Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 14 Μάρ 2019
Θ. Π. Τάσιος: Ξανά για τις θρησκείες;
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Σε φιλοσοφικότερη γλώσσα, μια θρησκεία σχετίζεται με την «Υπέρβαση», με «ό,τι νοείται μεν, αλλά είναι απρόσιτο στη γνώση», γράφει ο Θεοδόσης Τάσιος, αναφερόμενος σε ένα άρθρο του καθηγητή Στ. Βιρβιδάκη στη στήλη «Στοχαστικός Βίος» της «Κ».

Η διαπιστωμένη στροφή πολλών κοινωνιών προς τις θρησκείες κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ευλόγως αναζωπύρωσε και τις μελέτες για το θρησκευτικό φαινόμενο – όπως αναζωπύρωσε και τις αγωνιστικές εκδηλώσεις αθεΐας. Πολύ δε περισσότερο που ορισμένοι θρησκευτικοί φονταμενταλισμοί, απειλούν ήδη πολλαπλώς τα πολιτισμικά και τα οικονομικά κεκτημένα των «δυτικών» κοινωνιών. Ηταν, λοιπόν, επίκαιρο το αναλυτικό άρθρο του καθηγητή Στ. Βιρβιδάκη στη φιλόξενη στήλη «Στοχαστικός Βίος» της Καθημερινής (20/1/2019). Στον τόσο παραγωγικό απόηχο εκείνου του άρθρου γράφτηκαν οι απόψεις που ακολουθούν.

Για τις ανάγκες αυτών εδώ των απόψεων, χρειάζεται νομίζω να θυμηθούμε πρώτα ότι ο βασικός ορισμός της «Θρησκείας» αναφέρεται ευθέως στην «πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις και στην αντίστοιχη απόδοση λατρείας». Σε φιλοσοφικότερη γλώσσα, μια θρησκεία σχετίζεται με την «Υπέρβαση», με «ό,τι νοείται μεν, αλλ' είναι απρόσιτο στη γνώση».

Επομένως, η επιστημονική ακριβολογία δεν θα ενεθάρρυνε την ακόλουθη (αθέλητα βέβαια) νομιμοποίηση μιας τεράστιας εννοιολογικής σύγχυσης: Λεπτομερείς ρυθμίσεις κοινωνικής συμπεριφοράς, ως κανόνες συμβιωτικότητας, προκύπτουν βέβαια από τη μακραίωνη πείρα της κοινωνικής ομάδας. Είναι, πάντως, κατανοητό ότι η μυθοποιητική ανάγκη των αρχέγονων κοινωνιών (ή και η σκοπιμότητα των εξουσιαστικών τους ομάδων), προσδίδει κύρος στους υπό διαμόρφωση κανόνες, αποδίδοντάς τους σε δήθεν εντολές θεοτήτων. Αυτή η (βάναυση, πάντως) εργαλειακή εκμετάλλευση του καθαρού θρησκευτικού φαινομένου έχει συμβεί πλειστάκις μέσα στην Ιστορία. Υποστηρίζω, όμως, ότι ο σύγχρονος στοχασμός έχει να κερδίσει σε σαφήνεια και ερμηνευτική διεισδυτικότητα εάν εξαρχής διακρίνει τον όρο του θρησκεύεσθαι από τις («καταχρηστικώς θρησκευτικές») εντολές κοινωνικής συμπεριφοράς· για τον απλούστατο λόγο ότι καθώς είναι τελείως διαφορετικής κατηγορίας και προελεύσεως, δεν χωράνε μέσα στον κοινό όρο «Θρησκεία» – αφήνω δε που συχνότατα υπονομεύουν το κύρος της ίδιας της θεότητας, όπως λ.χ. η αχαλίνωτη ανδροκρατία που χαρακτηρίζει τις περισσότερες από αυτές τις «δήθεν-θρησκευτικές» παραδόσεις.

Υποστηρίζουμε, λοιπόν, ότι η μακραίωνη ανάδειξη αξιών οργάνωσης του βίου δεν γίνεται γενικώς μέσω της θρησκείας. Η δε υπακοή στις δήθεν-θρησκευτικές εντολές, δεν θα συγχέεται με τις αξίες· θα είναι απλώς αποτέλεσμα εξωγενών αμοιβών ή απειλών.

Χάρις σε αυτήν τη στοιχειώδη διασάφηση, η θρησκευτική πίστη διατηρείται αλώβητη από τις κοινωνικές μεταβολές και τις ιστορικές συγκυρίες που μεταβάλλουν τους κανόνες συμπεριφοράς, το δε κοινωνικό γίγνεσθαι δεν κινδυνεύει από κανέναν δήθεν-θρησκευτικό φανατισμό – θα κινδυνεύει από τις αποφάσεις της ίδιας της κοινωνίας. Αυτή βεβαίως η εμφανώς ευχολογική διατύπωση δεν μπορεί να επηρεάσει το ιστορικό παρελθόν του τλήμονος πλανήτη μας, όπου πολλές θρησκείες βάλλουν και βάλλονται, εξαιτίας ακριβώς της βάναυσης σύγχυσης που προαναφέρθηκε.

Ας σημειωθεί, δε, παρεμπιπτόντως ότι και η φαρέτρα των άθεων στοχεύει (ευστοχότατα συνήθως) τις αθλιότητες δήθεν-θρησκευτικών κοσμικών παραδόσεων – κι όχι βέβαια το αδιαμφισβήτητο γεγονός ατόμων το οποίο λέγεται «θρησκευτική εμπειρία». Αλλωστε, κατά τη γνώμη μου, και ο εν ονόματι της επιστήμης αυτοπροσδιορισμός προσώπου ως «αθέου» (αντί ως «αγνωστικιστή»), πάσχει επιστημολογικώς, αφού δηλώνει ρητήν πίστιν, που αφορά φαινόμενα τα οποία ευρίσκονται εξ ορισμού εκτός του πεδίου παρατήρησης ή πειράματος. Κι είναι γνωστόν ότι τα λογικά μέσα αδυνατούν να αποδείξουν την ύπαρξη ή την ανυπαρξία θεού.

Θα περιλάβω και αυτές τις περι αθεΐας παρατηρήσεις στα πλεονεκτήματα που φαίνεται να παρέχει η στοιχειώδης διασάφηση που υπενθυμίσαμε στην §2. Υστερα από αυτά, η τρομοκρατία ή και οι ομαδικές σφαγές τις οποίες υπέστη (και υφίσταται) η ανθρωπότητα εξαιτίας άγριων «δήθεν-θρησκευτικών» παραδόσεων, θα υπόκεινται σε μια ευστοχότερη ερμηνευτική όταν θα αποδίδονται στις ποικίλες μορφωτικές, οικονομικές, πολιτικές συνθήκες που εγέννησαν (και τροφοδοτούν ίσως και σήμερα) αυτές τις παραδόσεις. Κάπως σχετική είναι και η περίπτωση μιας προ 30ετίας μελέτης του γράφοντος περί του βέλτιστου ύψους της δωρεάν βοηθείας των ανεπτυγμένων χωρών προς τον «Τρίτο Κόσμο»: Η μελέτη εκτιμούσε αδρομερώς ότι η βοήθεια αυτή χρειαζόταν να είναι δεκαπλάσια της τότε παρεχόμενης, προκειμένου να αποφευχθούν κίνδυνοι των ανεπτυγμένων χωρών εισαγόμενοι από τον «Τρίτο Κόσμο», από αιτίες, όπως: επιδημίες, μαζική μετανάστευση, τοπικοί πόλεμοι κ.ά. Φευ...

Ωστόσο, ανεξαρτήτως των φοβερών αυτών δήθεν-θρησκειογενών φαινομένων, παραμένει το ερώτημα το οποίο τόσο προσφυώς επανέφερε ο καθηγητής Στ. Βιρβιδάκης, περί «θρησκείας χωρίς Θεό». Και πρέπει αμέσως να παραδεχθούμε ότι ενδεικτικώς μόνον γίνεται σε αυτήν την περίπτωση λόγος περί «θρησκείας» – η οποία χωρίς την «πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις» δεν νοείται. Ποία λοιπόν η ουσία του ερωτήματος; Ο Στ. Βιρβιδάκης μας βοηθάει και σε αυτό, κάνοντας λόγο για μιαν «αναμάγευση» του φυσιοκρατικού κοσμοειδώλου. Γι' αυτό και κάνει σε λίγο αναφορά και στο «ιερό» δέος απέναντι στην τάξη του σύμπαντος. Κατ' αντιστοιχίαν, λοιπόν, προς τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς, αναζητείται μια αντίληψη που γοητεύει/συναρπάζει τον άνθρωπο, ως κάτι υψηλό και ιδιαιτέρως σημαντικό για τη ζωή του. Ομολογούμε δηλαδή ότι βρισκόμαστε μάλλον στον χώρο του συναισθήματος – όπου ίσως να ανεχόμαστε και κάποια χαλάρωση του λόγου. (Αλλιώτικα, στο βασίλειο της γνώσης δεν υπάρχει χώρος ούτε για μάγευση, ούτε για ιερότητα).

Ετσι, η πρώτη ανθρώπινη κατάσταση που μου έρχεται στον νου με αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι το γνωστό γεγονός μιας βαθιάς ανεικονικής εσωτεριστικής εμπειρίας. Επειδή, όμως, αυτή είναι ένα βραχύ και άρρητο επεισόδιο, εύλογο είναι να αναζητηθεί το ενδεχόμενο μιας περισσότερο ενσυνείδητης και κοινωνήσιμης αντίληψης. Αισθάνομαι δε αμέσως την ανάγκη να διαφωνήσω με την καταστροφική προφητεία «δεν υπάρχει ηθική συμπεριφορά χωρίς Θεό». Η υποστασιακή ηδονή που νιώθω όταν συντρέχω τον διπλανό μου (την έχει περιγράψει παραστατικότατα ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια»), θα ήταν επαρκέστατη για έναν ευτυχή ηθικό βίο – χωρίς τον φόβο μεταθανάτιων ποινών. Και, εξάλλου, στις ευρωπαϊκές χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά δηλωμένης αθεΐας, παρατηρούνται και τα μικρότερα ποσοστά παραβατικότητας και κοινωνικής ανισότητας (βλ. λ.χ. στο βιβλίο μου «Ας αναστοχασθούμε», ΠΕΚ, 2014, σελ. 520). Πάντως, η (ας την πούμε) «μεταφυσική» στάση του καθενός μας είναι μια πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήνομε στα χέρια των μεταπωλητών σωτηρίας ή συγγραφέων μεγαθεωριών. Και η Κοινωνιολογία καταγράφει ένα πολύ μεγάλο εύρος από τέτοιες ποικίλλουσες ανθρώπινες στάσεις· στο πιο πάνω βιβλίο μου (σελ. 530-537) είχα περιγράψει οκτώ τέτοιες περιπτώσεις.

 

Και είναι πολύ παρήγορο το γεγονός ότι μια καθημερινή εφημερίδα ασχολείται με τέτοια ζητήματα καίριας σημασίας, για δισεκατομμύρια ανθρώπους.

 
* Ο κ. Θ. Π. Τάσιος είναι συγγραφέας, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

πηγη: http://www.kathimerini.gr/
 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου