Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 18 Φεβ 2020
Εργασία, ζωή και πολιτική στον ύστερο καπιταλισμό
Κλίκ για μεγέθυνση


Κώστας Δουζίνας
17/02/2020, 21:36
 

 

Τα χαρακτηριστικά της άυλης παραγωγής οδηγούν τους εργαζόμενους σε έντονες δικτυώσεις και συνεργασίες, όχι όμως σε στενές πολιτικές ή συνδικαλιστικές σχέσεις και συγκλίσεις. Το να χρησιμοποιείς το δίκτυο υπολογιστών της εταιρείας ή τα social media είναι πολύ διαφορετικό από το να ανήκεις στο ίδιο συνδικάτο ή κόμμα


Οι νέοι, η γενιά Ζ, στρέφονται αριστερά σε όλο τον κόσμο.
Στην Ελλάδα 38% ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, στη Βρετανία 52% τους Εργατικούς του Κόρμπιν. Οι νέοι έδωσαν τη νίκη στο Sinn Fein στην Ιρλανδία και στους αριστερούς στην Ισπανία, ενώ 45% των ηλικιών 18-29 υποστηρίζει τον Σάντερς. Είναι προβλέψιμο, θα μου πείτε. Πάντα οι νέοι, με τον ενθουσιασμό, την ορμή και τα οράματά τους πηγαίνουν αριστερά, μέχρι να μπουν στα τριάντα, που έλεγε και ο Τσώρτσιλ, και να ακούσουν το μυαλό και όχι την καρδιά. Όμως, φαίνεται ότι η προοδευτική στροφή της νεολαίας είναι πιο ριζική και μόνιμη. Ο συνδυασμός του ύστερου καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης και των νέων τεχνολογιών έχει οδηγήσει σε νέα κοινωνική διαστρωμάτωση. Οτιδήποτε και να λένε τα κλασικά εγχειρίδια του μαρξισμού και της κοινωνιολογίας, η παραγωγική διαδικασία, η εργασία και οι τάξεις έχουν λάβει μια νέα, άυλη μορφή, που δεν έχει σχέση με ό,τι η δική μου γενιά ήξερε εμπειρικά και θεωρητικά. Αλλά αυτό είναι το μόνο είδος εργασίας που ξέρει η νεολαία.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν παράγονται υλικά προϊόντα, ότι εξαφανίστηκε η κλασική εργατική τάξη ή ότι η βιομηχανική παραγωγή μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα (παρότι έγινε κι αυτό, όπως εξηγούν οι θεωρίες της παγκοσμιοποίησης). Σημαίνει ότι ο εργαζόμενος και η αξία του, και εδώ και στην Κίνα, δεν καθορίζονται πια από ένα πεπερασμένο σύνολο σωματικών δυνάμεων ή διακριτών γνώσεων, όπως γινόταν με τους εργάτες του χεριού και του πνεύματος στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αντίθετα, η αξία του εργαζόμενου βρίσκεται στη «δυνητικότητά» του, την εν δυνάμει ύπαρξη, γνώση και εργασία του.

Η αλλαγή αυτή φαίνεται και στη ζωή και στην παραγωγική διαδικασία. Οι εργαζόμενοι έχουν χάσει την ασφάλεια της εργασίας. Καλούνται να αναπτύσσουν και να καλλιεργούν συνεχώς νέες ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Ο εργαζόμενος πρέπει να μιλάει πειστικά, να επικοινωνεί πετυχημένα, να έχει ικανότητες αναλυτικής και κριτικής εκτίμησης, συνεργασίας και δικτύωσης καθώς και χρήσης των συνεχώς εξελισσόμενων τεχνολογιών. Χαρακτηριστικά και δεξιότητες που ανήκαν στο παρελθόν στους εργάτες του πνεύματος είναι σήμερα απαραίτητα προσόντα για όλους. Το περιεχόμενο της εργασίας και οι εισοδηματικές διαφορές είναι τεράστιες, αλλά η μορφή τους έχει αρχίσει να συγκλίνει. Τα σεμινάρια για ανέργους, η διά βίου μάθηση, η συνεχής κατάρτιση και μετεκπαίδευση, η απόκτηση νέων δεξιοτήτων αποτελούν πια τυπική πλευρά της ζωής του εργαζόμενου είτε σε χειρωνακτική είτε σε πνευματική εργασία.

Τα χαρακτηριστικά της άυλης παραγωγής οδηγούν τους εργαζόμενους σε έντονες δικτυώσεις και συνεργασίες, όχι όμως σε στενές πολιτικές ή συνδικαλιστικές σχέσεις και συγκλίσεις. Το να χρησιμοποιείς το δίκτυο υπολογιστών της εταιρείας ή τα social media είναι πολύ διαφορετικό από το να ανήκεις στο ίδιο συνδικάτο ή κόμμα. Αυτή η ανάλυση παρουσιάζεται ως εξέλιξη και ριζοσπαστικοποίηση της έννοιας της «γενικής διάνοιας» στα Grundrisse του πρώιμου Μαρξ. Οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο που έχει ενσωματωθεί στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα όμως η γενική διάνοια, δηλαδή η συλλογική γνώση, γλώσσα και επικοινωνία, έχουν γίνει οι κύριες παραγωγικές δυνάμεις. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα, μια και είναι τα κύρια συστατικά του ύστερου καπιταλισμού. Επομένως η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πλέον ενσωματωμένη στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών, αλλά στις ζωές των εργαζόμενων. Η εξουσία επενδύει στη βιολογική και κοινωνική ζωή, που γίνονται στόχος πειθάρχησης και ελέγχου της βιοπολιτικής. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γινόταν αφηρημένο, η αξια χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: σκέψεις, ιδέες και λόγια πηγαίνουν αμέσως στην αγορά.

Η αλλαγή όμως είναι πιο ριζική. Ο εργαζόμενος της κεϋνσιανής εποχής είχε τα ίδια χαρακτηριστικά στις δραστηριότητές του, στη δουλειά, στο σπίτι, στο μπαρ, στο συνδικάτο και το σωματείο, στα γήπεδα. Ο δικτυωμένος ατομιστής ζει μια σύνθετη πραγματικότητα, με διαφορετικές και αντικρουόμενες πλευρές στη δουλειά, τον ελεύθερο χρόνο, τις διάφορες κοινωνικές και ταυτοτικές ομάδες στις οποίες συμμετέχει φυσικά ή στο Διαδίκτυο. Η ευμεταβλητότητα, η αυθόρμητη δικτύωση, οι πολλαπλές προσωπικότητες, οι αδύναμες σχέσεις, η αποστασιοποίηση από τους άλλους και τις συλλογικότητες αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της ταυτότητας ενός νέου, οικονομικά ενεργού ανθρώπου.

Οι πολίτες του βιοπολιτικού καπιταλισμού είναι εύπλαστοι και εύθραυστοι, επιθετικά εγωιστές και απελπισμένα μελαγχολικοί, η ανασφάλεια και η επισφάλεια μόνιμοι συνοδοί. Σαγηνεύονται και συγχρόνως φοβούνται, είναι υποκείμενα ελευθερίας και συγχρόνως υπάκουοι υπήκοοι. Η ταξική πάλη έχει μεταφερθεί από τους χώρους της εργασίας, όπου τα εργατικά δικαιώματα βρίσκονται σε υποχώρηση, σε όλη την κοινωνία, που έχει γίνει το σημερινό εργοστάσιο, αλλά και ο χώρος πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης.

Οι άμεσες συνέπειες του νέου τρόπου παραγωγής είναι ολοφάνερες, αλλά μια περίεργη ιδεολογική αδράνεια δεν μας επέτρεψε να τις αναγνωρίσουμε και να βγάλουμε τα πολιτικά συμπεράσματα. Η πιο σημαντική είναι ότι η μόνιμη εργασία έχει καταργηθεί. Η μερική απασχόληση, η ευέλικτη προσωρινή εργασία, οι μεγάλοι χρόνοι ανεργίας μετά από σύντομες περιόδους εργασίας αποτελούν τον κανόνα. Οι εργαζόμενοι πρέπει λοιπόν να είναι ευκίνητοι, προσαρμόσιμοι, φιλομαθείς, καιροσκόποι. Η ζωή δεν έχει ρουτίνα, ασφάλεια, δυνατότητα μακρόχρονου προγραμματισμού. Πρέπει να βελτιώνουμε συνεχώς τις γνώσεις και τις ικανότητές μας. Η συνεργασία και η δικτύωση είναι απαραίτητες, αλλά πρέπει να γίνονται προσεκτικά, με επιφύλαξη, μια και πρέπει να κρατάει κανείς κάτι για τον εαυτό του, που θα του δώσει πλεονέκτημα στο μέλλον. Όταν η δικτύωση γίνεται κύριο χαρακτηριστικό της εργασίας, η ιεραρχία και ο έλεγχος γίνονται φαινόμενα παράλογα, αυθαίρετα, αντιπαραγωγικά. Έτσι η αντίφαση μεταξύ της συνεργατικής και πνευματικής εργασίας και της αθεμελίωτης, χωρίς ασφάλεια και προστασία ζωής οδηγεί στον μηδενισμό και τον κυνισμό.

Η δεύτερη αλλαγή αφορά το κέρδος. Δεν βγαίνει πια αποκλειστικά από την υπεραξία, αλλά παίρνει δύο μορφές: το μίσθωμα για τις υπηρεσίες και τον τόκο για το κεφάλαιο και, δεύτερον, τη διαφορά μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Ο μεταφορντικός καπιταλισμός λειτουργεί μέσω της κατανάλωσης που χρηματοδοτείται από το χρέος και το μίσθωμα. Η προ-νεωτερική ραντιέρικη οικονομία, που κατέστρεψε ο καπιταλισμός, επιστρέφει. Τα προϊόντα της γενικής διάνοιας και της άυλης εργασίας νοικιάζονται στους ανθρώπους που τα δημιούργησαν. Τα κοινά του πολιτισμού, της φύσης και αυτής ακόμη της γενετικής μας πληροφορίας ιδιωτικοποιούνται και εμπορευματοποιούνται. Αυτός είναι ο λόγος που η πνευματική ιδιοκτησία έχει γίνει τέτοιο πεδίο σύγκρουσης, μια και αποτελεί έναν από τους βασικούς τρόπους εκμετάλλευσης και κέρδους.

Αλλά και η διαφορά μεταξύ του εργατικού χρόνου που προσθέτει αξία και αυτού που προσθέτει υπεραξία έχει εξαλειφθεί, η εργασία διαχέεται σε όλη τη ζωή. Ο χρόνος του κεφαλαίου δεν αποτελείται πλέον από μετρήσιμες μονάδες, αλλά είναι μια ταυτοχρονία που εγκαταλείπει τη χρονική γραμμικότητα. Ο ελεύθερος χρόνος, οι εξωεργασιακές απασχολήσεις και τα χόμπι, ο συνεχώς αυξανόμενος χρόνος ανεργίας, part-time, ελαστικής και εκ περιτροπής δουλειάς χρησιμοποιείται συνειδητά ή ασυνείδητα για τη συνεχή βελτίωση των δεξιοτήτων και των προσόντων που απαιτεί ο μεταφορντικός καπιταλισμός. Η ίδια η ζωή μας έγινε αντικείμενο της δουλειάς μας, ένα αόρατο, παραγωγικό εμπόρευμα που πρέπει συνεχώς να βελτιώνεται. Ο καπιταλισμός έχει κοινωνικοποιήσει την παραγωγή και έχει γίνει μια έμμεση συνιστώσα των κοινωνικών σχέσεων.

Τέλος, έχουμε γίνει όλοι μισθωτοί. Το περιεχόμενο και η αμοιβή της εργασίας διαφέρουν ριζικά, αλλά η μορφή της είναι παρόμοια. Ακόμη και οι καπιταλιστές έχουν γίνει μισθωτοί CEOς, διευθυντές και σύμβουλοι που διοικούν εταιρείες που ανήκουν σε τράπεζες ή επενδυτικά ταμεία. Η υποτιθέμενη εμπειρία τους δικαιολογεί τους υπερβολικούς μισθούς και τα bonus. Ο εργαζόμενος, από την άλλη, χάνει σε δύο μέτωπα. Πρώτον, δεν πληρώνεται για τη συνεχή δουλειά που πρέπει να κάνει στον εαυτό του για να γίνεται απασχολήσιμος. Η ταξική διαφορά εμφανίζεται ως τεράστια μισθολογική απόσταση. Δεύτερον, οι μισθοί συμπιέζονται βίαια για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Στο παρελθόν, ο «στρατός ανέργων» χρησιμοποιήθηκε για να μειώνει τους μισθούς. Σήμερα, η χρήση της τεχνολογίας και η ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας κάνουν ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων «δομικά περιττούς». Αυτό βάζει το βασικό εγγυημένο εισόδημα στην πολιτική ατζέντα.

Αυτή η ανάλυση του καπιταλισμού και των νέων μορφών υποκειμενικότητας οδηγεί στην έννοια του πλήθους, ως κατηγορίας της πολιτικής φιλοσοφίας.1 Το πλήθος είναι το σύνολο των μοναδικοτήτων που με την άυλη και απλήρωτη εργασία τους αναπαράγουν εαυτούς και τον καπιταλισμό, αφού θεωρητικά όλοι οι εργαζόμενοι συμμετέχουν στην άυλη παραγωγή. Εφόσον η παραγωγή έχει κοινωνικοποιηθεί πλήρως, εφόσον το πλήθος κατέχει μέσα για την παραγωγή, τη γνώση, τις δεξιοτητες, την τεχνολογία, εφόσον ο καπιταλισμός είναι απόλυτα παρασιτικός, δεν προσφέρει πια τίποτα στην κοινωνική αναπαραγωγή και πρέπει να εντείνει συνεχώς την καταστολή για να επιβιώσει. Ο «ανελεύθερος καπιταλισμός» είναι η μονόδρομη λύση του συστήματος.

Οι καινοτομίες και εφευρέσεις στον τομέα της πληροφορικής απαιτούν δικτύωση, ανοιχτή πρόσβαση στην πληροφορία και κοινούς πόρους. Αντίθετα, ο κεντρικός έλεγχος και η πειθάρχηση που επιβάλλει η ατομική ιδιοκτησία υποσκάπτουν τη συνεργασιακή/συνεργατική δημιουργία. Σε όλους τους παραγωγικούς χώρους -την τεχνολογία, τη γεωργία, την ιατρική και τη γνώση- το νέο δημιουργείται από ανοιχτές συνεργασίες, αλλά μεταβάλλεται αμέσως σε κλειστή πηγή κερδών για τις εταιρείες που κατοχυρώνουν πατέντες, copyright και άλλες μορφές πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως υποστηρίζει η ιταλική εργατιστική παράδοση του Βίρνο, του Νέγκρι και του Μαράτσι, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η διατήρηση του καπιταλισμού καταστρέφει τους ανθρώπους και τον πλανήτη χωρίς να έχει τον παραμικρό λόγο ύπαρξης πέρα από την αυτοποιητική αναπαραγωγή του.

Αριστερή στρατηγική στον μεταφορντισμό

Η ταξική και επαγγελματική κατάτμηση του μεταφορντισμού σημαίνει ότι η κοινωνία διατρέχεται από διάφορες, εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ τάξεων, κλάδων, επαγγελμάτων και ιδεολογιών που δεν ακολουθούν την κλασική μαρξιστική ανάλυση: δημόσιοι εναντίον ιδιωτικών υπαλλήλων, υψηλόμισθοι εναντίον χαμηλόμισθων, αυτο-απασχολούμενοι εναντίον υπαλλήλων, άνεργοι εναντίον εργαζόμενων, Έλληνες εναντίον μεταναστών. Αυτή η πολυδιάσπαση δεν επιτρέπει την παλιότερη αντιστοίχιση τάξης, ιδεολογίας και κόμματος και έχει συνεισφέρει στην κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης. Μια ηγεμονική παρέμβαση αναγνωρίζει τις πολλαπλές εντάσεις στο κοινωνικό σώμα και την έλλειψη αριστερόστροφης ιδεολογίας. Το κόμμα δεν αντιπροσωπεύει, αλλά πρέπει να δημιουργήσει κοινωνικά και να εκφράσει πολιτικά τη μεγαλύτερη δυνατή συμμαχία, με τη σύγκλιση πολλών κοινωνικών μερών στον «λαϊκό» πόλο.

Η Αριστερά απευθύνεται στα πολυδιασπασμένα κοινωνικά στρώματα συνομιλώντας με τα διαφορετικά τους χαρακτηριστικά: τους νέους, τις γυναίκες, τους φοιτητές, το πρεκαριάτο, τις κοινωνικά αποκλεισμένες μειονότητες που συμπληρώνουν το μεγάλο εργαζόμενο πλήθος της άυλης παραγωγής. Οι πολλαπλές ταυτότητες γίνονται βάση της νέας ριζοσπαστικής πολιτικής. Σε αυτή την κατεύθυνση αναπτύσσονται τρία είδη πολιτικού ανταγωνισμού και οι ανάλογες στρατηγικές: ο ταξικός, ο κινηματικός και ο λαϊκός. Η ταξική πολιτική γίνεται θετική προχωρώντας από τους πιο ευάλωτους προς τα μικρομεσαία εισοδήματα, τη μικρή επιχειρηματικότητα, τους νέους επαγγελματίες. Όπως τονίζει ο Πικετί στο πρόσφατο βιβλίο του, η φορολογική πολιτική στρέφεται προς το μεγάλο εισόδημα αλλά και τη μεγάλη περιουσία.2 Η αναδιανομή δεν είναι απλώς συστατικό της δίκαιης ανάπτυξης. Οι κλιμακούμενες μεταφορές πόρων από το κεφάλαιο στην εργασία αποτελούν βελτιώσεις του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, αλλά αποσκοπούν στη σταδιακή υπέρβαση του καπιταλισμού.

Ο δεύτερος άξονας απευθύνεται στις πολλαπλές υποκειμενικότητες των εργαζομένων. Έχει τρία αλληλοκαλυπτόμενα επίπεδα. Τις ταυτότητες φύλου, εθνότητας, σεξουαλικότητας ή θρησκείας. Το δικαιωματικό, με κινήματα που δραστηριοποιούνται κυρίως γύρω από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους. Και, τέλος, το περιβαλλοντολογικό, που κατευθύνει τον δικαιωματικό ανθρωποκεντρισμό προς ένα οντολογικά πλούσιο ορισμό της ζωής.

Η τρίτη αντιπαράθεση της προοδευτικής λαϊκότητας συντονίζει τα ταξικά υποκείμενα, ενσωματώνει τις διαφορετικές δυναμικές, συγκεντρώνει και υπερβαίνει τις εντάσεις των άλλων δύο. Αναγνωρίζει τις πολλαπλές αντιπαλότητες στο κοινωνικό σώμα και την έλλειψη κοινής ταξικής ένταξης και αριστερόστροφης ιδεολογίας. Η πολιτική παρέμβαση του πολιτικού υποκειμένου, επομένως, δεν αντιπροσωπεύει απλώς, αλλά πρέπει να κατασκευάσει κοινωνικά και πολιτικά τη μεγαλύτερη δυνατή συμπόρευση, να οργανώσει τη σύγκλιση τάξεων, κλάδων και επαγγελμάτων με τα ταξικά, δικαιωματικά και λαϊκά χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη διαδικασία, η ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας βοηθάει στην επιλογή της κεντρικής αντιπαράθεσης γύρω από την οποία διαμορφώνεται ο προοδευτικός πόλος κάθε στιγμή.

Υπέρβαση του καπιταλισμού

Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν χωρίζεται από τον καπιταλισμό με κάθετη ρήξη, αλλά σταδιακά, με μέτρα που «διαβρώνουν» την ταξική και ιδεολογική του εξουσία. Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, μακροοικονομικοί περιορισμοί και αριστερός κεϋνσιανισμός αποτελούν όλα συστατικά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτό που τη χωρίζει από τη σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται στο είδος των μεταρρυθμίσεων. Οι σοσιαλδημοκράτες επιδίωκαν τη συνεχή αύξηση του ΑΕΠ ανεξάρτητα από τους τρόπους που γίνεται αυτό ή από τα αποτελέσματα στο περιβάλλον, για να πετυχαίνουν μια περιορισμένη αναδιανομή και το κοινωνικό κράτος. Η ανάπτυξη μεγαλώνει τα καπιταλιστικά κέρδη, ικανοποιεί τους σπόνσορες των πολιτικών, αλλά επιτρέπει και τη βελτίωση των εργατικών μισθών και δικαιωμάτων. Η κλασική σοσιαλδημοκρατία αποδέχεται επομένως το αναπόδραστο του καπιταλισμού και στηρίζει τον προγραμματισμό της στην κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ο σοσιαλισμός, αντίθετα, είναι μέρος της ιστορικής διαδικασίας απελευθέρωσης από τις εξαρτήσεις και τα εμπόδια που επιβάλλει ο καπιταλισμός, η σταδιακή υπέρβασή του. Οι αριστερές μεταρρυθμίσεις μεταφέρουν συνεχώς πόρους και ισχύ από το κεφάλαιο και το κράτος στους εργαζόμενους και τους πολίτες. Και εδώ ο μεταφορντικός καπιταλισμός γίνεται σύμμαχος. Το δικτυωμένο άτομο, οι ανοργάνωτοι μισθωτοί με τις πολλαπλές εργασιακές σχέσεις, χωρίς ενιαίους χώρους εργασίας και κοινό κεφάλαιο, έχουν τεράστιες γνωσιακές και εμπειρικές ικανότητες. Ξέρουν να συνεργάζονται για να παράγουν από κοινού αγαθά και υπηρεσίες. Η κοινωνικότητα τους δεν δημιουργείται μέσα σε κοινό εργασιακό χώρο, αλλά μέσω ενιαίου παραγωγικού σχεδίου, μιας άυλης διαδικασίας. Πρέπει λοιπόν να μεταφέρουμε στην πολιτική τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας. Χρειαζόμαστε ένα νέο κόμμα που εγκαταλείπει την ασφάλεια του πρωτοκόλλου και της επετηρίδας και γίνεται κομμάτι της γενικής διάνοιας.

Η αυτο-οργάνωση, οι συνεταιρισμοί, η συλλογική εργασία αποτελούσαν βασικές προτάσεις της ανανεωτικής Αριστεράς. Ο μεταφορντισμός τις ανάγει σε βασικό εργαλείο οργάνωσης και παραγωγής. Ο κεντρικός έλεγχος και η πειθάρχηση που επιβάλλεται, όμως, από τους ιδιοκτήτες και τους managers των επιχειρήσεων υπονομεύουν τη συλλογική επινοητικότητα και δημιουργία. Έτσι έχουμε φτάσει στο σημείο όπου ο καπιταλισμός καταστρέφει τους ανθρώπους και τον πλανήτη χωρίς λόγο ύπαρξης. Η ενίσχυση του κόσμου της εργασίας περνάει επομένως από την ανάπτυξη νέων συλλογικών μορφών παραγωγής, της κοινωνικής οικονομίας, των συνεταιρισμών, των ενεργιακών κοινοτήτων, μαζί με την ενίσχυση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και στο δημόσιο τομέα, όπως υποστηρίζει ο Πέτρος Ρυλμόν στο πρόσφατο βιβλίο του.3 Είναι υποχρέωσή μας να προγραμματίσουμε την κοινωνικοποίηση και τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας ως μέρος της υπέρβασης του καπιταλισμού.

1 Michael Hardt και Toni Negri, «Πλήθος» (Αλεξάνδρεια, 2011).

2 Τhomas Picketty, “Capital and Ideology” (Harvard University Press, 2020)

3 Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν, «Η Αριστερά τώρα ή ο δρόμος προς της ανασυγκρότηση» (Νήσος, 2020)

* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος Νίκος Πουλαντζάς και πρώην βουλευτής

Πηγή: Η Αυγή

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου