Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 13 Ιούλ 2012
Για τον επιστήμονα και άνθρωπο αείμνηστο καθηγητή μου , ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Σχολ. Έτος 1942-Ιούνιος 1943)
Κλίκ για μεγέθυνση

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

 

ΠΑΤΡΑ, 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012

 

Αγαπητέ μου Σωτήρη!

Η έφεση για μάθηση και η προσπάθεια για βελτίωση των συνθηκών της ζωής μάς οδήγησαν να απομακρυνθούμε από τον γενέθλιο τόπο μας.

Στις συναντήσεις μας, μακριά από τα χωριά μας, αναπολούμε τα μαθητικά και νεανικά μας χρόνια, και με περηφάνια θυμόμαστε τα ιστορικά και μαρτυρικά Καλάβρυτα.

Στην προπολεμική πόλη των Καλαβρύτων, έζησα έξι ολόκληρα χρόνια ως μαθητής στο εξατάξιο γυμνάσιο (σχολική περίοδος 1936-37 έως και τον Ιούνιο του 1943).

Γνώρισα και συναναστράφηκα, πέρα από τους Καλαβρυτινούς συμμαθητές μου και πάρα πολλούς εξωσχολικούς, και λέω με ιδιαίτερη παρρησία, πως όλοι τους ήσαν υπέροχοι, γεμάτοι ανθρωπιά – καλοσύνη και δυναμική παρουσία.

Στην «ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ» και στην «ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΗ ΗΧΩ», που μου στέλνεις τακτικά, και σε ευχαριστώ πολύ, διάβασα τις πρωτότυπες και σημαντικές προτάσεις που κάνει ο κ. Λάμπης Παπαδημητρίου, γιός του αειμνήστου φιλολόγου καθηγητή μου Αλεξάνδρου Παπαδημητρίου, που δολοφονήθηκε άνανδρα από τους Ναζί, μαζί με τους υπέρ 700 Καλαβρυτινούς κατά την επάρατη εκείνη ημέρα της 13ης Δεκεμβρίου 1943.

Είχα την τιμή, και τη χαρά να τον έχω καθηγητή στον τομέα των θεωρητικών μαθημάτων. Ήταν ένας υπέροχος Ελληνολάτρης καθηγητής μου και συνάρπαζε με την ελκυστική διδασκαλία του. Κρεμόμασταν από τα χείλη του.

Στην τελευταία τάξη (ΣΤ΄ Π. τύπου), μας δίδασκε Ιστορία των Νεωτέρων Χρόνων. Όλοι μας απορούσαμε με την απέραντη μνήμη του και τον πλούτο των γνώσεών του. Ποτέ δεν χρησιμοποιούσε κατάλογο. Ήθελε να συμμετέχουμε με ερωτήσεις και να διατυπώνουμε τις απορίες μας, ήξερε όλους με τα μικρά μας ονόματα. Ποτέ δεν τον ακούσαμε να λέει «σήκω επάνω εσύ», ή «κάτσε κάτω», ούτε μας απογοήτευε με τη φράση «ήλθες αδιάβαστος». Πάντα μειλίχιος, πράος και με τον καλό λόγο.

Θέλω, επίσης να καταγράψω τρία περιστατικά τα οποία μου έμειναν αλησμόνητα κατά την φοίτησή μου στην ΣΤ΄ τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου Καλαβρύτων, και τα οποία έχουν κάποια σύνδεση με το άτομό μου και τον αείμνηστο καθηγητή μου.

Το κτήριο στο οποίο στεγαζόταν το Γυμνάσιο πάρα πολλά χρόνια, ήταν του μακαρίτη Τσαπάρα, πατέρα της κυρίας Βασιλικής (Βάσως) Τσαπάρα – Παπαθανασίου.

Το καλοκαίρι του έτους 1942, το επίταξαν οι Ιταλοί και ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης μας, Αντώνης Οικονόμου και οι καθηγητές που έμειναν μόνιμα στα Καλάβρυτα, αναζήτησαν κάποιο κτήριο για να στεγαστούν οι μαθητές και το διδακτικό προσωπικό για το νέο σχολικό έτος 1942-43.

Μετά από πολλές αναζητήσεις, κατέληξαν σε ένα παλιό διώροφο οίκημα (σπίτι), κάπου εκεί που είναι σήμερα η προτομή του αειμνήστου λοχαγού Καποτά, που δολοφονήθηκε άνανδρα στην Κύπρο από τους Τούρκους. Το οίκημα αν θυμάμαι καλά ανήκε σε κάποιο Καλαβρυτινό, που ζούσε μόνιμα στην Αθήνα.

Σ’ αυτό «στιβαχτήκαμε» κάπου 400-450 μαθητές και καθηγητές. Το κτήριο είχε και μικρό αύλειο χώρο, περίπου 50-60 τ.μ. Εκείνο τον καιρό το νέο σχολικό έτος άρχιζε από το 2ο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου. Από την πρώτη ημέρα ο αείμνηστος γυμνασιάρχης, μάς έδωσε οδηγίες και μας ανακοίνωσε τις υποχρεώσεις που έχουμε για την καλή και ομαλή λειτουργία του σχολείου. Μια άμεση υποχρέωση των μαθητών ήταν: όλοι οι μαθητές έως το 1ο δεκαήμερο του Οκτωβρίου θα πρέπει να κόψουν τα μαλλιά τους με την ψιλή μηχανή «εν χρω κεκαρμένοι», εκτός από τους μαθητές της ΣΤ΄ τάξεως, οι οποίοι θα αφήσουν, μισό πόντο, κι αυτό γιατί σε λίγους μήνες θα μας αποχαιρετήσουν, παίρνοντας το Απολυτήριο του Γυμνασίου και θα γίνουν Ακαδημαϊκοί πολίτες.

Όλοι μας, τρέξαμε να συμμορφωθούμε με την εντολή-διαταγή και να τιθασεύσουμε «την ατίθαση κόμη μας».

Οι περισσότεροι, από τον μαθητόκοσμο, προτιμούσαμε το κουρείο του Γιάννη Κουτσουρή, που ήταν σε κάποια πάροδο του κεντρικού δρόμου.

Μετά το «εν χρω κεκαρμένοι» αλλά εκ προνομίου μισό πόντο μαλλί, ως τελειόφοιτοι, και με το σχετικό παρφουμάρισμα από τον κουρέα μας, βγήκαμε στη βόλτα με τον συμμαθητή μου Μιχάλη Παναγόπουλο από το Καλλιφώνιο ή Σαβανούς.

Τα πηλίκιά μας ελαφρώς στραβά και τα έξι χρυσά αστέρια τους να διαλαλούν ότι σε λίγο θα είμαστε Ακαδημαϊκοί πολίτες καμαρώναμε βολτάροντας στον κεντρικό δρόμο της πόλεως. Σε λίγο θα συναντούσαμε την παλιοπαρέα στην Κεντρική πλατεία και θα κατηφορίζαμε προς το Σταθμό του οδοντωτού (Μουντζούρη) και συνέχεια θα πηγαίναμε τον βραδινό μας περίπατο πέρα έως του «Αλήμπεη».

Μετά από λίγο φτάσαμε στο ύψος της σημερινής διασταύρωσης του κεντρικού δρόμου με τον κάθετο, και εκεί που σήμερα βρίσκεται το κατάστημα του Ηλία Τάγαρη. Από εκείνο το σημείο φαίνεται η μισή πλατεία. Θυμάμαι ήταν Οκτώβριος του 1942, το καφενείο «Κεντρικό» ήταν κατάμεστο από Καλαβρυτινούς. Ξαφνικά ακούστηκε το σάλπισμα για την υποστολή της Ιταλικής σημαίας. Με διαταγή των Ιταλών την ώρα της έπαρσης και υποστολής όλοι είχαμε την υποχρέωση να σταθούμε ακίνητοι και σε στάση προσοχής.

Με το φίλο μου Μιχάλη στα δεξιά μου μείναμε ακίνητοι ενώ σε απόσταση 2 3 βημάτων βρέθηκε κάποιος σκύλος. Έμεινε κι αυτός ακίνητος, μόνο την ουρά του κουνούσε. Το σκηνικό με εντυπωσίασε και απόρησα. Αυθόρμητα με το δεξί μου χέρι, σκούντηξα τον Μιχάλη να δει κι αυτός την περίεργη στάση του σκύλου. Ο Μιχάλης, όμως είχε εγκαίρως αντιληφθεί πως ακριβώς πίσω μας, ήταν ένας πανύψηλος Ιταλός αξιωματικός, ο οποίος έβλεπε την ανάρμοστη συμπεριφορά μου έναντι της σημαίας της πατρίδας του.

Με τη λήξη της «υποστολής», όρμησε πάνω μου και άρχισε να με κτυπά με απανωτά χαστούκια, καρπαζιές, γροθιές κλωτσιές σε όλο μου το σώμα, υβρίζοντας συνέχεια με ιταλικές λέξεις που δεν τις καταλάβαινα. Με σπρωξιές με οδήγησε στο Ιταλικό Διοικητήριο που στεγαζόταν στο νεόδμητο κτήριο του μακαρίτη Χρήστου Αντωνόπουλου ή Χαλκιά. Με πέταξε στον προθάλαμο, κάτι είπε σε κάποιον Ιταλό αξιωματικό και μετά μπήκε στο γραφείο του Ιταλού Ταγματάρχη. Ανέφερε την αιτία της σύλληψής μου και την περιφρόνηση που έδειξα στην σημαία τους. Βγήκε ξαναμμένος και κάτι ψιθύρισε στον συνάδελφό του. Το μόνο που κατάλαβα ήταν η λέξη Καραμπινιερία.

Με ανάκρινε ο νέος αξιωματικός με τον Έλληνα διερμηνέα και συνέχεια με οδήγησαν στον Ταγματάρχη, στον οποίο αφηγήθηκα το όλο συμβάν. Ο Ταγματάρχης δεν κρατιότανε από τα γέλια.

Μετά την ανάκριση με οδήγησαν πάλι έξω στο άλλο γραφείο. Εκείνη τη στιγμή είδα να ανεβαίνουν την εσωτερική ξύλινη σκάλα, οι αείμνηστοι: ο Γυμνασιάρχης μου Αντώνης Οικονόμου και ο καθηγητής της γαλλικής Κωνσταντίνος Αθανασιάδης, μου έριξαν κάποια σκληρή ματιά, σαν να μου έλεγαν «Σιγαλέ σε τι φασαρίες μας βάζεις;».

Ζήτησαν να παρουσιασθούν στον Διοικητή – Ταγματάρχη και τον παρακάλεσαν να αναλάβει την τιμωρία του μαθητή το σχολείο για την ανάρμοστη συμπεριφορά που τήρησε κατά την υποστολή της Ιταλικής σημαίας.

Φαίνεται ότι το αίτημά τους έγινε δεκτό, ο διερμηνέας μου ανακοίνωσε, με κάποια ικανοποίηση ότι «είσαι πολύ τυχερός για την κακή σου συμπεριφορά. Ανέλαβε το σχολείο σου παρά το ότι ο Ιταλός αξιωματικός που σε συνέλαβε πρότεινε να σε παραδώσουμε στην Καραμπινιερία για τα περαιτέρω». Εκεί είχε ξύλο, πολύ ξύλο και δικογραφία για το στρατοδικείο της Τρίπολης. Έφυγα σαν βρεγμένη γάτα, γλύτωσα τα χειρότερα χάρη στην υπευθυνότητα και το θάρρος του Γυμνασιάρχη Αντώνη Οικονόμου και του καθηγητή μου Κωνσταντίνου Αθανασιάδη, που ανέλαβαν την ευθύνη για την κακή συμπεριφορά του μαθητή τους.

Μέσα από τα στενά δρομάκια, πίσω από την εκκλησία της Θεοτόκου, τροχάδην και κατατρομαγμένος έφθασα στο υγρό ημιυπόγειο δωματιάκι την «καζάρμα», που έμενα με άλλους τρεις (3) συμπατριώτες μου.

Οι συγκάτοικοι προσπαθούσαν να με ενθαρρύνουν και να με ηρεμήσουν, αλλά όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Πρωί-πρωί πήγα στο Γυμνάσιο. Έδειχνα φοβισμένος και όλοι οι μαθητές έτρεξαν ανήσυχοι να μου συμπαρασταθούν στην περιπέτειά μου, ρωτώντας να τους διηγηθώ τα γεγονότα.

Ο μακαρίτης, ο μπάρμπα Μήτσος όπως λέγαμε τον επιστάτη του Γυμνασίου, δε κτυπούσε την κουδούνα του. Πέρασε η πρώτη και η δεύτερη διδακτική ώρα και πλησίασε το τέλος της τρίτης. Η αγωνία μου κορυφωνόταν γιατί κυκλοφόρησε ότι ο Σύλλογος των Καθηγητών συνεδρίαζε και υπήρχε έντονη διαφωνία στη λήψη αποφάσεως. Εγώ δεν λύγιζα, παρά τις επιφυλάξεις μου, γιατί σαν γνήσιο Ελληνόπουλο αισθανόμουν περήφανος. Δεν παρανόμησα κατά της πατρίδας μου. Απλώς δεν τήρησα κατά γράμμα την εντολή του κατακτητή της Ελλάδας μας.

Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης μας – ενθουσιώδης πατριδολάτρης και ακέραιος επιστήμονας δήλωσε ασθένεια προφανώς για να μη λάβει μέρος στη συνεδρίαση. Έστειλε όμως, με τον γιό του Γιάννη κλειστή επιστολή στον υποδιευθυντή του Γυμνασίου, μακαριστό Δωρόθεο Παπαδημητρίου θεολόγο και μοναχό της Αγίας Λαύρας.

Κατά το τέλος της τρίτης διδακτικής ώρας, κτύπησε το κουδούνι, συγκεντρώθηκε ο μαθητόκοσμος και παρουσία του Συλλόγου των καθηγητών, πλην του αειμνήστου Αλέξανδρου Παπαδημητρίου, ο υποδιευθυντής του Γυμνασίου διάβασε την απόφαση του Συλλόγου των καθηγητών η οποία έλεγε: «...τιμωρείται ο μαθητής της ΣΤ΄ τάξης Παναγιώτης Γ. Σιγαλός, με οκταήμερη (8/ήμερη) αποβολή από το Γυμνάσιο, διότι έδειξε ασέβεια κατά την υποστολή της Ιταλικής Σημαίας. Εν Καλαβρύτοις, Οκτώβριος 1942, έπονται υπογραφές...».

Αυτά περίπου έλεγε η απόφαση των καθηγητών, ενώ το «ράδιο αρβύλα» κυκλοφόρησε ότι κάποιοι καθηγητές πρότειναν την αποβολή μου από το Γυμνάσιο Καλαβρύτων, άλλοι από όλα τα Γυμνάσια της Αχαΐας και άλλοι κατά την φαντασία των μαθητών, να παραδοθώ στην Καραμπινιερία!!!

Ο αείμνηστος καθηγητής μου Αλέξανδρος Παπαδημητρίου διαφώνησε για τις βαριές ποινές και τις αντέκρουσε μάλιστα αποστομωτικά, λέγοντάς τους «αντί να συζητούμε ποια ποινή (μικρή ή μεγάλη) θα επιβάλουμε στον μαθητή μας, φρονιμότερο θα ήταν να τον απαλλάξουμε και αντί ποινής να τον επαινέσουμε για την θαρραλέα, πατριωτική πράξη του, έστω κι αν έγινε συμπτωματικά».

(Συνεχίζεται)

 

 

Πάνος Σιγαλός

Από τα Κάτω Σουδενά

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου