Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 25 Σεπ 2011
"Μικροί" και "Μεγάλοι" 	- 10 Μαΐου 2011 10:29
Κλίκ για μεγέθυνση

Του Ηλία Μακρή βιοκαλλιεργητή συνεταιριστή

 

Αγαπητοί αναγνώστες εφόσον διανύουμε ακόμη την Πασχαλινή περίοδο του «Πεντηκοσταρίου» όπως αναφέρει το βιβλίο της εκκλησίας, επιτρέψτε μου να εκφράσω και τις δικές μου ευχές για υγεία και ευημερία του καθενός και βέβαια οικογενειακά και εθνικά «Χριστός Ανέστη», και μακάρι ν' αναστηθεί η χώρα μας, σε όλα τα επίπεδα, οικονομικά, περιβαλλοντικά αλλά κυρίως ηθικά, με ανθρωπιά όπως θα έλεγαν και οι σοφοί πρόγονοί μας, για το καλό όλων μας.

Πριν όμως μπω στο κυρίως θέμα μου« οι Δημήτρηδες», που έχει σχέση με την υπεροψία και την ταπείνωση, επιτρέψτε μου να επανορθώσω με το δικό μου βέβαια τρόπο, κάτι που έγραψα στο δημοσίευμα του τεύχους Μαρτίου 2011 στη «Σ» και άφηνα να εννοηθεί ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι όταν πραγματοποιούν κάποια εργασία, συνήθως δεν ενεργούν γρήγορα... με αποτέλεσμα να «εκβιάζεται» ο πολίτης. Χαίρομαι λοιπόν ιδιαίτερα που επιτέλους έπειτα από όσα κατά καιρούς γράφω, κάποιος ευαισθητοποιήθηκε και μου ζήτησε το λόγο. Πρόκειται για υπάλληλο δημόσιας υπηρεσίας και μακάρι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι των διαφόρων υπηρεσιών να δείχνουν την ευαισθητοποίησή του, για όλα τα θέματα που αντιμετωπίζουμε όλοι μας καθημερινά στις διάφορες υπηρεσίες με τη γραφειοκρατία. Κατόπιν επίμονης παράκλησης του δημοσίου υπαλλήλου, ανακαλώ την επίμαχη... φράση και ζητώ συγγνώμη, αν έγινα η αιτία να στενοχωρηθεί. Επειδή όμως όποιος ζητά συγνώμη νιώθει και ένοχος, νιώθει δηλαδή ότι έσφαλε, νιώθει και την ανάγκη να δικαιολογήσει το πώς υπέπεσε στο σφάλμα του. Επηρεάστηκα κι εγώ λοιπόν απ όσα διαβάζουμε όλοι μας κι' ακούμε από τα ΜΜΕ και θεώρησα, ότι αφού όλοι μας από το ίδιο το λαϊκό «αλεύρι» είμαστε, τότε και αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να ολιγωρούν ή να απιστούν. Αν με έβαζαν να ορκιστώ ή να επικαλεστώ κάποιο συμβάν, αν γίνεται ή δεν γίνεται κάποιος γραφειοκρατικός «εκβιασμός», ορκίζομαι ότι πιθανόν και να γίνεται.

Αν δηλαδή όταν ένα αεροπλάνο φεύγει από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» για οποιαδήποτε χώρα, μου έλεγαν να ορκιστώ ότι θα φτάσει στο προορισμό του, κι' αν ορκιζόμουν, ΝΑΙ τα φτάσει, κι' αν δε φτάσει θα μου έκοβαν το κεφάλι, θα ορκιζόμουν ότι δεν είμαι βέβαιος, και πιθανόν και να μη φτάσει.

Τελειώνοντας, εύχομαι αυτή η ευαισθησία σας, να σας συνοδεύει σε όλη σας την υπηρεσιακή σας καριέρα. Όμως από τα παραπάνω γραφόμενα προκύπτει το εξής ερώτημα : αν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι όλων των υπηρεσιών ( αρχαιολογία, πολεοδομία, δασαρχείο, ΕΣΥ, ΙΚΑ, ΟΓΑ, κλπ), δείξουν την ίδια ευαισθητοποίηση με τη δική σου; Τότε θα λέγαμε ότι επιτέλους αποκτήσαμε ένα τέλειο κράτος.

 

«Οι Δημήτρηδες»

Επηρεασμένος αγαπητοί μου από τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας και ιδιαίτερα της Μεγάλης Τετάρτης που ως κύριο σημείο είναι η ταπείνωση κι επειδή κατά καιρούς από ιερού Βήματος ιεροκήρυκες περιορίζονται στα γνωστά και χιλιοειπωμένα και δεν εμβαθύνουν και δεν ασχολούνται με την πραγματική διάσταση των γεγονότων, επιτρέψτε μου να σας περιγράψω μια ιστορία του χωριού, που μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση και έρχεται «γάντι» με αυτό που συνήθως λέγεται «έχει ο καιρός γυρίσματα».

Στο χωριό μου λοιπόν ζούσαν δυο Δημήτρηδες...,τώρα έχουν πεθάνει και οι δυο, ο θεός να τους χαρίσει ανάπαυση. Ο ένας Δημήτρης, νοικοκύρης με 100 στρέμματα γης, ελαιόδεντρα, περιβόλια και όλων των ειδών τις καλλιέργειες, με ατίθασα και καλοαναθρεμμένα άλογα, και του τελευταίου τύπου εργαλεία εκείνης εποχής, με σώμα ευθυτενές, το κεφάλι ψηλά και συγχρόνως με μια υπεροψία προικισμένη από τα παραπάνω αγαθά.

Ο άλλος Δημήτρης, αδικημένος από τη φύση, λίγο καχεκτικός με λίγη περιουσία, διανοητικά όχι καθυστερημένος αλλά όχι και ατσίδας, όπως συνήθως λέμε απλός, καλοσυνάτος, εργατικότατος έτοιμος να εκτελέσει κάθε εντολή του κάθε εγωιστή εξυπνάκια με τη φράση «ότι πεις εσύ αφεντικό». Αυτόν το Δημήτρη λοιπόν, το «μικρό», ο άλλος Δημήτρης ούτε που τον έβλεπε, ή και να τον έβλεπε, τον έβλεπε σαν κουνούπι, λόγω του ότι ήταν και λίγο μακριά τα σπίτια τους του ενός στη μέση του χωριού και του άλλου στην άκρη, στα προάστια όπως λέμε. Όμοιος με το «μεγάλο» Δημήτρη γείτονας του «μικρού» - για μένα αυτός ήτανε ο «μεγάλος», αλλά που να το καταλάβουν οι χονδρονοικοκυραίοι - ήταν ο Βασίλης «μεγάλος» κι αυτός. Για να καταλάβετε λοιπόν πως φέρονταν οι «μεγάλοι» σε αυτόν τον άνθρωπο, έβγαινε ο Βασίλης στο μπαλκόνι το πρωί διότι το σπίτι του ήταν ψηλότερα και πολύ μεγαλύτερο από αυτό του «μικρού» Δημήτρη και δεν του έλεγε ούτε καλημέρα ούτε τον ρωτούσε αν είναι καλά ή που θα πήγαινε εκείνη την ημέρα. Έλεγε λοιπόν : Δημήτρη να πάρεις το ξινάρι σου και να πας να σκάψεις το αμπέλι στο τάδε μέρος. Η απάντηση του Δημήτρη ήταν η καθιερωμένη : «ότι πεις εσύ αφεντικό». Και μη νομίσετε αγαπητοί μου ότι τόσο ο «μεγάλος» Δημήτρης όσο και ο «μεγάλος» Βασίλης, ήσαν τίποτα αγροίκοι και εκμεταλλευτές στο χωριό τους. Είχαν και αυτοί τη μεταξύ τους αλληλεγγύη. Γλεντζέδες καλοσυνάτοι και κυρίως καλοφαγάδες. Αλλά βλέπετε στα χωριά μας εκείνη την εποχή έτσι ήσαν τα πράγματα. Να θεωρείται ή καχεκτικότητα και η οποιαδήποτε αδυναμία, αδίκημα το αδυνάτου και όχι παραξενιά της φύσης.

Με αυτή λοιπόν τη συμπεριφορά των «μεγάλων» προς το «μικρό» Δημήτρη πέρασαν τα χρόνια και βέβαια όχι ανεπηρέαστα για το «μικρό» Δημήτρη, ο οποίος σαν ανθρώπος κι αυτός εκνευριζόταν, έβαζε τις φωνές και φυσικά όπως πάντα ο πρώτος που την πλήρωνε σε αυτήν την «έκρηξη», ήταν η γυναίκα του η Διαμάντω, η οποία πολλές φορές του έλεγε: Δημήτρη μη φωνάζεις, δε φοβάσαι τι θα πει το κοινό; Τότε αυτός φώναζε περισσότερο κι έλεγε: Άσε με ήσυχο Διαμάντω, εμένα δεν ενδιαφέρει τι θα πει το τσενό(κοινό), ούτε ποιος είναι αυτός.

Όπως είπαμε παραπάνω λοιπόν τα χρόνια πέρασαν και φυσικά επηρέασαν και το «μεγάλο» Δημήτρη κυρίως διανοητικά σε σημείο να τον ψάχνει ο γιος του μέσα στο μεγάλο όπως είπαμε κτήμα. Και τον βρήκε τον ρώτησε: Που είσαι ρε «γέρο»; Ξέρετε τι του απάντησε; Ρε παιδάκι μου ψάχνω τον Γιάννη, μήπως τον είδες; Και όταν ο Γιάννης τον ρωτήσε, εγώ ποιος είμαι; Του απάντησε καλός είσαι και συ ρε παιδάκι μου αλλά σαν το Γιάννη δεν είσαι.

Όπως αντιλαμβάνεστε αγαπητοί μου αναγνώστες άρχισε η κατιούσα της υπεροψίας, ασφαλώς και του εγωϊσμού. Συνέπεσε ο «μικρός» Δημήτρης να χάσει τη σύζυγό του και επειδή η κόρη του παντρεμένη ούσα, που το σπίτι της ήταν στο προάστιο εκεί όπου έμενε ο «μεγάλος» Δημήτρης, άρχισαν οι δυο Δημήτρηδες «χούφταλα» πλέον από τα γηρατειά χωρίς κανένας από τους δυο να ακούει, να κάνουν μονίμως ολοήμερη παρέα οι δυο τους σαν μικρά παιδιά και λόγω της σχεδόν καθόλου ακοής, άλλα έλεγε ο ένας και άλλα έλεγε ο άλλος. Μια φορά έγινα μάλιστα αυτόπτης μάρτυρας ενός περιστατικού, κι απ' αυτό το γεγονός αποφάσισα το γράψιμο αυτής της ιστορίας. Ήσαν λοιπόν κι οι δυο στο καφενείο μαζί και αφού ήπιαν τα καφεδάκια τους και το «μεγάλο» Δημήτρη τον πήρε ο ύπνος, ο «μικρός» σηκώθηκε και χωρίς να τον ξυπνήσει έφυγε προχωρώντας προς το καθιερωμένο δρομολόγιο. Όταν ξύπνησε ο άλλος και διαπίστωσε ότι είχε φύγει σηκώθηκε θορυβημένος και παραλίγο να γκρεμοτσακιστεί για να τον ανταμώσει. Έκανα αυτή τη σκέψη : «Έχει η ζωή γυρίσματα» όπως πιο πάνω ανέφερα.

Επειδή όμως αγαπητοί αναγνώστες όπως αντιλαμβάνεστε η ιστοριούλα αυτή δεν αφορά μόνο τους δυο Δήμητρηδες αλλά αφορά όλους τους παρόμοιους Δημήτρηδες και όλους τους Βασίληδες..., επιτρέψτε μου να διακόψω και να συνεχίσω στο επόμενο δημοσίευμα, γιατί θεωρώ ότι το θέμα είναι από τα σοβαρότερα κοινωνικά θέματα. -

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου