Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 11 Σεπ 2012
                     ΟΛΥΜΠΙΑ , ΕΙΣΑΙ ΣΠΙΤΙ ; ΤΟ  ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΣΟΥ …
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Του Παν. Κουμπούρα φιλολόγου - ποιητή

Κάθε τόπος έχει το κουνούπι που αρμόζει στο αίμα του . Ο κώδικας των αξιών , που διαποτίζουν τις αρτηρίες ζωής των ανθρώπων κάθε τόπου , συνιστά και το πολιτισμικό DNA κάθε χώρας . Η Ολυμπία , αρχαίο τέκνο της μάνας Ελλάδας , επί χιλιετίες τροφοδότησε τα δισεκατομμύρια της παγκοσμιότητας των κουνουπιών με το ιδεώδες – αίμα της εκεχειρίας , της άμιλλας , της αδελφοσύνης , στους ευγενείς αγώνες της θνητής μας φύσης να πορευθεί όλο και πιο γρήγορα , όλο και πιο ψηλά , όλο και πιο δυνατά .

Η μακροχρόνια αυτή διαδρομή έπαψε να είναι υγιής , γιατί μολύνθηκε και βεβηλώθηκε από τη μολυσματική νόσο της ασέβειας . Ο τραγικός ήρωας , όταν διαπράττει ύβριν , αυθάδεια και ασέβεια σε βάρος των φυσικών και ηθικών νόμων , χαρακτηρίζεται μιαρός και αυτοτιμωρείται με κάθαρση από τη μιαρότητά του . Σήμερα , εθελοτυφλούμε όταν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το κουνούπι και των πέντε ηπείρων του Ολυμπιακού ιδεώδους απομυζά και μεταφέρει μολυσμένο θανατηφόρο από την ασέβεια αίμα , από όποιο σπιτικό κι αν τρέφεται μέσα στα φαντασμαγορικά στάδια του παγκόσμιου έλους , που μάς οδηγεί τραγικά στο νήμα του τέλους , όλο και πιο γρήγορα στο θάνατο , όλο και πιο ψηλά στην ανηθικότητα , όλο και πιο δυνατά στη βία και στην αυτοκαταστροφή .

Ο ασεβής και ανιστόρητος κύριος Ρογκ δηλώνει ως σπίτι των Ολυμπιακών αγώνων το Λονδίνο , ακριβώς όπως θεωρεί τα κλεμμένα μάρμαρα του Παρθενώνα εγγλέζικη κληρονομιά . Κι εμείς αφορίζουμε κι απαγορεύουμε φαρισαϊκά τις σαχλαμαρίτσες για σπιτικό φαγητό των αφρικάνικων κουνουπιών , γιατί νομίζουμε ότι προσβάλλουν το Ολυμπιακό πνεύμα , χωρίς να θέλουμε να παραδεχτούμε ότι αυτό το Ολυμπιακό πνεύμα το έχουμε χάσει , ανέτοιμοι από καιρό και πειναλέοι . Η Ολυμπία μένει μόνιμα σπίτι της και καλά θα κάνει να μην πολυασχολείται με τις ανά τετραετία παγκόσμιες εμπορικές φιέστες , που καπηλεύονται τον αμόλυντο αρχαίο της βωμό . Ας στρέψει το βλέμμα της η Ολυμπία φλόγα παραδίπλα , στην Παραολυμπιάδα , όπως κακόφημα την ονομάζουν . Αλήθεια , πόσο παράταιρο ηχεί αυτό το « παρά » , όταν το προσθέτουν ως δεκανίκι αζήτητο για να στιγματίσουν τον αγώνα νέων ανθρώπων με ειδικές ικανότητες σαν ανάπηρο , σακάτικο , μη αρτιμελή ; Η Ολυμπία με το ακατάλυτο φως της δεν μπορεί πλέον να χρονομετρά με πόσα « μπολτ » τρέχει το ρεύμα του αρτιμελούς γιγάντιου υπερπρωταθλητισμού προς την φθορά της ασέβειας . Αποταμιεύει στην παρακαταθήκη του Ολυμπιακού ιδεώδους της τη σεμνότητα της Αφρικανής – Ελληνίδας Ντεφάρ , της Αιθίοπος με την αιθάλη – καπνιά στην ηλιοκαμένη αρχαιοελληνική της όψη , και πορεύεται με τη φλόγα της καρδιάς στην αγωνία και στον αγώνα του ταπεινού ανθρώπου , με ελλείψεις , με πληγές , με τραύματα σωματικά και ψυχικά , προς την ολοκλήρωσή του ! Όλο και πιο γρήγορα στη συμπόνια της αλληλεγγύης . Όλο και πιο ψηλά στο φως της ψυχής . Όλο και πιο δυνατά στην αντοχή των τραγικών μας δεινών .

Συνοψίζοντας και ποιητικά τις σκέψεις μου παραθέτω δύο τετράστιχα από το διπλό σονέτο Σπονδοφόρου Ολυμπίας Γης της ποιητικής μου συλλογής ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΟΝΕΙΡΩΝ :

Εγώ , Οδυσσέας αθλητής , μικρών - κρυφών αγώνων

μιας αγωνίας τραγικής , σκιά στα βήματά του

στο Μαραθώνιο του φτωχού , στην πάλη των αιώνων ,

ζητώ - ικέτης του θεού - την άρση του θανάτου .

Εγώ , Οδυσσέας αθλητής , των νικηφόρων πόνων ,

παλιάτσος τώρα , δυστυχής , στο τσίρκο του Σαββάτου

να περιφέρομαι γυμνός με τ’ όνειρό μου μόνον .

Λένε πως είμαι ουρανός . Μα είμαι φάντασμά του .

Και χαιρετίζω μ’ ένα καινούριο μου ποίημα την αθάνατη της Ολυμπίας – Ελλάδας ψυχή :

Ολυμπία , εστία μου !

Κλειδώσου στο ναό , Ολυμπία , άσυλο ζήτα από τον Δία

οι κεραυνοί του , πες του , δεν κάνουν μία …

Πυροτεχνήματα – μαγεία , των παραισθήσεων λαιμαργία ,

του κέρδους ακτινοβολία …

Φόρα το αγρίλι σου , Ολυμπία , θα σε πουλήσουν ως το τρία

σπάει το ρεκόρ της η βλακεία…

Υπερθεάματος θυσία , καπηλευτών υποκρισία

ψηφιακή γελοιογραφία …

Απομένει μόνον η απορία , στοχαστική αμφιβολία :

 

 

Πώς θα ξεθάψουν τους θεούς

μέσα από άϋλους βωμούς ;

Πώς θα σε διώξουν απ’ το σπίτι

ώ , όσιου ουρανού μου σκήτη ;

Ποιος θα κρατήσει τη σκυτάλη

στων πεινασμένων το κουτάλι ;

Ποιος θα προφτάσει το δρολάπι

σα βγει απ’ της φτώχειας το ντουλάπι ;

Πώς θα νικήσουνε το χρόνο

όσοι το θάνατο έχουν θρόνο ;

Πώς θα φωτίσουνε τα πλήθη

όσοι συσκότισαν τα ήθη ;

Ποιος θα υψωθεί σε λίγα μέτρα

σαν η ψυχή του γίνει πέτρα ;

Ποιος θα παλέψει με το Χάρο

όταν δεν έχει εσένα φάρο

μονάκριβή μου Ιστορία ,

αιώνια εστία μου , Ολυμπία ;

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου