Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 12 Μάρ 2015
   Η  ΗΜΕΡΗΣΙΑ  ΕΞΟΔΟΣ  ΤΟΥ  ΠΑΠΠΟΥ …
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

Του Π. Κουμπούρα φιλολόγου

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα Ουτοπικά και τοπικά από τον Ιανουάριο 2015 και για δύο τουλάχιστον χρόνια , εφ’όσον βέβαια είμαστε καλά , γεροί και δυνατοί , αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο . Αντί για άρθρα και ποιήματα θα φιλοξενούν μικρά διηγήματα , ένα κάθε μήνα , με κεντρικό θέμα τις έννοιες παππούς και γιαγιά . Η πρώτη μου πεζογραφική λογοτεχνική προσπάθεια ξεκινά , με την ελπίδα όταν ολοκληρωθεί να γίνει βιβλίο συλλογής διηγημάτων - δοκιμίων με τίτλο : «Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ».

 

Δεν νταγιαντώ δυο πράματα : φτώχεια και γεροντάματα … Η φτώχεια δεν τον τρόμαξε ποτέ τον καλό μας τον παππού , αρχοντάνθρωπος έζησε όλα του τα χρόνια . Ούτε και τα γεράματα θα τον λυγίζανε , μαχητής και δουλευτής ήταν από παιδί και το’λεγε η περδικούλα του . Μέχρι που ήρθε μια άλλη πιο αβάσταγη πληγή , η μοναξιά … Αυτήνη τον γονάτισε τον άρχοντα τον δουλευτή μας . Φαρμακερή και βροχερή ήταν η μέρα που έσκυψε και φίλησε για τελευταία φορά τη γιαγιά συντρόφισσά του , που του’ φυγε σαν πουλί τουφεκισμένο μέσα από τα τρυφερά του χέρια . Να , που και πάλι έπεσε έξω η λογική , ο άνδρας να είναι μεγαλύτερος στην ηλικία απ’ τη γυναίκα , για στήριγμα και γηροκόμι στον κακομαθημένο αφέντη , που ουδέ νερό να βράσει δε νογάει . Αλίμονο σ’ αυτόν που μένει πίσω … κι απέ εκειόν που φεύγει μην τον κλαις , για δεν καταλαβαίνει τίποτις κι άστα να τρώνε όσο θέλουν τα σκουλήκια … Στο ξόδι της γιαγιάς , τη βροχερή και μαύρη εκείνη μέρα , ο παππούς δεν ήθελε να τον κρατάει κανένας , μα συγγενής - μα φίλος . Μονάχος του με ίσιο το κορμί κι αργό το βήμα ακολουθούσε την καλή συντρόφισσά του στο γνώριμο το καλντερίμι προς τον τάφο . Όλοι τον συλλυπήθηκαν , όμως αυτός είχε κλειστά τ’ αυτιά και την ψυχή του στα ξένα λόγια , μονάχα της καλής , αγαπημένης του συντρόφου τη φωνή εσυλλογιόταν , εκεί που συνερχόταν λιγάκι από τη θλίψη : - Αν φύγω πρώτη , άντρα μου , να βρεις σεβαστική και άξια γυναίκα να σε περιποιείται καταπώς σου αξίζει .

Το ίδιο , μετά την κηδεία , βράδυ ξαγρύπνησε στο σπιτικό οικογενειακό κρεβάτι με συντροφιά μονάχα τα όνειρά του . Κατά το μεσημέρι της άλλης μέρας νά σου και φθάνει πρώτη η νυφαδιά , του γιου του η γυναίκα . – Έλα , πατέρα , σου έφερα να φας . Κι εκεί που δύο τρεις μπουκιές πήραν τον δρόμο προς τον οισοφάγο του παππού μας , άρχισε απ’ έξω – απ’ έξω να του πιλατεύει το κεφάλι : - Σήμερα είμαστε , αύριο δεν είμαστε … Μου είπε και ο γιος σου να σου πω πως καλά θα κάμεις να φροντίσεις για το σπίτι στο χωριό , να το γράψεις σε μας , που σου στεκόμαστε πάνω στην ανάγκη σου , έχουμε και δυο κόρες , τις αγαπημένες σου εγγόνες , που είναι πάνω σε σπουδές και για της παντρειάς την ώρα την καλή . Θα κάνεις λάθος , άδικο μεγάλο , αν το δώσεις στους άλλους … Αυτή η κουβέντα ήταν λέξεις καρφιά για τον παππού μας . Τίποτε δεν αποστρεφόταν πιο πολύ από το να του κάνουν υποδείξεις για το ύστατό του χρέος : Πού θα αφήσει το πατρικό του στο Μεγάλο Περιστέρι , το χωριό του . Ό,τι περιουσία είχε μες στην πόλη τη μοίρασε σωστά και δίκαια , από τη μια στην οικογένεια του γιου του με τις δύο κόρες κι από την άλλη στην οικογένεια της κόρης του με τρία παιδιά , μια κόρη και δυο γιους . Όλοι τους , χτίσανε τη διώροφη μονοκατοικία τους στην ίδια γειτονιά , με θεμέλια τα κόπια του παππού . Κράτησε μόνο για τον εαυτό του το διαμέρισμα ενός ορόφου , όπου έμενε με τη συντρόφισσά του . Μόλις που ψέλλισσε : - Θα δω τι θα κάνω … , είδε τη νυφαδιά με ξυνισμένα μούτρα να παίρνει το μπολάκι απ’ το τραπέζι και μ’ αυστηρό το ύφος : - Αύριο θα’ ρθω να σου ετοιμάσω το δωμάτιό σου , δε χρειάζεσαι πια ολόκληρο το σπίτι , ένας είσαι , σε φτάνει μία κάμαρη να μένεις και μεις θα στα παρέχουμε όλα . Σκέψου μονάχα τι απάντηση θα δώσεις στο παιδί σου … Και του έσπρωξε προειδοποιητικά την πόρτα .

Το ίδιο βράδυ , νά σου και φθάνει της κόρης του η κόρη , η μέγάλη , παντρεμένη με δυο παιδάκια κούτσικα , που έμενε κι αυτή γύρω – τριγύρω σε σπίτι χτισμένο απ’ του παππού μας τον ιδρώτα . – Παππούλη μου , μη στεναχωριέσαι που έφυγε η γιαγιά μας , έχεις εμάς που σε αγαπάμε … Είπαμε με τον άντρα μου , για να μη νιώθεις μόνος να σε πάρουμε εμείς να μένεις κάτω μαζί μας , θα’ χεις το δωματιάκι σου καθαρό και περιποιημένο . Και θα’ χεις τη χαρά να δώσεις τούτο δω , που έμεινε έρημο τώρα πια , για τα τρισχαριτωμένα σου διδέγγονα , να’ χουν να θυμούνται κάτι από σένα . Και στο χωριό , παππούλη μου , στο αρχοντικό μας στο Μεγάλο Περιστέρι , εμείς θα σε πηγαίνουμε όσο ζεις στο πανηγύρι , να συναντάς τις αναμνήσεις τις παλιές , να κάνεις χάζι των νιάτων τον χορό και να φτεροκοπά η καρδιά σου σαν ένα μεγάλο περιστέρι , όπως και του χωριού μας το λέει τ’ όνομά του . Φθάνει , μονάχα , μια απόφαση σωστή να πάρεις . Σκέψου το , αύριο θα’ ρθω να συμμαζέψω … Τον ασυμμάζευτο είχαν για καιρό τα πάνω – κάτω στο ζαλισμένο του παππού μας το κεφάλι σούρτα – φέρτα των στοργικών του επιγόνων . Τη μια ο γιος : - Δεν ντρέπεσαι , πατέρα , να αδικείς εμένα τον μοναχογιό σου … Την άλλη , νύφες και γαμπροί κι εγγόνια : - Δεν το περιμέναμε , παππού , από σένα , τόση αχαριστία , … - λες κι έχεις και πολλά δισέγγονα , καημένε , … - ήθελα να’ ξερα τι ψυχή θα παραδώσεις … Με τέτοια καληνύχτιζαν και καλημερνούσαν των γηρατειών του τον μοναχικό τον βίο .

Όσο για κείνη τη συμβουλή της καλής του : - Αν φύγω πρώτη , να βρεις σεβαστική και άξια γυναίκα να σε περιποιείται καταπώς σου αξίζει … , ούτε που θέλησε ο παππούς μας να την ξεστομίσει στα παιδιά του . Όρεξη δεν την είχε της γκρίνιας τους τη … φρενοβλάβη . – Υπέργηρος , και να στεφανωθείς μια άγνωστη , για υπηρέτρα , να σου τα φάει όλα … - και τι στερείσαι από μας … Συμμάζεψε , όσο μπορούσε , τα λογικά του , ο παππούς μας , στην κάμαρή του την καθαρή , μα κρύα από της μοναξιάς την παγωμάρα , κι έβαλε σε πρόγραμμα την καθημερινότητά του , τη θέλησή του για ζωή κι αξιοπρέπεια . Καφέ , ούτε που αποπειράθηκε να φτιάξει μοναχός του , όχι γιατί δεν το κατάφερνε , αλλά γιατί ο καφές της μοναξιάς θέλει ανοιχτό , δημόσιο χώρο . Κάθε , λοιπόν , που το ξημέρωμα τον έβρισκε γερό , με πόδια αλύγιστα απ’ το γήρας , ετοιμαζόταν μ’ αργές κινήσεις ακριβείας ο παππούς μας μοναχός του , να ξυρισθεί , να ντυθεί με κοστούμι και γραβάτα πάντα , στα κρύα φορούσε και το ακριβό του πανωφόρι , τη ρεπουμπλίκα στο κεφάλι και στα χέρια τη μακριά ομπρέλα ή το αρχοντικό του το μπαστούνι , όχι για στήριγμα όσο για αίσθημα γοήτρου , και έβγαινε αργά , μα σταθερά , στη δημοσιά για την ημερήσια έξοδό του .

Πού να’ ξερε πόσο υπόλοιπο ζωής του μένει , ήξερε όμως σπιθαμή προς σπιθαμή , γωνία προς γωνία , της καθημερινής του βόλτας τα γνώριμα σημάδια , τους μορφασμούς και τις συσπάσεις των προσώπων – Χαίρετε – Καλημέρα – Γεια σας , την κίνηση του κεφαλιού – ίδια πάντα – το ανέμισμα της ρεπουμπλίκας , τα μετρημένα βήματα απ’ το δωματιάκι μέχρι της γειτονιάς το καφενείο , 439 πατήματα ως 444 το πολύ , ανάλογα και με τη διάθεση της μέρας , στο πήγαινε μονάχα , στο επέστρεφε , συνήθως , βγαίναν παραπάνω … Στο καφενείον « Παλαιά πόλις » είχε σχεδόν δική του τη θέση του μονίμως σε μια γωνιά και πάντα μόνος . Ο καφές γλυκύς βραστός , δεν ξέχναγε ποτές πριν την πρώτη γουλιά να χαιρετά μονολογώντας – Στην υγειά μας , αγαπημένη , καλή αντάμωση . Σιωπηλά τα χείλη του παππού μας , μα η ψυχή του πλημμύριζε από συναισθήματα και το μυαλό του από σκέψεις . Δουλειά , έρωτας , αγώνας κι αγωνία μιας ζωής ζωντάνευαν μπροστά του και γέμιζαν της μέρας το ποτήρι . Σαν τό’ πινε ως τον πάτο , κινούσε πάλι για της επιστροφής το ασφαλτοδρόμι με κάπως πιο αργόσυρτο το βήμα . Άγνωστο , πόσους γλυκείς βραστούς καφέδες ήπιε έτσι κι ακόμη σε καμία ημερήσια έξοδό του ούτε που γνοιάστηκε του παππούλη μας η σκέψη τι θα το κάμει το διαμέρισμα στην πόλη και στο χωριό του , το Μεγάλο Περιστέρι , το πατρικό το σπίτι .

Τα βράδυα μες στη μοναξιά του , όνειρα , έβλεπε δεν έβλεπε ούτε που τα θυμόταν , μόνο ένα βράδυ το θυμόταν ζωηρά πως είδε να φεύγει ένα άσπρο περιστέρι από την αγκαλιά του και με ορμή να σχίζει τα ουράνια . Σαν ξύπνησε η αυγή όλα τα βήματα και οι κινήσεις της ημερήσιας εξόδου έγιναν κατά γράμμα , ντύσιμο , ρεπουμλπίκα , ο γλυκύς βραστός στο ίδιο το τραπέζι , η πρώτη γουλιά – Στην υγειά μας , αγαπημένη , καλή αντάμωση , το ποτήρι ως τον πάτο με τις μνήμες . Σαν πήρε της επιστροφής του τον γνώριμο τον δρόμο , εκεί ανάμεσα στο 365 με 366 βήμα , το σώμα του παππού μας έμεινε ακίνητο . Τίποτε δε θυμόταν παραπέρα … Τα καταλάβαινε , όμως , και τα άκουγε όλα την άλλη μέρα στην ημερήσια έξοδό του , ότι το δρομολόγιο δεν ήταν ίδιο , δεν ακλουθούσε προς του καφενέ τον δρόμο , μα άλλο γνώριμο κι αγαπημένο καλντερίμι , του έμοιαζε ίδιο απαράλλακτα με το ξόδι της καλής συντρόφισσάς του , της γιαγιάς , την ίδια βροχερή και σκοτεινή ημέρα . Γαλήνεψε ο παππούς καθώς εσκέφθη ότι σε λίγη ώρα θα έπινε τον γλυκύ βραστό γουλιά – γουλιά - χείλη με χείλη μαζί με την καλή του . Κι όπως κοιμόταν στο κλινάρι , μονολόγησε ξέροντας πως δεν μπορούν να τον ακούσουν οι απ’ έξω : - Αλίμονο σ’ αυτόν που μένει πίσω , εκειόν που φεύγει μην τον κλαις για δεν καταλαβαίνει τίποτε κι άστα να τρώνε όσο θέλουν τα σκουλήκια …

Μεταξύ πολλών και διαφόρων , που ακούστηκαν στης παρηγόριας τον καφέ και στου κονιάκ την ώρα , κάποιοι είπανε πως ήρθαν χωριανοί απ’ το Μεγάλο Περιστέρι και δήλωσαν στου παππού τους συγγενείς , ότι είδανε με τα ίδια τους τα μάτια να βγαίνει από τ’ αρχοντικό το σπίτι και να τρυπάει τη στέγη ένα πουλί λευκό , φτεροκοπώντας και σχίζοντας με ορμή των ουρανών τα νέφη .

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου