Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 12 Φεβ 2015
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΓΙΑΝΝΗΣ-ΑΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕ ΜΙΑ ΦΡΑΤΖΟΛΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ.
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 του Π. Κουμπούρα φιλολόγου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα Ουτοπικά και τοπικά από τον Ιανουάριο 2015 και για δύο τουλάχιστον χρόνια , εφ’όσον βέβαια είμαστε καλά , γεροί και δυνατοί , αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο . Αντί για άρθρα και ποιήματα θα φιλοξενούν μικρά διηγήματα , ένα κάθε μήνα , με κεντρικό θέμα τις έννοιες παππούς και γιαγιά . Η πρώτη μου πεζογραφική λογοτεχνική προσπάθεια ξεκινά , με την ελπίδα όταν ολοκληρωθεί να γίνει βιβλίο συλλογής διηγημάτων - δοκιμίων με τίτλο : «Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ».

Μια χαρούμενη στιγμή στη ζωή του δυσκολεύεται να φέρει στο μυαλό του ο παππούς Γιάννης. Με δάκρυα ζυμωμένος ήταν όλο τον χρόνο ο άρτος του ο επιούσιος. Γι αυτό από μόνος του κόλλησε δίπλα στ’ όνομά του και την ακύρωση της βασανισμένης του ύπαρξης. Γιάννης – Αγιάννης , να του θυμίζει τον κυνηγημένο ήρωα των Αθλίων του κόσμου μας. Στην πιστή κι αγαπημένη του συντρόφισσα , όμως , τη γιαγιά Γιάνναινα , ούτε που το σκέφτηκε ποτές το στερητικό το πρόσημο . Πολλά στερήθηκε μαζί του η καλή γιαγιούλα , αλλά αγάπη κι αγκαλιά δεν τα στερήθηκε ούτε ώρα .

Δεκαεφτά χρονών κοπελούδα την έκλεψε από τη φαμελιά της , με ένα τσίτι ριγμένο στο λιμπιστό εφηβικό κορμί της , με δέκα μικρότερα σε ηλικία μάτια αθώων κοριτσόπουλων να τους ξεπροβοδίζουν από το παραπόρτι με συναισθήματα ανάμεικτα . Ο κύρης ασάλευτος στεκόταν στο χαγιάτι ρίχνοντας μια αστραπή ματιά στην καραμπίνα , που είχε δίπλα στο κρεββάτι , και με το χέρι στην καρδιά ν’ ακούει βαριά τους στεναγμούς του . – Καλή σου τύχη , καλό ριζικό , καρδούλα μου , ψιθύρισε η κυρά του κι ευχές βουβές τούς έριχνε στη στράτα … Το ριζικό της Γιάνναινας κάρπισε γρήγορα , έξι τοκετούς με θηλυκά τσαχπίνικα της έσπειρε ο Γιάννης , χόρτασε η αγκαλιά τους κλάμα παιδιών , που μεγαλώσανε γυμνά μέσα στην έρημο της φτώχειας . Μ’ έξι παιδιά παιχνίδισε η ζωή του –Αγιάννη , όμως , το μόνο « παιχνίδι » που έζησε ήταν το ανελέητο κυνηγητό πολλών και άσπλαχνων δαιμόνων . Μια ανάσα από γλυκό ψωμί δεν τον αφήσανε να πάρει , μπουκιά – μπουκιά του κλέβαν τη χαρά απ’ τα χείλη .

Εκείνο το χειμωνιάτικο αυγινό τον πιάσαν την ώρα που κοιμόταν στο παγκάκι έξω απ’ της Αγίας Παρασκευής την εκκλησία . – Σήκω , παλιόγερε , πάμε στο τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων , σαν ν’ άκουσε υπόκωφα στον ύπνο βοή αυστηρή από όργανα της τάξης . Μόλις του πάγιασαν τα χέρια οι χειροπέδες συνήλθε απ’ το όνειρο όπού ήταν βυθισμένος . « Πεντακισχιλίους χορτάσας » με λίγους άρτους μόνον , ψάλλαν στ’ αυτιά του ευαγγέλια αγίων και τότες ένα όραμα εφανερώθη ομπρός του . Μεσα στην έρημο της πείνας και της δίψας , ιδού μία φρατζόλα απέραντη να κοίτεται καταμεσής , βωμός απελπισμένης ικεσίας , και να’ ρχονται σμήνη τ’ ανθρώπινα σπουργίτια να τη τσιμπολογούν μ’ ευγνωμοσύνη και η φρατζόλα όσο και πιο πολύ τρυγούσαν τα ψιχία ακέραιη να μένει , μεταλαβιά άφθαρτης ανθρωπιάς και θείας δίκης . – Δεν ντρέπεσαι , παλιοκλέφτη , του βούϊξε το όργανο στ’ αφτί του , κι αισθάνθηκε ένα χέρι να τον ψάχνει στη μέσα φόδρα απ’ το παλτό του . – Από πού την έκλεψες , γέρο , τη φρατζόλα ; Διπλώθηκε γονατιστός μες στο κελί του ο παππούς Γιάννης – Αγιάννης κι εσυλλογίσθηκε τα δυο δισέγγονά του , τον μικρό Γαβρίλη και τη μικρούλα Ακριβούλα . Του κόπηκαν τα πόδια , όταν τους ειδοποίησε η δασκάλα απ’ το σχολείο και τους είπε ότι λιποθυμήσαν μέσα στην τάξη , την ώρα που λύναν άσκηση στον πίνακα . – Να μην τα στέλνετε σχολείο νηστικά , και είναι τόσο έξυπνα και πολύ καλοί μαθητές και χαρακτήρες.

Κλέφτης δεν είναι ο –Αγιάννης , πολλοί του κλέψαν τη ζωή του και τα όνειρά του , ο ίδιος , όμως , την κλεψιά δεν τη γνωρίζει . Μόνον τη Γιάνναινα έκλεψε από αγάπη , αφού κι αυτή του είχε κλέψει την καρδιά του . Με σκυφτό το κεφάλι στεκόταν στην ουρά για τα συσσίτια του δήμου και όχι για τη δική του την κοιλιά , μα για τα μικρούλια της φαμελιάς του που πεινάγαν . Μαθημένος από ουρές και καραβάνες , να μην σε φέρει η μοίρα να βρεθείς σ’ έσχατη ανάγκη . Παιδί της κατοχής , στεγνό απ’ την πείνα , μα η καρδιά του όλο φλόγα ελευθερίας . Ανταρτόπουλο στο βουνό ο Γιάννης , νοιαζόταν πάντα για τους άλλους . Η ζωή του είχε νόημα εφ’ όσον συνέτρεχε και ωφελούσε τους συνανθρώπους του . Στην εξορία την περίοδο της δικτατορίας τον στείλαν μαζί με την καλή συντρόφισσά του . Η Γιάνναινα ήταν μάνα κι αδελφή των εξορίστων . – Εξορισμένα μου πουλιά μην είστε πικραμένα , φτάνει ταχιά η λευτεριά να σμίξτε τους δικούς σας . Ιδιαίτερη αδυναμία είχε σ’ ένα αμούστακο ψιλόλιγνο παλικαράκι , της θύμιζε τον Γιάννη της όταν την πήρε σύντροφό του . – Πάρε , λεβέντη μου , αυτή τη μερίδα τη φύλαξα για σένα , του’ λεγε κάθε τόσο σαν το συσσίτιο ήταν λειψό και μετρημένο . Καμάρωνε ο Γιάννης για της καλής του την άδολη ανθρωπιά , μεγάλη τύχη το’ χε να βρει το ταίρι , που της δικής του της ψυχής ταιριάζει .

Τέτοιες στιγμές θυμόταν μέσα στη φρίκη του εμφυλίου εκείνα τα κακόμοιρα ορφανά κάποιου « προδότη » . Έτρεμε ο πάρεδρος του ορεινού χωριού καθώς τον σημαδεύαν οι αντάρτες . – Εχθρός του λαού , προδότης , μ’ αυτές τις φράσεις τόνε φτύναν , ώσπου ο ένας τους πατήσει τη σκανδάλη . Ο –Αγιάννης αγνό παλικαρόπουλο της λευτεριάς έτρεμε κι αυτός , καθώς καμιά βοήθεια δεν μπορούσε να προσφέρει . Πρόλαβε μόνον ν’ αγκαλιάσει δυο ορφανά , που κλαίγαν και φωνάζαν σαλεμένα . Τους σκέπασε τα μάτια να μην βλέπουν και τα χουχούλιασε με τη χλαίνη της καρδιάς του . – Μην φοβάστε , μικρά μου . Στον παράδεισο πήγε ο μπαμπάς σας , εκεί θα πάμε όλοι , άμωμοι και αμαρτωλοί . Τον πέρασαν λαϊκό δικαστήριο την ίδια μέρα . Βαριά η κατηγορία , κρινόταν ακόμα κι η ζωή του , αλληλεγγύη και στοργή σε εχθρό προδότη . Ούτε που απολογήθηκε ο Γιάννης . Γονάτισε κι ασπάσθηκε με δάκρυα της γης το αίμα . – Αδέλφια , το αίμα τούτης της ζωής για την πατρίδα , για τον άνθρωπο είναι , αν σας βαστά η καρδιά ρίχτε μου τώρα στο ριζάφτι . Δεν τα ξανά’δε εκείνα τα παιδιά , στη μνήμη του , όμως , τα έχει πάντα στο φυλλοκάρδι φυλαχτό , μαζί με του Γαβρίλη του και με της Ακριβής του την εικόνα .

Πέρασαν τώρα πια τα χρόνια και η ανημπόρια δείχνει φανερά τα δόντια . Περνάνε κι έρχονται οι καιροί , όμως για τον παππού Γιάννη – Αγιάννη και τη γιαγιά τη Γιάνναινα από την ίδια άφθαρτη φρατζόλα αγάπης παίρνει ικμάδα η ζωή και τρέφεται μυαλό και σώμα . Σε έξι νοικοκυριά μοιράζονται τα γηρατειά τους , αντίδωρα φροντίδας στα παιδιά τους . – Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο και ο θεός για όλους , έλεγε η Γιάνναινα , ζυμώνοντας κάθε πρωί στο σκαφίδι της βιοπάλης τις αντοχές της . – Γυναίκα , ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος … - Δίκιο έχεις , αγαπημένε μου , γι αυτό ας ασχοληθούμε και λίγο με το πνεύμα … Σπίτι , ΚΑΠΗ , ενορία , δήμος , οικογένεια παιδιά εγγόνια και δισέγγονα , έγιναν το καθημερινό δρομολόγιο για τον παππού και τη γιαγιά μας . Με πόση τρυφερότητα έβαζε εκείνη παραμάσχαλα αξιόλογα λογοτεχνικά βιβλία – όπως ο Γιάννης στη φόδρα του παλτού του τη φρατζόλα – και τα απίθωναν κρυφά και ταπεινά στην πόρτα φτωχικών σπιτιών να θρέψουν των παιδιών ψυχή και σώμα . Στους ανθρωπιστικούς συλλόγους πρώτοι και καλύτεροι να επουλωθεί η ανέχεια αυτού του κόσμου , που τόσο ατιμάζει τη ζωή μας . Με τον χορό και το τραγούδι παλεύαν το μαράζι , πιασμένοι από το χέρι να σέρνουν κύκλο τις στροφές : - Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι βουνό φυτρώνει… Εκείνο , πάντως , που τους απορρόφησε τον νου τους ήταν μία θεατρική παράσταση ερασιτεχνική του πολιτιστικού συλλόγου , για φιλανθρωπικούς σκοπούς . Θεατρική διασκευή των Αθλίων επέλεξαν να παίξουν και πέσαν με τα μούτρα ο παππούς και η γιαγιά τους ρόλους του Μάριου και της Τιτίκας να αποδώσουν. Συγκινημένοι υποκλιθήκαν στην πρεμιέρα και τρέξαν οι δικοί τους στην αγκαλιά τους μ’ ένα φιλί κι ένα λουλούδι . Στο τέλος της σειράς ο Γαβριλάκος κι η Ακριβούλα . – Παππού , γιαγιά , είστε οι καλύτεροι του κόσμου ! Για ένα φιλί , για έναν λόγο τρυφεράδας αξίζει η πολυτάλανη ζωή του ανθρώπου . Λυτρώνεσαι από πάθη κι οι αναμνήσεις οι πικρές άρωμα γλυκασμού αποκτάνε .

Τον θάνατο δεν τον φοβήθηκαν ποτές τους . Μονάχα η ατίμωση τους κάνει να δειλιάζουν , η προσβολή , ο κατατρεγμός κι η καταφρόνια της γεροντικής τους καλοσύνης . – Κουρμπάνι , ο πάππος , παιδιάμου , συνήθιζε να λέγει ο –Αγιάννης , δηλαδή θυσία να γενώ για σας . –Πάρτε από μας τη δύναμη , απ’ τα κόπια μας ελπίδα , στη στράτα που πορεύεσθε το γέλιο σας πυξίδα , συμπλήρωνε η Γιάνναινα . Στα γεννητούρια ενός ακόμη δισέγγονου η αρχική χαρά για τον πολλαπλασιασμό της ζωής επισκιάσθηκε από τη σκληρή πραγματικότητα της ανάγκης . Ένα στόμα ακόμη , μια ψυχούλα αθώα ν’ αποζητάει όαση μέσα στην έρημο της φτώχειας . – Να μας ζήσει , γυναίκα , καλότυχο να είναι το νέο μας σπουργίτι … - Να το’χει γερό ο θεός της αγάπης και η φρατζόλα σου , καλέ μου Γιάννη . Κι όσο γι αυτό το –Αγιάννης έ καιρός να το σταματήσεις πια δεν σου πάει , Γιάννης και κυρ Γιάννης είσαι με βλαστάρια ανθισμένα .

Χαμογέλασε ο παππούς Γιάννης , πήρε αγκαλιά τη γιαγιά Γιάνναινα και αναπολήσαν όλου του βίου τους τα πάθη . Σε κάθε ατραπό , σε κάθε δύσβατο ανηφόρι , φέρνανε πάντα στο μυαλό τους εκείνη την αόρατη φρατζόλα , την ανεξάντλητη που όλους τους χορταίνει και ακέραιη απομένει . Από αγάπη και ανθρωπιά είναι ζυμωμένη , συμφώνησαν κι οι δυο και πέσανε να ξαποστάσουν , γιατί αύριο ξημερώνει άλλη μία δύσκολη , σαν τις αμέτρητες χιλιάδες της όμορφης ζωής τους , ωραία μέρα .

 

 

 

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου