Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 11 Σεπ 2012
Στον Αη Νικόλα του Ερύμανθου!…
Κλίκ για μεγέθυνση

Γ ρ ά μ μ α τ α α π ό τ ο Α ί γ ι ο

 

(3)...Ανεβαίνοντας το Σελινούντα προς τις πηγές του και στην ίδια ευθεία με τη Μακελαριά σε μια κατάφυτη ελατοκορυφή του Ερύμανθου, πάνω από το Μετόχι της Βλασίας, είναι η Μονή του Αη Νικόλα, γυναικεία για ένα διάστημα αλλά τώρα έρημη κι αυτή. Ανοίγει το καλοκαίρι για βαφτίσια και στην επέτειο της μάχης που δόθηκε ανάμεσα σε τάγμα του εθνικού στρατού και σε μονάδα ανταρτών, κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που έκανε η ενάτη Μεραρχία στην Αχαΐα τον Ιούλιο του 1948.

Παράτολμη η απόφαση των ανταρτών να επιτεθούν στην οχυρωμένη έδρα του τάγματος, στην κορυφή του λόφου που είναι χτισμένο το μοναστήρι. Παρά λίγο και θα πετύχαιναν, αν η έννοια του ταγματάρχη, το προαίσθημά του, θαύμα το είπαν μετά τη μάχη, δεν τον ξυπνούσε και ενεργοποίησε τους άνδρες του που αναπαύονταν, παρά τις διπλοσκοπιές που είχε βάλει, όπως συμβαίνει σε πολεμικές επιχειρήσεις για την ασφάλεια του στρατοπέδου.

Το τίμημα βαρύτατο. Εκεί πίσω από το μοναστήρι υπάρχει ένα μικρό στρατιωτικό νεκροταφείο όπου αναπαύονται τα ηρωικά παιδιά του στρατού που έπεσαν εκείνη τη νύχτα. Όποιος ανεβαίνει, προσκυνητής στον ΑηΝικόλα, μέσα στην άγρια φύση του Ερύμανθου και χωρίς να έχει στρατιωτικές αμυντικές γνώσεις βλέπει πόσο παράτολμο ήταν, σκέτη αποκοτιά να επιχειρήσουν ανταρτικά τμήματα να χτυπήσουν οργανωμένο τμήμα του τακτικού στρατού, πέρα από την αδελφοκτονία που ακολούθησε και θα μπορούσε να ήταν περισσότερο εξολοθρευτική.

Για θαύμα μιλάει και ο Μητροπολίτης κάθε Σεπτέμβρη που είναι η επέτειος της μάχης. Είδε τον ίδιον τον ΑηΝικόλα ο ταγματάρχης να τον ξυπνάει και να ξεσηκώνει το στρατόπεδο. ‘’Στ’ άρματα’’! Όπως και νά ‘ναι, θαύμα ήταν, ακόμα κι αν το κακό προαίσθημα και η ευθύνη του επικεφαλής αξιωματικού, τον κράτησαν – εκείνη τη νύχτα – σε εγρήγορση, μισοξύπνιο με τη διαίσθησή του στο κακό που ερχόταν μπουσουλητά από τα πρανή του λόφου. Διηγούνται οι πρώτοι στρατιώτες που αντίκρισαν τους κατσαπλιάδες στα δέκα μέτρα, πώς ανέβαιναν εξαγριωμένοι και έρποντας με τα μαχαίρια στο στόμα για να καρφώσουν τις σκοπιές και να αποδεκατίσουν ύστερα το λόχο από μέσα.. Και έγινε το θαύμα.

Τι να πρωτοτιμήσουμε σε τούτο τον τόπο. Κάθε γωνιά του κι από ένα μνημείο αντρειοσύνης. Κατά των Ιταλών, κατά των Γερμανών, κατά των Βουλγάρων. Τώρα γιομάτη η Ελλάδα και από τόπους που αλληλοεξοντώνονταν οι Έλληνες. Ο εθνικός και ο δημοκρατικός στρατός. Πέσανε ανάμεσά μας οι προπαγάνδες και γίναμε μεταξύ μας εχθροί.

Ύστερα από χρόνια, κατακάτσανε τα αίματα, οι εξωτερικές πολιτικές που μας ξεσήκωναν ξεφτιλίστηκαν, φάνηκε το παιγνίδι που παιζόταν, οι μεγάλοι της σκακιέρας τα βρήκαν και οι λαοί που πίστεψαν και διαιρέθηκαν και σκοτώνονταν μ’ ένα μίσος σα να ήταν οι μεν επιδρομείς ενός άλλου κράτους κατά των δε και αυτοί να αμύνονται για τα πάτρια και τα θέσμια, όπως απαράλλαχτα έκαμαν στο Αλβανικό έπος ή στα οχυρά του Ρούπελ. Άργησαν όλοι να καταλάβουν ότι δεν ήταν αυτοί – μεταξύ τους – οι αντίπαλοι. Πατριώτες, τώρα, όλοι. Είπανε εμφύλιο εκείνο τον αγώνα (και μην τα σκάβουμε βαθύτερα αναμοχλεύοντας τα πάθη), τιμήθηκαν όλοι όσοι σήκωσαν όπλα και πήραν τα βουνά και τους κάμπους, λάβανε κι από μία σύνταξη εκείνοι που πολέμησαν τους κατακτητές και ησυχάσανε…

Κατεβαίνοντας το δασωμένο μονοπάτι, που τώρα είναι αυτοκινητόδρομος, - εμείς περπατήσαμε από το μονοπάτι- νιώθαμε την ανατριχίλα μήπως και πεταχτεί από κάποιο σύδεντρο ο φοβερός αντάρτης με τα ματωμένα μάτια και τη μαχαίρα στα δόντια. Τόσο είχαμε υποβληθεί από το περιστατικό, από τα μνήματα των φαντάρων που είδαμε και από τις διηγήσεις που συχνά γίνονται τερατολογήματα, άμα πέσεις σε παραμυθά να τις λέει.

Για να ξεφύγουμε απ’ αυτό το κλίμα και όσο να βγούμε στο ξέφωτο προς το δημόσιο δρόμο Πάτρας- Καλαβρύτων, προτιμήσαμε το μύθο του Ηρακλή και εκείνου του κάπρου, που κάπου εδώ μέσα ή λίγο παραπάνω τον στρίμωξε και τον εξόντωσε ο Ηρακλής. Πάλι κι εδώ ο μυθικός φόβος και ο θαυμασμός, ανάμικτα.

Κοιτάζεις τον Ερύμανθο, οσμίζεσαι τη βαριά μυρουδιά του έλατου και το λεπτό άρωμα του τσαγιού πιο ψηλά στο ξέφωτο. Το φαντάζεσαι, το βουνό, ίδιο και αναλλοίωτο από το μύθο που έρχεται, κι ακόμα πριν, και συλλογάσαι τους αιώνες που πέρασαν, τους ανθρώπους που ήπιαν νερό από τις πηγές του, που δροσίστηκαν κάτω από τα δέντρα του, τη ζωή πόσο σύντομη είναι και τα βουνά αθάνατα, στην ίδια θέση. Σκέφτεσαι ακόμη πόσοι περπάτησαν στο ίδιο μονοπάτι, πόση ιστορία έχει αυτός ο τόπος, πόση σιωπή έχει διατηρήσει τα μυστικά του βουνού κι εμείς περαστικοί, αργόσχολοι μιας Κυριακής, θησαυρίζουμε τόσην εμπειρία από τ’ αθάνατο τούτο βουνό, που έτρεφε την παιδική μας φαντασία και τους φόβους που ξεπηδούσαν από την άγνοια.

Από το τελευταίο ξέφωτο φάνηκε ο ασφαλτόδρομος. Ακούστηκε και κάποιο αυτοκίνητο να αργοκυλάει στον ανήφορο. Ημερέψαμε. Βρήκαμε τα μέτρα μας, τον πολιτισμό και τη μονοτονία του και τη μοναξιά του. Στο βουνό, λίγο πριν διαλογιζόσουν, γινόσουν ένα μαζί του με τη σκόνη του δρόμου, έπαιρνες κάτι από την αιωνιότητά του. Στην άσφαλτο όλα βολικά κι απόξενα.

Για να βρούμε τη βρύση, να ρίξουμε δυο χούφτες νερό στα πρόσωπά μας, να βρέξουμε τα χείλη μας, έπρεπε να περάσουμε μπροστά από τη μοναδική χασαποταβέρνα, όπου ένα ξεχασμένο βραχνό μεγάφωνο ψυχαγωγούσε δυο παρέες που έπιναν ακατάσχετα μπύρα και φώναζαν καλύπτοντας τη βραχνάδα που ερχόταν από το σαραβαλιασμένο μεγάφωνο που είχε ξεχαστεί ανοιχτό και έλεγε συνέχεια διαφημίσεις. Αυτή ήταν η κουλτούρα του χασάπη, που ήταν ταυτόχρονα και καφετζής και μπακάλης και τυροκόμος και…ψυχαγωγικό κέντρο. Η ανυπόφορη εικόνα της ορεινής Ελλάδας που ρυπαίνει τη φύση και ασελγεί πάνω στο άχραντο τοπίο.

Το παγωμένο νερό μας συνέφερε για καλά. Βρήκαμε την πραγματικότητα, τον εαυτό μας. Αναλογιζόμαστε καθώς ανεβαίναμε για τον ΑηΝικόλα, όχι το γνωστό προστάτη του Ναυτικού, αλλά τον πεζικάριο που πολέμησε εκείνη τη νύχτα και γλίτωσε το λόχο. Τού ’φτιαξαν μάλιστα και μια εικόνα που την αφιέρωσαν – όπως γίνεται – σ’ εκείνη τη σημαντική ημέρα της μάχης, στη μνήμη του, για ομαδική ευχαριστία. Μόνο που έπρεπε να τον ζωγραφίσουν λοκατζή, με τη στολή του πεζικάριου και όχι με τα ιερατικά του άμφια και να τον αποτάξουν από το Ναυτικό. Η θρησκευτική όμως παράδοση, εμπλέκει στη στρατιωτική ιστορία κάποιον άλλο άγιο Νικόλα, το νέο, που ήταν στρατιωτικός. Και αυτός θαυματούργησε διασώζοντας το λόχο που είχε στρατοπεδέψει στην κορυφή του λόφου, θέση κατά τεκμήριο οχυρή και με πλεονεκτήματα αμάχητα.

ΑηΛιας θα ‘πρεπε να ήταν εκείνο το εκκλησάκι με τα λίγα γύρω του κελιά, που το έλεγαν μοναστήρι. Οι ΑηΛιάδες ασπρολογάνε στις ελληνικές βουνοκορφές και καρτεράνε το θεριστή, τον Ιούλιο οι εκκλησιές τους, να τις ανοίξουν και να δοξολογηθούν από τους φίλους τους ορειβάτες. Τέτοιος έπρεπε να ήταν αυτός ο ΑηΝικόλας.

Κατεβήκαμε από τα χίλια κάθετα μέτρα στον ίσιο δρόμο, στην άσφαλτο. να Αναζητήσαμε ένα στέκι να τσιμπήσουμε κάτι. Συνήθως, στα ορεινά (για την περίοδο που οι αναμνήσεις , μας αναμοχλεύουν καταστάσεις, πολλά χρόνια πριν) λειτουργούν, λειτουργούσαν πάντως, σ’ ένα αταίριαστο σύμπλεγμα, μπακάλικο, καφενείο (καφέ μπαρ, όπως γράφει ψηλά η ταμπέλα), τηλεφωνείο, χασάπικο και όλα αυτά σε «συσκευασία ενός» , όπως γράφουν οι σύγχρονες διαφημίσεις όταν προσφέρουν πολλά προϊόντα σε μια συσκευασία. Παραγγείλαμε βραστή γίδα, σπειραλατιστή και ψωμί σε ξυλόφουρνο, αλλά έτσι και καθώς γύρισα το κεφάλι μου και είδα το μισό σφαχτό να κρέμεται στο τσιγκέλι και το κεφάλι του ζώου να αιωρείται αμάδητο και να στάζει αίμα, δεν άπλωσα στο πιάτο. Αυτή η ανατολίτικη συνήθεια στα κρέατα, να τα κρεμάνε μισοζώντανα και να τα παραμορφώνουν με το χασαπομάχαιρο κόβοντας κομμάτια από δω κι από κει, με το τομάρι μόλις βγαλμένο και πεταμένο χάμω γιομάτο αίματα, δεν είναι ό,τι καλύτερο. Η εικόνα αυτή αν και πολύ παλιά, κάπου εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμη, αποκρουστικά, μέσα μου. Από τότε έχουν αλλάξει τα πράγματα. Τα ζώα σφάζονται σε σφαγεία, σφραγίζονται και μπαίνουν σε ψυγεία. Δεν κρέμονται εκτεθειμένα στη σκόνη και στις μύγες, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του χασάπη με το καρό τραπεζομάντιλο δεμένο στη μέση του, να διώχνει τις μύγες με μια ουρά ζώου δεμένη στην άκρη ενός ξύλου.

Περασμένα βέβαια αυτά, αλλά υπήρξαν. Πάντως ο πολιτισμός και η παράδοση εξακολουθούν κάπου να μπερδεύονται. Και να η πρόκληση. Το εμφιαλωμένο νερό που βλέπεις στο ψυγείο ή σου σερβίρουν μόλις ζητήσεις ένα ποτήρι να πιεις ένα ντεπόν, ενώ λίγα μέτρα πιο κείθε, ο Ερύμανθος κερνάει κρυστάλλινο νεράκι από δυο τρία κανούλια που απολαμβάνεις όσο θέλεις με τις χούφτες σου και το υπόλοιπο χύνεται στο ρέμα, να δροσίσει πιο κάτω τα περβολικά και τα ζωντανά της περιοχής. Μια ασήμαντη παρουσία, όπως η δική μας μπροστά στον απίθανο όγκο του βουνού όπως φαίνεται από τα ριζά του και του θαλερού δάσους του, δε γίνεται ούτε καν αισθητή. Πολύ περισσότερο δεν αλλάζει τα πράγματα. Τα μαζεύουμε να φύγουμε και ύστερα από χρόνια γράφουμε και κάποιοι αδιόρθωτοι μας...γράφουν..

Πριν κλείσουμε την πόρτα και ξεκινήσει το αυτοκίνητο, ακούσαμε ότι μια άλλη Κυριακή θα έχουν βαφτίσια από την Πάτρα και θ’ ανοίξει το μοναστήρι. Θα είναι λέει κι ο Δεσπότης που παραθερίζει στα Καλάβρυτα. Μια ακόμη ευκαιρία να ξανανεβούμε όχι στον καπετάνιο ΑηΝικόλα, μα στο στρατηλάτη νεότερο άγιο που έκαμε το θαύμα του και τόσο μας συγκίνησε. Δηλώσαμε συμμετοχή, αν και απρόσκλητοι. Οι χαρές στα χωριά μας και οι λύπες, είναι ανοιχτές για όλους. Δε χρειάζονται προσκλήσεις. Το «συγχαίρειν και συλλυπείσθαι» κατά τους κοινωνιολόγους είναι η βάση του κοινωνικού αισθήματος. Μαζί όλοι στις χαρές και στις λύπες. Ωστόσο κι αυτό έχει διαφοροποιηθεί στους καιρούς μας. Επικράτησε το «εγώ» έναντι του «εμείς».

Κάποιος που διασώθηκε από εκείνο τον ηρωικό λόχο, θα βάφτιζε τον εγγονό του. Και ήθελε κουμπάρο δικό του και προστάτη του παιδιού, τον άγιο ετούτον, που σε μια νύχτα τον ακούμπησε, τον φύλαξε και έγινε ύστερα το μεγάλο του καρδιοχτύπι. Ο μικρός Έλληνας θα έπαιρνε το βάπτισμα της θείας χάρης, στη γαλήνη μιας μοναχικής εκκλησιάς που κάποτε έγινε για μια νύχτα από στρατόπεδο, πεδίο αδελφοκτονίας, για να είναι άτρωτος στη ζωή του. Οι βουνίσιοι άνθρωποι βάζουν πρώτο το στοιχείο της αντρειοσύνης και του ξανανιώματος στις πράξεις τους.

Το βαφτιστήρι θα λουζόταν στον Ιορδάνη της κολυμπήθρας, θα καταδυόταν ολόσωμο για να μη μείνει τίποτα από το κορμάκι του ανευλόγητο. Ο συμβολισμός έρχεται κι αυτός, παραλλαγμένος, από το βάθος του χρόνου και το αθάνατο αρχαίο νερό της Στύγας στο Χελμό, που έκανε ημίθεο τον Αχιλλέα, συνεχίζεται με το λουτρό της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο, όντως, αθάνατο.

Ο παππούς όμως που θα βάφτιζε τον εγγονό του εκεί, είχε πολλούς λόγους να το κάνει. Έριξε κι εμάς σε συλλογισμούς γύρω από την καθαρτήρια τελετή της βάφτισης ενός μωρού, στο ρομαντικό και ηρωικό τούτο τόπο, καθώς φεύγαμε, μεσημέρι του καλοκαιριού, από τον Αη Νικόλα του Ερύμανθου.

 

Ανδρέας Φλογεράς

Info @ ereyna-aigio.gr - Τηλ.26910 24.403

 

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου