Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 11 Φεβ 2013
Άτυχοι οι συμμαθητές μου Δημήτρης Κοτσορώνης (γλύπτης) και Δημήτρης Χάμψας ζωγράφος)
Κλίκ για μεγέθυνση

 

(τελευταίο)

Αποφοιτήσαμε το 1943 μέσα στην κατοχική λαίλαπα, αναζητώντας καθένας μας το δρόμο του.

Με τον συγχωριανό μου Κοτσορώνη γυρίσαμε στο χωριό μας. τα Σουδενά και ασχοληθήκαμε με τις αγροτικές δουλειές. Ο Χάμψας έμεινε στα Καλάβρυτα κοντά στους δικούς του. Ο πατέρας του ήταν γιατρός

Οι αείμνηστοι Καθηγητές μας και ο γυμνασιάρχης τήρησαν την υπόσχεσή τους. Φρόντισαν ώστε οι δύο συμμαθητές μου ταλέντα - να προωθηθούν και να φοιτήσουν στην Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου.

Μάλιστα ο καθηγητής μας των γαλλικών ενθουσιασμένος με τους δύο Δημήτρηδες. υποσχέθηκε να τους βοηθήσει μετά την αποφοίτησή τους - να τους χορηγηθεί υποτροφία. μέσω της γαλλικής πρεσβείας. για την Μεγάλη Σχολή των

Δύσκολοι, όμως οι καιροί και οι σπουδές δυσκολότερες!

Το άστρο του Μίμη Χάμψα έσβησε πρόωρα! Ο πατέρας του και ο αδελφές του εκτελέστηκαν από τους Ναζί μαζί με τους άλλους Καλαβρυτινούς στον λόφο του «ΚΑΠΗ» στις 13 Δεκεμβρίου 1943.

ο Μίμης Κοτσορώνης, ανήσυχο πνεύμα, αναζητούσε και άλλες δραστηριότητες Εντάχθηκε από τους πρώτους στην Εθνική Αντίσταση (Ε.Π.Ο.Ν.) και το Εφεδρικό ΕΛΑΣ, αναλαμβάνοντας τον τομέα των πολιτιστικών δράσεων της νεολαίας των χωριών μας: Άνω και Κάτω Σουδενά.

Ωστόσο τα γονίδιά του και η καλλιτεχνική φλόγα. που φούντωνε μέσα του για την γλυπτική και το «σκιτσάρισμα», τον οδήγησαν να πετύχει το στόχο του.

Τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 1945 ανέβηκε στην Αθήνα.

Έδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Σχολή Καλών Τεχνών μεταξύ των πρώτων στη γραπτή δοκιμασία.

Έπρεπε. Όμως, να δώσει και δείγματα των δεξιοτήτων του στη γλυπτική ή τη ζωγραφική.

Παρουσίασε στην Επιτροπή εξετάσεων το σύμπλεγμα του κυνηγού με τα σκυλο, τις αρμάτες και το λαγό, όπως αναφέρω σε προηγούμενο δημοσίευμά μου στην εφημερίδα «Στύξ» του μηνός Ιανουαρίου 2013, αριθ. φύλλου 145.

Η επιτροπή θαύμασε το έργο και απόρησε με την αρμονία και τελειότητά του, αλλά αμφέβαλε αν αυτό ήταν έμπνευση και δημιουργία του Μίμη Κοτσορώνη. Γι’ αυτό ο Πρόεδρος της επιτροπής, καθηγητής Τόμπρος, είπε στον Μίμη: «Έχουμε πολλές επιφυλάξεις και δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι το έργο αυτό είναι δικό σου!».

Ο Μίμης, συγκρατώντας την ενόχλησή του, πήρε το έργο, το κτύπησε κάτω και το έκανε θρύψαλα. Ενώ οι καθηγητές με στωικότητα και πατρική ανοχή αντιμετώπισαν το ξεχείλισμα της οργής του υποψηφίου!

Εκείνος. με περισσή πεποίθηση στις ικανότητές του και θαρραλέα, απάντησε:

«Κύριοι. καθηγητές παρακαλώ να με κλείσετε μόνον μου σε ένα εργαστήριο και αν μέσα σε δύο ημέρες δε το φτιάξω καλύτερο. όχι μόνο να με απορρίψετε, αλλά και να με καταγγείλετε στον Εισαγγελέα ότι προσπάθησα «να σας εξαπατήσω.»

Έτσι και έγινε. Κλείστηκε σε παρακείμενο εργαστήρι - πλήρως εξοπλισμένο - με ελάχιστα τρόφιμα και δύο καράφες νερό.

Προς το τέλος ης δεύτερης ημέρας ο Μίμης παρουσίασε ένα καλλιτέχνημα καλύτερο και από το αρχικό.

Ο αείμνηστος Τόμπρος, ενθουσιασμένος από την επιτυχημένη δουλειά του Μίμη, τον συνεχάρη και του είπε: «κύριε Κοτσορώνη, όχι μόνο γίνεσαι δεκτός στη Σχολή, αλλά και από αυτή τη στιγμή θα είσαι και βοηθάς μου».

Ο Μίμης, δεν χρειάστηκε μέσον ή να είναι γόνος υψηλής και λάμπουσας καταγωγής. Ήταν χωριατόπαιδο μιας πολυφαμελίτικης αγροτικής οικογένειας του Χελμού.

Δεν χρειάστηκε να γίνει σύζυγος της αλλήθωρης ή στραβοκάνας κόρης κάποιου προεξέχοντος προσώπου της εποχής μας και να βγάζει τη σκυλίτσα περίπατο στο δασύλλιο της γειτονιάς!

Με την ικανότητά του πήρε αυτό που του άξιζε. Άστραψε το γονιδίωμά του και απέδειξε ότι μπορεί να παλέψει με τις δικές του . . .πλάτες.

Μέσα όμως στην πολυτάραχη εποχή που ακολούθησε μετά το «νόθο» δημοψήφισμα του 1946 και η σκληρή συμπεριφορά της παρακρατικής εξουσίας.. που ακολούθησε τον ανάγκασαν να φύγει για την Αθήνα. συνεχίζοντας τις σπουδές του.

Με ιδιαίτερο ζήλο, κλεισμένος στα υπόγεια της Σχολής του, από τον Σεπτέμβριο του 1946 μέχρι και το Γενάρη του 1947 ασχολήθηκε με την κατασκευή σε μάρμαρο ενός γυναικείου σώματος

Από τους καθηγητές του, τους συμφοιτητές του και τον κύκλο του καλλιτεχνικού χώρου δέχθηκε εγκάρδια και θερμά συγχαρητήρια. Ο γλύπτης Μίμης Κοτσορώνης διέπρεπε.

Όμως, η συνεχής εργασία, το άγχος και η αδιάκοπη προσπάθεια να πει την απόλυτη τελειότητα σκαλίζοντας το μάρμαρο και η έλλειψη ικανής διατροφής, εξάντλησαν τον πνευματικό γίγαντα του Χελμού.

Αρρώστησε βαριά και μετά από τρεις μήνες την πρώτη Απριλίου του 1947, πάνω στην αποκορύφωση του εμφυλίου πέθανε το αστέρι της γλυπτικής. ο Μίμης Κοτσορώνης.

Στην τελευταία του κατοικία τον συνόδευσαν οι καθηγητές. οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών. ο αείμνηστος καθηγητής του Μιχάλης Τόμπρος αποχαιρέτησε τον πολύτιμο συνεργάτη του Μίμη. με τα παρακάτω λόγια:

«Αγαπητέ μας Μίμη σήμερα δεν πρέπει να κλαίνε μόνο οι γονείς σου τα αδέλφια σου, οι συμπατριώτες, εμείς οι καθηγητές σου και οι συμφοιτητές σου. Σήμερα πρέπει να κλαίει όλη η Ελλάδα, να θρηνεί όλη η οικουμένη, γιατί ήσουν ένα λαμπρό αστέρι που έλαμψε στο στερέωμα, μα που δυστυχώς ξαφνικά και αναπάντεχα έσβησε!

Φίλε μου και συνεργάτη μου Μίμη, ας είναι ελαφρύ το χώμα της Αττικής

γης. που θα σε σκεπάσει!

Αιωνία η μνήμη σου!»

Επάξια συμπεριλαμβάνεται στο «Λεξικό των Νεοελλήνων Γλυπτών» στην οικεία στήλη: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (ΜΙΜΗΣ) ΚΟΤΣΟΡΩΝΗΣ, γλύπτης από τα Κάτω Σουδενά (Κάτω Λουσοί) Καλαβρύτων 1924- 1947

Πάνος Γεωργίου Σιγαλός

από τα Κάτω Σουδενά

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου