Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 18 Μάι 2012
Από το χρονικό της αλώσεως της ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Από την 29η Μαϊου 1453, κύλησαν 559 ολόκληρα χρόνια. Ήταν αποφράδα ημέρα κατά την οποία ο Ελληνισμός συγκρούσθηκε στην Κων/πολη με τους νομάδες του Τουρκεστάν.

Μόνος, εγκαταλειμμένος και αβοήθητος, υπέκυπτε στην ωμή και αλλόπιστη βία.

Το σύνολο των γεγονότων λόγω μεγέθους τους δεν είναι δυνατόν να το παρουσιάσω στο μικρό δημοσίευμα. Θα προσπαθήσω για χάρη των αναγνωστών να είμαι όσο περισσότερο γίνεται σύντομος, περιοριζόμενος σε δύο φάσεις:

Πρώτον, τις τελευταίες ημέρες και δεύτερον στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο.

1.- Οι τελευταίες μέρες

Στις 21 Μαϊου, ο Μωάμεθ, συγκάλεσε τους συμβούλους του, για να σκεφθούν τι πρέπει να κάνουν. Μέχρι εκείνη την ημέρα, είχαν προηγηθεί σειρά αποτυχιών.

Στο συμβούλιο, ο Χαλίλ-πασάς, φίλος των Ελλήνων, τάχθηκε με το μέρος εκείνων που δεν πίστευαν στην άλωση και συνεπώς έπρεπε να λύσουν την πολιορκία. Αλλά ο αντίπαλός του Ζαγάνος-πασάς, υποστήριζε την άποψη, ότι η επίθεση έπρεπε να γίνει γενική, από την ξηρά και από τη θάλασσα και μάλιστα αμέσως.

Τη γνώμη αυτή, φυσικά, υιοθέτησε και ο Σουλτάνος. Και στις 27 Μαϊου, εξέδωσε ημερήσια διαταγή προς το στρατόπεδο.

Σ’αυτή τους εκέντριζε το θρησκευτικό φανατισμό τους, και αφού τους παίνεψε ως πολεμιστές, απευθύνθηκε και προς τα κατώτερα ένστικτά τους.

Τους υπενθύμισε τον πλούτο, τις ωραίες γυναίκες και τα όμορφα κορίτσια, που υπήρχαν στην Κων/πολη. Και με όρκους φρικτούς και μεγάλους, τους υποσχέθηκε, ότι θα παραδώσει σ’αυτούς, για τρεις ημέρες, την πόλη, για να την λεηλατήσουν.

Για να κρατήσει τον ενθουσιασμό τους άσβεστο, ο Μωάμεθ και για να τον ενισχύσει πιο πολύ, διέταξε προσευχές, καθαρμούς και τριήμερη νηστεία, η οποία θα διακοπτόταν κάθε βράδυ με ολονύχτια φωτοχυσία και διασκεδάσεις.

Τα νέα του Τουρκικού στρατοπέδου μεταδόθηκαν αστραπιαίως στην Κων/πολη. Υπήρχε άριστο σύστημα κατασκοπείας από τους Έλληνες. Η φωτοχυσία ήταν τόση, που νομίσθηκε από τους αμυνόμενους, ότι πυρκαγιά εξερράγη σ’αυτό. Ταυτόχρονα, τυμπανοκρουσίες και φωνές χιλιάδων Δερβίσηδων ακούγονταν, οι οποίοι χόρευαν τους έξαλλους άγριους χορούς τους και γέμιζαν τις ψυχές των Ελλήνων με θλίψη και αγωνία.

2.- Το τελευταίο πολεμικό συμβούλιο.

Μα και οι πολιορκούμενοι δεν παρέλειπαν τίποτα, από εκείνα που ήταν απαραίτητα για την άμυνα.

Με κάθε δυνατή ταχύτητα και με τη βοήθεια και αυτήν ακόμη των γερόντων και των παιδιών: επισκεύαζαν τα τείχη, μετέφεραν λίθους, όπλα και πολεμοφόδια στις επάλξεις, επιθεωρούσαν τις οχυρώσεις και γενικώς ετοιμάζονταν να αποκρούσουν την επίθεση.

Ολόκληρη την ημέρα της 28ης Μαϊου, οι καμπάνες των εκκλησιών και μοναστηριών, δεν σταματούσαν να καλούν τους κατοίκους είτε για υπηρεσία είτε για προσευχή. Η γενναία απάντηση, που έδωσε ο αυτοκράτορας, στις 22 Μαϊου, στους απεσταλμένους του Μωάμεθ, αντηχεί και τους ηλεκτρίζει και τους γιγαντώνει την απόφαση να αγωνισθούν μέχρι της τελευταίας πνοής.

«Το δε την πόλιν σοι δούναι, ου εμόν εστίν ούτ’άλλου των κατοικούντων ενταύθα, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν, μη φειδόμενοι της ζωής ημών».

Έτσι είχε απαντήσει με γνήσιο πατριωτικό αίσθημα, με ηρωισμό άφθαστο, με ηγεμονική αξιοπρέπεια.

 

Έφθασε, ωστόσο, η ημέρα αυτή, προς το τέλος της. Αφού είχε συμπληρωθεί η περιφορά της μεγάλης λιτανείας. Είχε διακοπεί ο φοβερός και αδιάκοπος κονονιοβολισμός των τειχών από τους Τούρκους.

Ο αυτοκράτορας, από την έναρξη της πολιορκίας, είχε εγκαταλείψει τα ανάκτορα και διέμενε κοντά στα τείχη, κάτω από μια σκηνή. Τότε αποσύρθηκε για λίγο προς το εσωτερικό της πόλεως, για να προεδρεύσει του πολεμικού συμβουλίου. «Η κόπωσις, η αποθάρρυνσις, ο απελπισμός διεγιγνώσκοντο επί του προσώπου των συνεδριαζόντων», γράφει ο Φραντζής.

Κάποια στιγμή, ο τοποτηρητής του Πατριαρχικού θρόνου, υπέδειξε στον αυτοκράτορα, να σωθεί. Εκείνος, όμως, κατά το σλαϋικό χρονικό, «συντριβείς εκ της συγκινήσεως, ελιποθύμησε, εδέησε δε να ραντίσωμεν αυτόν δι’ύδατος μεμυρωμένου, όπως επαναφέρωσιν εις την ζωή το σώμα εκείνο το εξηντλημένον υπό πολλών αγωνιών και αγρυπνιών».

Εδώ αξίζει να αναφερθεί το συγκινητικό αυτό γεγονός, όπως το αναφέρει ο συγγραφέας του «ομωνύμου μοσχοβίτικου χρονικού».

Μεγαλειώδης, με όλην την τραγικότητά της, ομολογουμένως η σκηνή. «Άξια ενός Έλληνα αυτοκράτορα στις τελευταίες τραγικές στιγμές του πίπτοντος Έθνους του».

Και μετά απ’αυτό, άλλη απαράμιλλη σκηνή λαμβάνει χώρα.

Όλοι εκείνοι οι άρχοντες της Βυζαντινής Αυτ/ρίας, ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλον. Κατησπάζοντο αλλήλους και με δάκρυα στα μάτια «μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες, ούτε γυναικών ή πλούτου φροντίζοντες» αφού «καρδίαν ως λέοντος εποίησαν» έλεγαν: «αποθάνωμεν υπέρ της Χριστού Πίστεως και της Πατρίδος ημών».

Η δημώδης παράδοση και η ποίηση του λαού, περιέβαλαν τον τελευταίο αυτοκράτορα με μια μυστηριώδη αίγλη. Με ένα υπερκόσμιον στέφανον. Αυτή η θρυλλική μορφή έτρεφε και αναπτέρωνε τις τόσες γενεές του αλύτρωτου γένους κατά την τετρακοσαετή νύχτα της δουλείας.

Η ημέρα της αλώσεως δεν είναι ημέρα που χάθηκε μια αυτοκρατορία, αλλά η ώρα που έσβησε το ομοίωμά της.

Και το θλιβερό γεγονός της αλώσεως αποτελεί αφετηρία βαρυσήμαντη για τη ζωή του νεότερου Ελληνισμού, για την ανεξαρτησία και την ακεραιότητά του.

Δε σβήνει το κάρβουνο του Έλληνα για την πόλη των ονείρων του!

 

 

 

ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου