριόταν, όμως καμιά δικαιολογία δεν έλεγε. Ο θείος ανησύχησε και έτσι η θεία Αργυρούλα ανέλαβε να «εξομολογήσει»τον ανιψιό της Θανάση. Βλέπεις οι γυναίκες τα καταφέρνουν καλύτερα, και ο Θανάσης άφησε την καρδιά του να πει στην θεια του τον πόνο του.

«Να, καλή μου θεία, τόσες ημέρες με πειρποιείσθε, μ' αγαπάτε κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σας, να είχατε κήπο να τον περιποιηθώ, θα έκανα κάτι και δεν θα έτρωγα το ψωμί σας τζάμπα!».

Η θεία του τον μάλωσε μητρικά και του είπε πως αν μάθαινε ο θείος του αυτές τις κακές σκέψεις του θα στενοχωριόταν. Του είπε πως αν ήθελε να κάνει κάτι, θα έλεγε στον θείο του να του βρει κάποια δουλειά.

Ο θείος Κ..., για πολλά χρόνια, προπολεμικά, είχε εργασθεί σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα στην Ομόνοια. Πήρε τον ανιψιό του, πήγε στο πολυκατάστημα και σαν παλιός γνώριμος που ήταν, χαιρετούσε όλους τους υπαλλήλους, οι οποίοι του ανταπόδιδαν τον χαιρετισμό με σεβασμό και χαμόγελο.

Πήγε στον διευθυντή, τον κ. Μ..., που ήσαν φίλοι και συνεργάτες από παλιά, και μετά τα κεράσματα και τις εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, ζήτησε από τον φίλο του αν μπορούσε να τακτοποιήσει σε κάποια δουλειά τον ανιψιό του. Η απάντηση ήταν όχι μόνο καταφατική αλλά και κολακευτική.

«Τι λες καλέ μου φίλε, αυτός είσαι ολόιδιος εσύ όταν σε πρωτογνώρισα, εκεί στις αρχές του 1920, τι θα έλεγες να βάζαμε τον νεαρό ανιψιό σου στο τμήμα εκείνο που αρχίσαμε και εμείς, στο γυναικείο τμήμα εσωρούχων. Για θυμήσου τα δικά μας; Τι λες εκεί δεν θα είναι καλά;»

Ο θείος συμφώνησε με την πρόταση του φίλου - διευθυντή του πολυκαταστήματος.

Πάτησε ο κ. Διευθυντής κάτι κουμπιά που είχε πάνω στο γραφείο του, παρουσιάστηκε κάποιος με στολή «ναυάρχου» και του έδωσε εντολή να ειδοποιήσει την πωλήτρια δεσποινίδα Κάτια Λ... να παρουσιαστεί στο γραφείο του. Ήρθε η πωλήτρια και ο κ. Διευθυντής της είπε: «Δεσποινίς Λ..., ο νεαρός που δεν ξεκολλάς τα μάτια σου από πάνω του, είναι ανιψιός του εκλεκτού φίλου μου και παλιού μου συνεργάτη, τον γνωρίζεις τον κ. Κ... . Θα πάρεις το παλικάρι στο τμήμα σου και σιγά-σιγά θα του μάθεις όλη την εργασία του πόστου σου.

Βγήκαν από το γραφείο του κ. Διευθυντή η πωλήτρια Κάτια με τον νεαρό Θανάση. Η Κάτια προσπάθησε να πιάσει το νεαρό παλικαρόπουλο αγκαζέ για να του δείξει κάποια οικειότητα, ο Θανάσης όμως τράβηξε απότομα το χέρι του και κοκκίνισε σαν μαγιάτικη παπαρούνα. Πέρασαν πίσω από τον πάγκο και η πωλήτρια Κάτια άρχισε να κατεβάζει από τα ράφια και τα συρτάρια διάφορα γυναικεία εσώρουχα.

Ρώτησε τον νεαρό συμπατριώτη μας, πως είναι το όνομά του και ο Θανάσης πρόθυμος της είπε: «Θανάση με λένε. Εσένα πως σε λένε;»

«Κάτια» του απάντησε η πωλήτρια.

«Τι όνομα είναι αυτό δεσποινίς; Κάτια σε βάφτισε ο νονός σου;»

«Όχι, Αικατερίνη με βάπτισαν, εγώ όμως το έκανα Κάτια, γιατί έτσι συνηθίζεται στις πόλεις».

«Εγώ θα σε φωνάζω Κατερίνα, άκου εκεί, Κάτια»

«Και εγώ θα σε λέω και θα σε φωνάζω, Σάκη μου» του είπε η Κάτια.

«Άκουσε να δεις κοπελιά» της είπε ο Θανάσης «Θανάση με λένε κι έτσι θα με φωνάζεις και εκείνο του «μου» δεν χρειάζεται, μόνο η μάνα μου έχει το δικαίωμα να με λέει και να με φωνάζει, Θανάση μου, παιδάκι μου».

«Καλά - Καλά» του απάντησε η Κάτια «θα τα ξαναπούμε αυτά αργότερα, έλα τώρα που δεν υπάρχει μεγάλη κίνηση στο μαγαζί, να σου δείξω μερικά πράγματα. Να αυτό λέγεται "κομπινεζόν"».

«Και τι χρησιμεύει στις γυναίκες και στα κορίτσια αυτό το λεπτό ρούχο, που φωτάει από όλες τις μεριές;»

«Να Θανάση μου»

«Είπαμε Κατερίνα, κομμένο το "μου"»

«Το "κομπινεζόν" το φοράνε οι γυναίκες κάτω από το φόρεμά τους για να μην κρυώνουν».

«Τι λες κοπέλα μου;»,τώρα έβαλε και ο Θανάσης το μου, η Κάτια το κατάλαβε και του χαμογέλασε «αυτό το ρούχο που είναι σαν αράχνη, είναι δυνατόν να κρατάει κρύο; Στο χωριό μου αυτό το πράμα το λένε "βελέσι" ή "μισοφόρι" και είναι κατασκευασμένο από χοντρό υφαντό ύφασμα. Αυτό κρατάει το κρύο, αυτό πως το είπες ότι το λένε "κομπινεζόν"; Μαζεύει το κρύο από την Αιλιά, όπως θα έλεγε και η θείτσα μου η Θυμιά».

«Δεν μου λες Θανάση, έχεις πάει φαντάρος; Πόσο χρονών είσαι; Δεν πιστεύω να πήγες στρατιώτης, δεν φαίνεσαι για μεγάλος».

«Εσύ Κάτια, Αικατερίνη ήθελα να πω, πόσο χρονών με κάνεις;»

«Να είσαι κάπου εκεί στα 18-19 χρονών»

«Έχεις πέσει έξω κατά τέσσερα χρόνια, δεν έχω κλείσει ακόμα τα 14, κάπου εκεί κοντά τον Ιούλη τα κλείνω».

Η πωλήτρια Κάτια έμεινε με ανοιχτό το στόμα, δεν ήθελε να το πιστέψει πως αυτό το παλικάρι, το λεβεντόπαιδο με τα όμορφα μάτια, δεν είχε κλείσει ούτε τα 14 χρόνια του, και κατάμουτρα του είπε: «Ήξερα πως οι γυναίκες κρύβουν τα χρόνια τους, όχι όμως και οι άντρες».

«Άκουσε να δεις Κατερίνη μου, εγώ ψέματα δεν έμαθα να λέω, επειδή όμως είσαι άπιστος Θωμάς, να κοίταξε αυτό το χαρτί που έχω από τον παπά του χωριού μου και που γράφει πότε γεννήθηκα και έχει την υπογραφή και την βούλα της εκκλησίας του χωριού μου».

«Καλά - καλά σε πιστεύω, μην διαμαρτύρεσαι. Εσύ, εμένα πόσο χρονών με κάνεις Θανάση μου;»

Συνεχίζεται...

 

Πάνος Γ. Σιγαλός

Από τα Κάτω Σουδενά

Καλαβρύτων

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου