Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 02 Απρ 2018
Γλώσσα και ταυτότητα
Κλίκ για μεγέθυνση

ΡΙΚΗ ΒΑΝ ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ*

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ να λέω τα πράγματα με το όνομά τους: το σύκο σύκο και τη σκάφη σκάφη, όπως λέει ο ποιητής. Τον Αλβανό γείτονά μου τον φωνάζω Οσμάν, το όνομα του προπάππου του, το οποίο φέρει με υπερηφάνεια. Ο νεαρός Οσμάν δεν απαντούσε ποτέ όταν οι συγχωριανοί τον φώναζαν Σπύρο ή Γιάννη: κοιτούσε άλλου, αφού αυτό το όνομα δεν τον αφορούσε. Τελικά το πήραν απόφαση και σήμερα όλοι τον φωνάζουν Οσμάν.

Τη γειτονική μας χώρα τη φωνάζω από το 1991 «Δημοκρατία της Μακεδονίας», αφαιρώντας τα δύο επίθετα «Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή» που είχε στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας. Τη γλώσσα τους την ονομάζω «μακεδονικά» και με αυτό το όνομα διδάσκεται στα πανεπιστήμια της χώρας μου ως μια από τις νοτιοσλαβικές γλώσσες. Όμως οι άνθρωποι που μιλάνε τη γλώσσα αυτή στα χωριά της δυτικής Μακεδονίας έχουν μάθει να αποφεύγουν αυτό το όνομα, την ονομάζουν «ντόπια τούκασνα» ή «πονάσια» (δικιά μας). Αποφεύγουν να την ονομάζουν «μακεδονικά» δημοσίως λόγω του φόβου που μεταδόθηκε επί δεκαετίες.

Η γλωσσική καταπίεση από το ελληνικό κράτος έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των ντόπιων Μακεδόνων και οι αναμνήσεις αυτές, όπως και η ίδια η μητρική γλώσσα, αποτελούν σημαντικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Όταν είναι μεταξύ τους, λένε ιστορίες για ξύλο που έπεφτε στο σχολείο, για ρετσινόλαδο, πρόστιμα και άλλες ποινές όσων πιάνονταν να μιλάνε τη γλώσσα τους, για υποχρεωτική φοίτηση σε ελληνόφωνα νηπιαγωγεία και νυχτερινά σχολεία, για «βουβά» πανηγύρια. Λένε όμως και ιστορίες αντίστασης, γλωσσικά ανέκδοτα, όπου η ομιλία της μητρικής γλώσσας παρουσιάζεται σαν φυσικό φαινόμενο που δεν μπορεί να εκριζωθεί με τη βία. Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι ανέκδοτο, αλλά μια πραγματική βιωμένη εμπειρία που συνέβη στον εμφύλιο. Ο Τράιαν ήταν 14 ετών όταν παρουσιάστηκαν στο σπίτι του στρατιώτες και τον πήραν, παρά την αντίρρηση των γονιών του, και τον έστειλαν για «αναμόρφωση» στις Βασιλικές Σχολές Λέρου. Στο παρακάτω απόσπασμα από τη συνέντευξή του θα μας αφηγηθεί πώς κατάφερε να κρατήσει τη γλώσσα του και να εκπλήξει τους γονείς του μετά την επιστροφή του:

Στη Λέρο

Το περιβάλλον ήταν έντονα πολιτικοποιημένο γιατί οι άνθρωποι εκεί ήταν εθνικόφρονες. Προσπαθούσαν να μας εμφυσήσουν τον πατριωτισμό. Μας κρατούσαν χωρισμένους σε ένα περιβάλλον όπου δεν είχες άλλη επιλογή παρά να επικοινωνήσεις στα ελληνικά. Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε άλλη γλώσσα. Φυσικά δεν τα αποκαλούσαν μακεδονικά εκείνη την εποχή, επειδή της μόδας ήταν να αποκαλούν τους Μακεδόνες «Βρωμοβούλγαρους». Χρησιμοποιούσαν κάθε λογής υποτιμητικούς όρους, αλλά ξέραμε για ποιους μιλούσανε.

Η μυστική παρέα

 Ήταν πολύ δύσκολο να βρεις ανθρώπους μακεδονικής καταγωγής. Δεν ήξερες· υποπτευόσουν τον τάδε ή τον δείνα. Το καλό ήταν ότι τελικά εμείς που ήμασταν Μακεδόνες γνωριστήκαμε μεταξύ μας. Κανείς τους δεν κάρφωσε ποτέ. Συναντιόμασταν σε διαφορετικά μέρη και μιλούσαμε τη γλώσσα μας, αλλά κανένας δεν ήξερε τι συνέβαινε. Μπόρεσα να μιλήσω μακεδονικά λίγες μόλις μέρες αφού έφτασα. Βρήκα κάποιον από ένα από τα χωριά που ήταν πολύ κοντά στο δικό μου. Δεν ξέρω πώς τον αναγνώρισα· νομίζω από την προφορά του. Μέσω αυτού βρήκα αρκετούς ανθρώπους που ήταν μακεδονικής καταγωγής. Είπα μια φορά ένα αστείο, μισό ελληνικά και μισό μακεδονικά. Στην πραγματικότητα είναι μακεδονικό αστείο. Το παιδί αυτό το άκουσε και άρχισε να γελάει όπως δεν έχεις ξαναδεί στη ζωή σου. Έτσι ξεκίνησε όλο το πράγμα. Αυτή η παρέα ήταν πολύ καλή.

Τα λόγια της μητέρας

Δεν αισθανόμουν σαν να με τιμωρούν· αισθανόμουν ότι μου έκαναν κατήχηση. Έπρεπε να υπακούω τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω μου. Θυμόμουν όμως τι μου είχε πει η μητέρα μου όταν με έπαιρναν. Μου είχε πει: «Δεν με πειράζει που θα πας σχολείο, αλλά ξέρω τι κάνουν στα σχολεία. Δεν θα μπορέσεις ποτέ να μάθεις τη γλώσσα σου και θα στραφείς εναντίον μου, γιατί θα σε ξαναπλάσουν από την αρχή». Ο πατέρας μου μού είχε πει το ίδιο. «Κεβεπρέτοπατ». Στα μακεδονικά σημαίνει: «Θα σας λιώσουν· θα σας βάλουν σε καλούπι». Εγώ της είπα: «Δεν πρόκειται να στραφώ εναντίον σου. Είσαι η μητέρα μου». Και το είχα αυτό πάντα στο μυαλό μου. Η ταυτότητά μου ήταν για μένα πολύ σημαντική εκείνη την περίοδο. Μου έλειπαν οι γονείς μου· μου έλειπε η οικογένειά μου. Μου έλειπε ο τόπος όπου είχα γεννηθεί, τόσο που ένιωθα μεγάλο πόνο.

Η επιστροφή

Κατέβηκα στον σταθμό στο Αμμοχώρι. Στο πρόσωπο της μητέρας μου κυλούσαν δάκρυα. Ο κόσμος μας κοίταζε κι αναρωτιόταν τι συνέβαινε. «Κοίτα», της είπα, «δεν με ξανάπλασαν. Πήρα ό,τι μπορούσα να πάρω προς όφελός μου. Και τα υπόλοιπα», της είπα, «είμαι εγώ». Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι δεν είχαν τσακίσει το πνεύμα μου. Πίστευε ότι θα στρεφόμουν εναντίον τους, όπως η νεολαία των ναζί. Αυτό ακριβώς είχε πει. «Φοβόμουν ότι θα καταστρεφόταν εντελώς ο χαρακτήρας σου, ότι θα χανόταν η ταυτότητά σου. Ότι θα σε έπλαθαν από την αρχή και θα σε έκαναν να στραφείς ενάντια στους δικούς σου ανθρώπους». Και μετά είπε: «Βλέπω ότι αυτό δεν σου συνέβη». Ένιωσα περήφανος γι’ αυτό.i

                                                                                   ***

Σε κάθε ευνομούμενο σύγχρονο κράτος το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της ατομικής ή συλλογικής ταυτότητας θα πρέπει να θεωρείται ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το καταλάβει εύκολα ο κάθε Έλληνας αντικαθιστώντας στην παραπάνω ιστορία τη λέξη «μακεδονικά» με τη λέξη «ελληνικά». Το ίδιο ισχύει βέβαια και για το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των εθνικών κρατών, βασικό θεμέλιο του διεθνούς δικαίου. Με το σκεπτικό αυτό, στις επικείμενες διαπραγματεύσεις για το όνομα, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε μια από τις τελευταίες δηλώσεις του Ζόραν Ζάεφ: ότι είναι ανάγκη να διαφυλαχθεί η αξιοπρέπεια και η ταυτότητα και των δύο εταίρων.

 Εάν αυτή η δήλωση ερμηνεύεται ως «πρόκληση» (Τα Νέα, 2.2.2018), αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι η Ελλάδα φέρεται σαν νεο-αποικιακή δύναμη, αλλά και ότι δεν έγινε κατανοητό πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι μια εθνική ταπείνωση σε περίοδο κρίσης. Αρκεί να αναλογιστεί κάποιος τι έγινε στη Γερμανία τον Μεσοπόλεμο.

i Η ιστορία αυτή περιλαμβάνεται στο Riki Van Boeschoten & Loring Danforth, Παιδιά του ελληνικού εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτικές της μνήμης, Εκδόσεις Αλεξάνδρειας, 2015, 247-253.

* Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Πηγη: Η ΑΥΓΗ• ΚΥΡΙΑΚΗ18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018_ ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου