Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 13 Ιούλ 2012
Γράμματα από το Αίγιο
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Με το Ανδρέα Φλογερά εκδότη – δημοσιογράφο εφημερίδας «Έρευνα» Αιγίου

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΝΤΖΕΓΙΑΝΝΗΣ

ΤaΓΚΟ

(ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω).

 

Εκδόθηκε το δέκατο τέταρτο βιβλίο, του έγκριτου λογοτέχνη και δημοσιογράφου και ποιητή και συνεργάτη μας Σταύρου Ιντζεγιάννη, με τίτλο: ΤaΓΚΟ (ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω). Χαρά στο κουράγιο του, να εκδίδει αυτή, ιδιαίτερα, την εποχή βιβλίο. Μάλιστα ο υπότιτλος του βιβλίου ταιριάζει απόλυτα στην εποχή μας, στην πατρίδα μας στην καθημερινότητά μας : Μήπως κι εμείς δεν πάμε...ένα βήμα εμπρός, δύο πίσω; Και γι αυτό είμαστε στάσιμοι. Ακυρώνουμε με ισοφάριση το ένα βήμα και πάμε μείον με ένα ακόμη.

Δεκατέσσερα επεισόδια, που καθένα τους συνιστά ένα σύντομο διήγημα, κάποια ίσως μια νουβέλα, εμποτισμένα με τη νευρώδη, ευχάριστη και τη δροσεράδα του λόγου του Σταύρου, ανατρέπουν την αρνητική διάθεση, να διαβάσουμε ένα βιβλίο και μάλιστα σήμερα σε καιρούς ανύπαρκτων πνευματικών ενδιαφερόντων.

Τι είναι αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον; Πρώτα – πρώτα τα θέματα. Απλά καθημερινά περιστατικά, τόσο συνηθισμένα που ο αναγνώστης θα ανακαλύψει ότι έχει διασταυρωθεί, έχει συναντηθεί μαζί τους, που δε θα έκρινε κατάλληλα να τα διηγηθεί καν. Κι όμως! Περασμένα από τη ματιά του μάστορα, γραμμένα με μελάνι από την ψυχή του, στιλβωμένα από έναν υποκειμενισμό, που σε πολλά δε διαφέρει από προσωπική εξομολόγηση, εκ βαθέων μάλιστα, παίρνουν τη διάσταση αναγνώσματος και μάλιστα ενδιαφέροντος τόσο που αν δεν τελειώσεις δεν παρατάς το βιβλίο. Κείμενα και ιστορίες που έχουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας και την αγιότητα της εφηβείας, ενεργοποιούν σχετικά όμοιες παραστάσεις σε καθέναν. Κι αυτό είναι που κάνει το βιβλίο δικό του. Επειδή κάπου βρίσκει και τον εαυτό του να συμπάσχει και να μάχεται, ιδίως στα τελευταία αφηγήματα από τον πόλεμο στα βουνά της Ηπείρου, πενήντα χρόνια μετά. Κι αυτό είναι το σπουδαίο. Ριγείς και δακρύζεις με περιστατικά απίθανα και με μια πλοκή τέτοια που δεν περιμένεις. Κι εδώ είναι το ταλέντο, ο συγγραφέας, ο σκηνογράφος. Στο απέραντο πανώ της ζωής προβάλλονται λεπτομέρειες που ήταν, κάποτε, η ουσία και η πεμπτουσία της.

Πραγματικό ξάφνιασμα, αίνιγμα ο τίτλος του βιβλίου και δυο πόδια, ένα γυναικείο και ένα αντρικό που διεγείρουν και υπονοούν διαφορετικά πράγματα για καθέναν. Το ταγκό, το τελευταίο, τ΄ωραιότερο του κόσμου, ο παθητικός τόνος της μουσικής του, η βία και η τρυφερότητα σφιχταγκαλιασμένες, η πρώτη αγκαλιά των εφήβων, ο πρόλογος της βιολογικής ολοκλήρωσης ύστερα, ο πόθος και το πάθος για την ίδια αγκαλιά με πρόσχημα το χορό. Κανένα από τα θέματα δεν είναι μελέτη. Ωστόσο όλα περιέχουν καταστάλαγμα φιλοσοφίας, πείρας, έπαρσης και αποκαρδίωσης. Όπως τα φέρνει (και τα παίρνει) η ζωή. Όλα μέσα στα ανθρώπινα. Γιατί το βιβλίο του Σ.Ι. είναι από την αρχή ως το τέλος ανθρώπινο, δηλ. πραγματικό.

Εκεί που πάς να δακρύσεις ο συγγραφέας σε προλαβαίνει αλλάζοντας το κλίμα, εκεί που τολμάς να βγάλεις το συμπέρασμα για τη συνέχεια του επεισοδίου, η ευρηματικότητα του Σ.Ι. σε προλαβαίνει και φτιάχνει το αναπάντεχο, την έκπληξη. Τα πρόσωπα (οι ήρωές του) τα εντάσσει στο πατρινό περιβάλλον, γίνεται ο ξεναγός τους. Αναζητάει πρόσωπα με ρόλους στην παλιά κοινωνία, τα μνημονεύει, ανοίγοντας παρένθεση που είναι μια θαυμάσια λαογραφική αναφορά και η ζώσα ανάμνηση των περασμένων καιρών και ανθρώπων, αποκτάει μέσα στις σελίδες τη ζώσα υπόσταση στην αφήγηση, κάνει το βιβλίο ζωντανό στην κυριολεξία. Καθώς σε απορροφούν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, είναι σα να βλέπεις την παρουσία τους και να αισθάνεσαι το μονόλογο ή τους διαλόγους τους. Δεν το βαριέσαι. Τρεις έως τέσσαρες και πέντε και περισσότερες σελίδες το κάθε θέμα. Για να πάς στο επόμενο, καθυστερείς, να αναπολήσεις και να θαυμάσεις τη χάρη και τη δωρεά του συγγραφέα. Αν έλεγα ότι κάποια θα μπορούσαν να γυριστούν σ’ ένα ντοκιμαντέρ, η σεμνότητα του Σταύρου Ιντζεγιάννη θα το θεωρούσε αυτό υπερβολικό. Κι όμως έχουν όλα τα στοιχεία που ένας επιδέξιος σκηνοθέτης, θα αξιοποιούσε ένα σχεδόν έτοιμο υλικό, που δίνει και δυνατότητα προέκτασής του.

Τα αφηγήματα του «ΤaΓΚΟ» είναι λαογραφικά, ηθογραφικά, ανθρωποκεντρικά όλα, λιτά και πάμπλουτα ταυτόχρονα. Είπαμε. Ο τεχνίτης του λόγου, ο μάστορας, που έχει μακρά θητεία στο χρονογράφημα, το δυσκολότερο είδος να αποτυπώνεται η επικαιρότητα όπως έρχεται, να λέγονται πολλά εν ολίγοις. Και αυτή είναι μια, η κυριότερη, από τις αρετές του βιβλίου. Να διαβάζεις για συγκεκριμένα γεγονότα και να δέχεσαι, ταυτόχρονα, τις προεκτάσεις τους στο παρόν. Κάποτε και στο παρόν του αναγνώστη.

Θέματα από την προσφυγιά του ‘ 22,από την πολύχρονη στρατιωτική θητεία, από τα ήθη των τσελιγκάδων, από τις αναμνήσεις της εφηβείας, όπου η αφέλεια, η απειρία και το πάθος φτιάχνουν εκείνο το εκρηκτικό μείγμα στο μυαλό, στην ψυχή και τις αισθήσεις του νέου, με το εκπληκτικό φινάλε όταν σ’ ένα τρισάγιο που προκάλεσε ο συγγραφέας, μόλις την κρίσιμη στιγμή ρωτήθηκε από τον ιερέα (μέρος κι αυτός των εφηβικών παραπτωμάτων) τι όνομα να μνημονέψει, εδώ δα, άστραψε ο Ινζεγιάννης και μας αποσβόλωσε.

Μεταφέρω αυτούσια την παράγραφο : «Να κάνουμε ένα τρισάγιο είπα κάποια φορά στον παπά. Που στεκόταν στην είσοδο του ναού. Φόρεσε το πετραχήλι του, έβαλε λιβάνι στο θυμιατό...Μετά πνευμάτων δικαίων...Τι όνομα να πω, ρώτησε; Εφηβεία!» και κλείνει το θέμα. Άγνωστο πόσοι, ποιοι και πότε, ίσως κηδέψαμε την εφηβεία μας και δε θυμηθήκαμε να της κάμουμε ένα τρισάγιο. Της ηλικίας που της συγχωρούνται όσα εν λόγω, έργω και διανοία, ρομαντικότατα...διέπραξε.

Γυρίζοντας τις σελίδες και αλλάζοντας θέματα, το επεισόδιο με τον Τούρκο χαμάλη, το Χαλίλ, δείχνει τις αντοχές και τη λεβεντιά κάποιων ανθρώπων, ύστερα το «Κουρείον η ελαφρά χειρ», ακολουθούν δυο τρία έξοχα κομμάτια και κλείνει με τη «Λουκία της Ογδόης», βαθύ ψυχογράφημα της ανειρήνευτης και ανερεύνητης γυναικείας καρδιάς. Ταγκό, λοιπόν. Δύο βήματα πίσω, συνειδητοποιούν κάποιο παρελθόν που, ωστόσο, μας σπρώχνουν μπροστά ! Μπορεί το ταγκό να γεννήθηκε από κακόφημο περιβάλλον. Ξεπέρασε τα όποια κόμπλεξ και τις αναστολές στη σχέση άντρα και γυναίκας στην πίστα. Και καθιερώθηκε. Τα πόδια και το κορμί γίνονται ένα, από μια ηδυπάθεια αξεπέραστη, τι κι αν οι κανόνες του ρυθμού επιβάλλουν ...ένα βήμα εμπρός δύο βήματα πίσω. Αξία, για τους δύο, έχει πόσο αισθάνεται πολύτιμος ο ένας για τον άλλον καθώς αφομοιώνονται στη λαγνεία της επαφής και στη μαγεία των ήχων, στο απαραίτητο ημίφως. Γι αυτό και το πολέμησαν οι πουριτανοί.

Τώρα έγινε και τίτλος βιβλίου αυτή η βαθιά ανθρώπινη σχέση, που κυριαρχεί στα διηγήματα και στις νουβέλες που έχουν απλωθεί στις 180 σελίδες του βιβλίου, του Σταύρου Ιντζεγιάννη.

Ανδρέας Φλογεράς

[email protected] ereyna-aigio.gr

Τηλ.26910 24.403

 

 

Πώς εξαφανίστηκαν οι γραβάτες;

Τι έγιναν οι γραβάτες, από τους – κατά τεκμήριο – σοβαρούς ανθρώπους, που πολιτεύονται; Την επισήμανση έκανε από τηλεοράσεως ο κ. Πάγκαλος, χαρακτηρίζοντας φτηνό λαϊκισμό τέτοιες συμπεριφορές. Παλιότερα – επί Ανδρέα – είχαμε το ζιβάγκο. Όλοι οι φερέλπιδες οπαδοί του ΠαΣόΚ, τότε, έπαθαν...πονόλαιμο και τυλίχτηκαν ως το πηγούνι, κατά το πρότυπο του αρχηγού, είχαν δεν είχαν μακρύ λαιμό, αφού βούλιαζαν μέχρι τα αυτιά τους στο ενδυματολογικό μοντέλο.

Τώρα εν όψει εκλογών, για να μην προκαλούνται οι ψηφοφόροι με χαρτογιακάδες και γραφειοκρατικό ντύσιμο με γραβάτα (πολλοί μάλιστα δεν έμαθαν να τη δένουν σωστά), και να μην προάγεται η αστική νοοτροπία, εμφανίζονται με ξεκούμπωτο πουκάμισο καταργώντας το ευπρεπές ανδρικό στυλ του κουστουμιού που συνοδεύεται απαραίτητα με γραβάτα. Κάποιοι, αρχηγοί και λοχαγοί, ανάλογα με την περίσταση, εμφανίζονται με γραβάτες στα χρώματα που το ακροατήριο αποδέχεται. Κόκκινες, κίτρινες, πορτοκαλί, ανάλογα τι...ψαρεύεται στις συγκεντρώσεις. Όμως η πρόσκληση από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, απαιτεί και την ανάλογη ενδυματολογική περιβολή.

Δεν προσέρχεσαι με σπορτέξ παπούτσι και λελουδάτο πουκάμισο ανοιχτό. Η σοβαρότητα και η ευπρέπεια πάνε μαζί. Θα πείτε μια υπουργός του τελευταίου ΠαΣόΚ, πήγε και ορκίστηκε στη Βουλή με το εκδρομικό της σακίδια στην πλάτη. Χυδαία πρόκληση ανάπηρου λαϊκισμού. Πώς τα κατάφερε ο κομματισμός να περάσει στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα τέτοιες συμπεριφορές; Ίσως, επειδή κοντά στην έλλειψη κοινωνικής παιδείας έχει πλεονάσει και η κομματική αναίδεια και πρόκληση.

 

 

 

 

Το σταγονόμετρο και η σέσουλα

Μέσα στην κρατούσα αντίληψη (και απόδειξη) της λεηλασίας του Κράτους από εκείνους που εκλέγονταν να το αναπτύξουν και μετά την κατάντια της δημόσιας διοίκησης που έχει τρύπες από παντού (βλέπουμε τα τηλερεπορτάζ και δηλώσεις πολιτικών) που στην ουσία παίζεται το παιδικό παιγνίδι κλέφτες κι αστυνόμοι και άκρη δε βρίσκεται, υπάρχει ένα μικρό φωτάκι στο βάθος του διαδρόμου που φωτίζει έναν άλλο χώρο όπου συγκατοικεί η μειοψηφία των εκλεκτικών, των απαιτητικών, των δημιουργών, των ιδεολόγων, των πιστών, των ερασιτεχνών της ποιότητας που αναζητείται (και βρίσκεται) στη λεπτομέρεια των ενασχολήσεών τους.

Μέσα στο χύμα εμπόρευμα της ενημέρωσης των πολιτών ή της διαφώτισής του (από ειδικούς και ανειδίκευτους), όπου μεταγγίζονται νοοτροπίες και πολιτικές απόψεις με τη σέσουλα του άλλοτε μπακάλη σε φτηνές χαρτοσακούλες, όταν γράφονται σε εφημερίδες άρθρα και ρεπορτάζ με τα...πόδια (εννοούμε την προχειρότητα), όταν η «αντικειμενικότητα»βρίσκεται στο μάτι της κάμερας (ό,τι δεις και ό,τι ακούσεις ερμήνευσέ το όπως μπορείς), επειδή η διεύθυνση των ειδήσεων σε σταθμούς και μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα είναι παγιδευμένη, οι σχολιασμοί των συμβαινόντων περνάνε από αλλεπάλληλα δίχτυα (όπου τα μεγάλα ψάρια δε χωράνε να περάσουν προς τα έξω και επομένως προστατεύονται), με αυτή τη λειψή εικόνα ο αναγνώστης (γράφε καλύτερα τηλεθεατής επειδή το διάβασμα απαιτεί προπαιδεία, χρόνο και κούραση και κριτική διάθεση), μαθαίνει χωρίς να πληροφορείται την πάσα αλήθεια και υποπτευόμενος ότι «τον δουλεύουν»είναι αδρανής και...υπάκουος στη μοίρα του. Αν δεχθούμε ότι τα πάντα γύρω μας είναι πολιτική (από τα πρώτα...διαφωτιστικά συνθήματα του παλαιού ΠαΣόΚ) και αφού η πολιτική ως ιδεολογία δεν υφίσταται (θυμίζει την κακοποίηση γυναίκας που έπεσε σε χέρια εκμεταλλευτών) και η δημοκρατία που την επικαλούνται άπαντες (η πλέον εκπορνευμένη έννοια κατά Γεώργιο Παπανδρέου – παππού) είναι ανίκανη αποδώσει στο λαό το όντως υπέροχο νόημά της, βιώνουμε τον έσχατο κίνδυνο να γίνουμε οι κουρελήδες, οι ζητιάνοι και οι ανυπόληπτοι εταίροι μιας Ευρώπης που ίσως δε μας άξιζε.

Τελικά πού βρίσκεται η ποιότητα και η αξία της προσωπικότητας; Στον ερασιτεχνισμό χάριν της ιδέας της δημιουργίας και της καλλιτεχνίας, από ανθρώπους της μη προβολής, οι οποίοι εξάγουν (πολλοί μέχρι τα συρτάρια του γραφείου τους) τον πνευματικό τους μόχθο και μέσω αυτού επισημαίνουν την ανωτερότητά τους. Οι ερασιτέχνες, λοιπόν, εραστές της τελειότητας (κατά το δυνατόν και κατά τη χάρη που καθένας έχει λάβει) και της ποιότητας που παράγουν, επιμένουν πως η τελειότητα της λεπτομέρειας είναι το γνώρισμα του δημιουργικού χαρακτήρα τους. Ό,τι δηλ. δε χωράει και δε διατίθεται με τη...σέσουλα.

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου