Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 09 Μάρ 2012
Πού οφείλεται η 25η Μαρτίου
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Ο Αριστοτέλης λέει ότι «Η δυστυχία δημιουργεί την επανάσταση». Μπορούμε εδώ, ακώλυτα, να προσθέσουμε ταπεινά ότι: κι’η πιο ανυπόφορη, μα κι’απαράδεκτη δυστυχία είναι ασφαλώς η σκλαβιά.

Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, στα τετρακόσια χρόνια «δεν υπήρχε οδός, δεν υπήρχε πλοίο» για τους Έλληνες, όπως θα’λεγε ο Καβάφης.

Υπήρχε όμως μια σπίθα. Μια τόση δα φεγγοβολή που δειλά, ανύποπτα και θαμπά μεταδιδόταν σε μια ορατή δύναμη στις γενεές πού’ρχονταν κι’έφευγαν, κυκλωμένες από την πιο πυκνή στάχτη. Η σπίθα εκείνη δεν άναβε μόνο το έντρομο μισόφωτο του «Κρυφού σχολειού». Εκεί που τα ελληνόπουλα μάθαιναν τη γλώσσα των προγόνων τους και την ελευθερία που έπρεπε να δώσουν στα παιδιά τους.

Αυτή η σπίθα έκαιγε σαν ένα ιερό κερί και στη συνείδηση όλων των Ελλήνων. Κρυμμένη στο αίμα τους. Απρόσβλητη κι’ακούρσευτη όπως έμεινε τα’απόκρημνο Σούλι, ανυπόταχτο στη λαιμαργία του Αλή Πασά.

Όμως, «Άργειε ν’άλθη εκείνη η ημέρα

…………………………………………

Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα

Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Η φοβέρα και η σκλαβιά ήταν δύο άλλες δυνάμεις πού έπρεπε ν’αντιμετωπίσει ο υπόδουλος Έλληνας. Δεν ήταν μόνο ότι ζούσε κάτω απ’το βαρύ πέλμα του Οθωμανού…

Αλλά ήταν και οι μυστικές ερινύες που τον απειλούσαν «εσωτερικά» και πάσχιζαν πότε να του πολλαπλασιάσουν τον αριθμό των αντιπάλων και πότε να του μειώσουν τη δύναμη της ανταρσίας.

Οι σημαντικότερες από κείνες τις Ερινύες ήταν Ο Κ ο τ ζ α μ π α σ ι

σ μ ό ς κι’ο Ρ α γ ι α δ ι σ μ ό ς.

Γεννήματα κι οι δύο της δουλείας, θρεμμένες και μεγαλωμένες από του καιρού την δηλητηριασμένη πηγή, που βρίσκονταν σε καθημερινή αντιπαλότητα με τον Λαό.

Ο Κοτζαμπασισμός από τη μια μεριά προσπαθούσε να τον υποτάξει σ’ενός είδους δυναστεία. Την οικονομική και την κοινωνική, που δύσκολα ελευθερώνεται κανείς από τις χειροπέδες της.

Κι’από την άλλη ο Ραγιαδισμός. Ο μηχανισμός του λειτουργούσε σαν εκμεταλλευτής της αδυναμίας και μοιρολατρίας της μεγάλης μάζας των απογοητευμένων.

Αυτή η αδυναμία, με τον καιρό, ρίζωνε βαθιά μέσα τους, που έφτασε να καταντήσει κάποτε ένας τρόπος ακαταπολέμητης συνήθειας.

Ο πρώτος ήταν ένας εξωτερικός παράγοντας, ενώ ο δεύτερος έγινε ένα ασφυκτικό πλέγμα, το οποίο, όπως πίστευαν οι εχθροί, θα αποδομούσε την ορθόδοξη πίστη των Ελλήνων.

Εντούτοις και οι δύο ενεργούσαν σα δολιοφθορείς.

Ας δούμε πρώτα τον Κοτζάμπαση. (τούρκ. Kocabasi). O Καποδίστριας έλεγε ότι: «Οι Κοτζαμπάσηδες είναι Τούρκοι, φέροντες όνομα Χριστιανών» και ο Κοραής τους απέδιδε τους χειρότερους χαρακτηρισμούς.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης τους κατηγορούσε ότι ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη γνώρισαν ποτέ τη δικαιοσύνη!

Και όλα δεν είναι αβάσιμα. Η λέξη «Κοτζάμπασης» έχει από τότε γίνει ταυτόσημη με τις λέξεις ιδιοτέλεια, αυθαιρεσία, αυταρχισμός.

Είναι λέξη τουρκική και σημαίνει τον προεστό ή τον δημογέροντα. Αυτός αναδειχνόταν «δια βοής» σε πάνδημη συνέλευση των Χριστιανών ενός τόπου για να τους εξυπηρετεί ως διοικητικός άρχοντας, κάποτε σα δικαστής, κυρίως σε πταισματικές παραβάσεις.

Δεν εισέπραττε μόνο τον κεφαλικό και άλλους φόρους.

Αλλά πολλές φορές, με την αυθάδη και τραχιά συμπεριφορά του απέναντι στους Έλληνες, γινόταν σαν να συναγωνιζόταν τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις του εχθρού.

Η αξιωματική θέση που κατείχαν οι Κοτζαμπάσηδες, φούσκωνε τον εγωισμό τους, τους έκανε σκληροτράχηλους κι’αμείλικτους και τους προσεταίριζε στους Τούρκους.

Δεν είχαν άλλο σκοπό από την κερδοσκοπία και η θρησκεία τους ήταν το ταπεινό συμφέρον. Αυτό το διεκδικούσαν όχι σπάνια με βαναυσότητα σαν καθαρόαιμοι τύραννοι. Είχαν δε σα στόχο τους να μείνουν περισσότερο, από την ετήσια θητεία τους στη εξουσία. Με σκοπό, ασφαλώς, να αποκομίσουν περισσότερα παράνομα οφέλη. Για να πετύχουν τον σκοπό τους, χρησιμοποιούσαν δύο όπλα: την καταπίεση των φορολογουμένων Χριστιανών και την κολακεία ή τη δωροδοκία των αφεντάδων τους Οθωμανών. Με συνέπεια να τους αντιπαθεί ο υπόδουλος Λαός. Να τους μισεί.

Έτσι, με την εσωτερική ανταρσία του κατά των κατακτητών, έφτασε να αισθάνεται και μια παράλληλη ανάγκη: να λευτερωθεί κι’από τους Κοτζαμπάσηδες.

Όσο για το Ραγιαδισμό; Αυτός ήταν πιο δύσκολο να καταπολεμηθεί, όπως ίσως και μερικά κατάλοιπα του σήμερα. Και εξηγούμαι:

Ο όρος σημαίνει δουλοπρέπεια. Η λέξη Ραγιάς (1), είναι αραβική, που δεν αναφέρεται μάλιστα κατά κυριολεξία σε μια ιδιότητα ή σ’ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αλλά στα ζώα.

Με αυτόν το χαρακτηρισμό, άρεσε στους Μουσουλμάνους να θεωρούν τους μη Οθωμανούς υπήκοους του Σουλτανικού καθεστώτος.

Και αυτή τη χυδαία ταυτότητα κολλήσανε στους Χριστιανούς.

Την ταυτότητα μάλιστα αυτή την συνδύασαν με μια περίεργη θεωρία, καταγέλαστη και τραγική μαζί. Έλεγαν δηλ. οι Τούρκοι, πως είχαν ευεργετήσει τους Ραγιάδες. Ότι τους χάριζαν τη ζωή με μόνο αντάλλαγμα την πληρωμή φόρων σε χρήμα κι είδος. Και ως εκ τούτου, πίστευαν πως έπρεπε οι Ραγιάδες να τους χρωστάνε κι’ευγνωμοσύνη γι’αυτή τη μεγαλοθυμία τους.

Ο Ραγιαδισμός πάντως, ερχόταν όχι μόνο «άνωθεν», αλλά και «έσωθεν». Κι’αυτό ήταν το χειρότερο. Έμοιαζε σαν ένας αθέατος και απρόβλεπτος εχθρός που καταχτούσε μυστικά τις αδύναμες συνειδήσεις μερικών Ελλήνων. Αυτών δηλ. που λίγο λίγο και με τον καιρό, έχαναν την προσδοκία της Λευτεριάς.

Έσκυβαν μοιρολατρικά το κεφάλι, επιτρέποντας την χρόνια αρρώστια του Ραγιαδισμού να τους απονεκρώνει το αίμα.

Να τους παραλύει την ορμή για έφεση ή ακόμη και την εθνική περηφάνια. Αιχμαλώτιζε την ψυχή τους και την παράδινε στην ακαταμάχητη αλαζονεία των Κοτζαμπάσηδων και των κατακτητών.

Αλλά μια ζωή, η αντάρτισσα φωνή της Λαϊκής Μούσας με το στόμα ενός Μικρού Κλεφτόπουλου, έδινε το σύνθημα του επαναστατημένου σκλάβου:

Εγώ ραγιάς δε γίνομαι. Τούρκους δε προσκυνάω…

Δεν προσκυνάω τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες,

Μόν’καρτερώ την άνοιξη να’ρθουν τα χελιδόνια.

Τέτοια άνοιξη όμως ποτέ δεν έρχεται μόνη της. Ούτε ξαφνικά

Και ούτε σα μια αστραπή που όταν περάσει ο κεραυνός της μπορεί να μείνει, κρατώντας σταθερά το φως.

Το «Μυστικό του ’21» κρυβόταν στην τρίμορφη Ιδέα της Λευτεριάς: αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, λύτρωση απ’την τυραννία των Κοτζαμπάσηδων, απελευθέρωση απ’τα δεσμά του Ραγιαδισμού.

Τρία «πεδία βολής» σε διαφορετικά μέτωπα. Το πρώτο απ’όλα έπρεπε να’ναι το «εσωτερικό». Γιατί μέσα απ’τη συνείδηση των Χριστιανών θα ξεκινούσε ο μεγάλος ξεσηκωμός. Όταν δηλ. οι ραγιάδες θ’άρχιζαν να πιστεύουν ότι είχαν νικήσει τη δουλοπρέπεια. Και επομένως, θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν τον Κοτζαμπασισμό και στη συνέχεια να πάρουν τα όπλα κατά των βαρβάρων της Πύλης.

Ο αγώνας, βεβαίως, δύσκολος μα η σπίθα έκαιγε. Φούντωνε. Η «Φιλική Εταιρεία», ο εμπνευσμένος δάσκαλος ο Κοραής και ο ζωηφόρος θάνατος του Ρήγα Φεραίου, φώτισαν το σκοτισμένο νου των απογοητευμένων. Και πριν απ’όλα, άπλωσαν τα στιβαρά τους χέρια και τους ύψωσαν το κεφάλι πάνω από την εξευτελιστική στάση του τεμενά. Για να γνωρίσουν κι αυτοί οι απαισιόδοξοι, πόσο μικρό ήταν το ανάστημα του Καταχτητή ΄και των εξαγορασμένων εντολοδόχων τους, και πόσο ψηλό, πόσο άφθαστο το Άστρο της Ελευθερίας.

 

ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

(1). Τουρκ. raya/reaya: ο χριστιανός υπήκοος

της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, (μεταφ.) αυτός

που έχει δουλοπρεπή στάση απέναντι σε κάποιον.

Μπαμπινιώτης, Γ΄έκδοση, σελ. 1526

Ρα για, στα αράπικα= ποίμνιο κοπάδι.

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου